Ο αετός

[Παραμονές Καθαράς Δευτέρας]


Ο μπαμπάς έπρεπε να βρει τις καλύτερες καλαμιές. Μακριές και όχι πολύ γεμάτες, σχεδόν ξερές, ώστε να μην είναι βαριές. Όσο γινόταν πιο ίσιες, χωρίς ατέλειες. Ο χαρταετός έπρεπε να είναι οπωσδήποτε ο μεγαλύτερος και ο πιο δυνατός! Ήταν ζήτημα τιμής.


Η μαμά διάλεγε το ρυζόχαρτο για το κυρίως σώμα. Χρωματιστό, πανάλαφρο, μπόλικο, να έχουμε και για τις τρύπες μπαλώματα αν χρειαζόταν. Τα αδέρφια μου, τον σπάγκο, την κόλλα, τα εργαλεία. 

Αφού ο μπαμπάς έφτιαχνε με τ’ αγόρια τον σκελετό -τρία καλάμια μαστορικά σκαλισμένα με εγκοπές και δεμένα με σπάγκο, να σχηματίζουν ένα τέλειο, γερό κι ακούνητο εξάγωνο- κολλούσαν με τη μαμά το χαρτί.

Κι έπειτα, η στιγμή που περίμενα καρτερικά, η δουλειά που με αφορούσε: το πλέξιμο της ουράς!
Η ουρά έπρεπε να είναι πάρα πολύ μακριά, γερή, όμορφη, αυτή που θα σήμαινε ότι, για μια ακόμη χρονιά, θα είμαστε γεροί και δυνατοί. Εκατοντάδες λωρίδες χρωματιστού χαρτιού στριμμένες και πλεγμένες στον σπάγκο. Πολλές φορές μάς έπαιρνε και μια εβδομάδα να την ολοκληρώσουμε, αναλόγως πόσο δουλεύαμε. Θυμάμαι ακόμα, έχω καθαρά στ’ αυτιά μου, τον θόρυβο που έκαναν οι λωρίδες χαρτιού όταν μετακινούσαμε την ουρά. Κάτι σαν συνεχές κύμα πάνω στα βότσαλα, ή φύσημα του αέρα μέσα από πυκνές φυλλωσιές. Πόσο παράξενο να θυμόμαστε τόσο καθαρά ήχους και μυρωδιές ύστερα από τριάντα περίπου χρόνια…

[Καθαρά Δευτέρα]


Ο μπαμπάς, πριν την αναχώρησή μας για το βουνό, έπρεπε να εξετάσει με σχολαστικότητα ιατροδικαστή, τον χαρταετό μας. Κάποιο στραβό ένωμα, κάποιο λάθος δέσιμο, κάποιο σχίσιμο στο χαρτί, την τελειότητα της ουράς.
Πόσο, θυμάμαι, αδημονούσα να δω την ουρά να υψώνεται και να λικνίζεται σαν ουρά δράκου στον ουρανό!

Μαζί με τ’ αγόρια, τρέχοντας, τον σήκωναν στον αέρα, και τότε! Και τότε ξεκινούσε η περιπέτεια! Ο αετός υψωνόταν εκπληκτικά γρήγορα αν βοηθούσε και ο καιρός, ξεπερνώντας με εντυπωσιακή ταχύτητα όλους τους υπόλοιπους. Πολλές φορές τον κρατούσαν και οι τρεις, ο πατέρας με τ’ αδέρφια μου, φορώντας γάντια για να μην καίγονται τα χέρια τους. Θυμάμαι την άγρια χαρά στα μάτια τους και το γαργαριστό γέλιο του μπαμπά μου όταν ήξερε ότι είναι και πάλι πρώτοι.

Ο χαρταετός χανόταν απ’τα μάτια μας. Πετούσε τόσο ψηλά, που έδεναν και δεύτερο και τρίτο τόπι σπάγκου πολλές φορές. Ώσπου βλέπαμε μόνο τον σπάγκο, ο χαρταετός γινόταν φάντασμα μα ξέραμε ότι είναι εκεί, η δύναμή του κραύγαζε την ύπαρξή του.

