
Η μία ειδοποίηση μετά την άλλη. Είναι εύκολο να τις αγνοήσω. Όταν τελικά βρίσκω τη θέληση να ανοίξω την πόρτα, τα σκαλοπάτια γίνονται βαρίδια. Προσπαθώ μανιωδώς να θυμηθώ ποιος έχει γενέθλια. Η στροφή της σκάλας οδηγεί στην είσοδο. Δύο λευκά μπαλόνια, αριστερά και δεξιά. Η πόρτα της εισόδου μοιάζει βαριά και ακλόνητη. Μόλις αγγίζω το πόμολο, ανοίγει σαν χάρτινη. […] Πρέπει να προλάβω τον μπουφέ, σε δέκα λεπτά κλείνει. Ίσως δείξουν λίγη επιείκεια. Αλλά θα έχουν φάει τα πάντα. Τρέχω γύρω γύρω σε κύκλους. Όλα τα ποτήρια είναι χρησιμοποιημένα και στοιβαγμένα σε πυργίσκους. Κι όμως, όλοι δείχνουν διψασμένοι. Υπάρχει μια ουρά πίσω από τον πάγκο όπου καμιά δεκαριά καλοντυμένοι περιμένουν να πιούν νερό κατευθείαν από τη βρύση.
Βρίσκω και αρπάζω ένα από τα τελευταία καναπεδάκια. Προτού καταπιώ, αισθάνομαι τρομερή δίψα και προσπαθώ να μπω στην ουρά με τους υπόλοιπους. Η υπομονή όλων αρχίζει να εξαντλείται. Ενώ αισθάνομαι τον άνδρα που στέκεται πίσω μου να με σπρώχνει μουρμουρίζοντας βρισιές, τέσσερις νέοι καταφτάνουν αλαφιασμένοι. Ο πιο ψηλός συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει κρέας στον μπουφέ. Προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να συγκρατήσει έναν από τους φίλους του από το να ορμήσει στο φαγητό. «Είναι μάταιο», του φωνάζει.
[Κείμενο που προέκυψε από το σεμινάριο “Τα όνειρα στη Λογοτεχνία” – σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, το όνειρο ως λογοτεχνικό υλικό – Οκτώβριος 2025 – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium]
εικόνα: Daria Andrievskaya – pexels.com