Κι αφού χορταίναμε νίκη και άγρια χαρά, αφού κατέβαιναν όλοι οι γύρω αετοί και οι φίλοι μαζεύονταν γύρω μας, ξέραμε ότι είχαμε κερδίσει. Όμως η νίκη ήταν ολονών. Όλοι μαζί, ξεκινούσαμε τον αγώνα να τον κατεβάσουμε. Και δώσ’ του τράβηγμα με τα γάντια και αγκομαχητό και ζόρι, και ενθαρρυντικές κραυγές. Ήθελε τεράστια δύναμη. Πολλές φορές ο ήλιος έδυε κι ακόμα τραβούσαμε. Κατέβαινε σαν βασιλιάς. Ταλαίπωρος, κουρασμένος, δοξασμένος, κουβαλώντας λίγο ουρανό και για μας.

Άλλες φορές δεν τα καταφέρναμε κι ο αετός κοβόταν διαλέγοντας τα ουράνια. Δεν τον αδικούσα.

Ο αετός έπαιρνε τα πνεύματα όλων στον ουρανό. Προέκταση των ψυχών, της έμφυτης λαχτάρας του ανθρώπου να πετάξει, μας ταξίδευε ψηλά. Μπορούσαμε ν’ αγγίξουμε κι εμείς τα σύννεφα, να φτάσουμε εκεί όπου η πραγματικότητα ενώνεται με τα όνειρα. Εκεί όπου δεν υπάρχει χρόνος. Εκεί όπου είμαστε όλοι μαζί, ξανά, χαρούμενοι. Ψηλά.

Ημέρα Μνήμης

Άνοιξη 2021. Είχαμε μόλις τελειώσει το μεσημεριανό και είχα βγάλει χαλβά σιμιγδαλένιο όταν χτύπησε το κουδούνι. Ο ταχυμεταφορέας μού παρέδωσε ένα βιβλίο. Δεν περίμενα κάτι συγκεκριμένο. “548 μέρες με άλλο όνομα” διάβασα γρήγορα στο εξώφυλλο. Δεν έδωσα σημασία στο όνομα. Άνοιξα τυχαία κάπου στη μέση και διάβασα έκπληκτη τον τίτλο του κεφαλαίου… “Πανηγυρίζαμε μ’ έναν χαλβά σιμιγδάλι”. Πάγωσα. “Κάποιος μου κάνει πλάκα”, σκέφτηκα. Μια υπέροχη σύμπτωση, που ήταν μόνο η αρχή της μεγάλης έκπληξης…

Τη Ροζίνα Ασσέρ-Πάρδο την πρωτογνώρισα μέσα από το ντοκιμαντέρ “Φιλιά εις τα παιδιά” του Βασίλη Λουλέ. Η γυναίκα που περιέγραφε τις 548 μέρες που έζησε ως κοριτσάκι, κρυμμένη σε ένα διαμέρισμα στην Τσιμισκή, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος. Η μαρτυρία της με είχε συγκλονίσει. Το 2020 έφυγε από τη ζωή.

Το 2021 ξεκίνησα μαθήματα σεφαραδίτικων με τον δάσκαλο Τζέκυ Μπενμαγιόρ. Ένας από τους συμμαθητές μου ήταν (και είναι) ο Βίκτωρ. Στα μαθήματα τους έλεγα για το ντοκιμαντέρ και πως πρόβαλα μερικά αποσπάσματα από αυτό στα παιδιά στο σχολείο για να μάθουν, να γνωρίσουν εκείνα τα παιδιά. Ο Βίκτωρ κάποια στιγμή μού ζήτησε τη διεύθυνσή μου για να μου στείλει κάτι. Μου έστειλε το βιβλίο της. Αυτό που τώρα κρατούσα στα χέρια μου και ανακάλυπτα ότι ήταν το ημερολόγιο που κρατούσε, ούσα παιδάκι 10 χρονών, κρυμμένη και φοβισμένη. Mόλις είχα συνειδητοποιήσει πως ο Βίκτωρ, ο συμμαθητής μου, ήταν ο γιος της Ροζίνας.

Το αγαπημένο μου απόσπασμα από το βιβλίο που δεν θα ξεχάσω ποτέ: “Ευτυχώς υπήρχε το παιχνίδι. Πώς συνεννοούμασταν για το παιχνίδι δεν ξέρω, ίσως μιλώντας χαμηλόφωνα γιατί ήμασταν στην ταράτσα. Δεν μας έβλεπε κανείς. Είχε ένα πεζουλάκι μόνο, στο οποίο ανεβαίναμε και το κάναμε καράβι και παίζαμε ότι αρμενίζαμε σε θάλασσες ελεύθερες από Γερμανούς. Ήταν το πιο ωραίο μας παιχνίδι. Αυτή η ταράτσα ήταν όλος μου ο κόσμος”.

Μπορεί αυτή η ιστορία που σας γράφω τώρα, για τη φοβερή αυτή σύμπτωση, να μοιάζει με διήγημα μυθοπλασίας, αλλά η ζωή πάντα μάς ξεπερνά. Εύχομαι η ζωή να ξεπερνά τη φαντασία μόνο στα ευχάριστα.

27η Ιανουαρίου-Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ🌺

Tα Φώτα, το Δέντρο και οι Καλικάντζαροι | Ευλαμπία Τσιρέλη

Ένα παραμύθι, έντεχνη απόδοση του μύθου των καλικαντζάρων. Με δραστηριότητα για τα παιδιά. Ακολουθεί και βίντεο


Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε εμπορική εκμετάλλευση του παρόντος έργου, καθώς και κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του δημιουργού. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.
copyright © 2020 Ευλαμπία Τσιρέλη
evlampiatsireli.com
all rights reserved

Είμαστε Ιστορίες – Κείμενο στο περιοδικό Σχεδία

Από πολύ μικρή ηλικία συνειδητοποίησα ότι είμαστε ιστορίες. Ιστορίες γι’ αυτά που ζούμε, ιστορίες γι’ αυτά που ήμασταν, ιστορίες για εκείνα που θα θέλαμε να γίνουμε, ιστορίες για τις αναμνήσεις που μπερδεύτηκαν με τη φαντασία, ιστορίες γι’ αυτά που χάσαμε και που κερδίσαμε, για όσα αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε. Όλοι αφηγούμαστε ιστορίες· στον καφέ με έναν φίλο, δουλεύοντας και διδάσκοντας, μεγαλώνοντας παιδιά, γιορτάζοντας και πενθώντας, ταξιδεύοντας.

Μεγαλώνοντας, άρχισα να τις γράφω. Ήθελα να αποτυπώσω όλον αυτόν τον όγκο των ιστοριών που είχα μέσα μου και κλωτσούσαν να βγουν για να διαβαστούν. Αργότερα έμαθα για τις μεγάλες ιστορίες του κόσμου, για τους μύθους της δημιουργίας, για τις πρώτες ιστορίες στο πρώτο βιβλίο της Γένεσης, την αρχή της ανθρωπότητας στην πρωτόγονη και αρχαϊκή σκέψη και έκφραση. Είδα ότι όλα έχουν μια κοινή αρχή: τη φαντασία. Τη δημιουργική εκείνη και συναρπαστική ικανότητα του ανθρώπου να σκαρώνει ιστορίες και σχέδια για να εξηγήσει τον κόσμο γύρω του και μέσα του, να συλλαμβάνει στιγμιαία το ασύλληπτο, να θεολογεί, να φιλοσοφεί για να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.

Και οι μύθοι πέρασαν στα θρησκευτικά κείμενα, και τα μυθικά αρχέτυπα έγιναν λατρευτική γλώσσα, και ο άνθρωπος ύμνησε το θείο που απάντησε στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου, του τέλους, κι έδωσε ελπίδα· κι έπειτα στην τέχνη, στη λογοτεχνία, οι ιστορίες αγκάλιασαν και μύθο και θρησκεία, και εντέχνως μπήκαν μέσα μας, πολλαπλασιάζοντας τις ζωές μας, με μια μορφή διαιώνισης και αθανασίας για τον δημιουργό και τον δέκτη.

Θεολογώντας, ανακάλυψα πως αυτή είναι και η σχέση Θεού και Ανθρώπου. Μια σχέση Συγγραφέα και Αναγνώστη. Πόσες φορές δεν είπαμε ότι τα βιβλία είναι διαχρονικά, ότι μιλούν στην ψυχή μας ακόμα και μετά από αιώνες, και πόσες φορές δεν νιώσαμε ότι ο συγγραφέας βρίσκεται ακόμη ζωντανός, να μας μιλά πίσω απ’ τις γραμμές; Ο χρόνος δεν υφίσταται στην επικοινωνία του συγγραφέα με τους αναγνώστες. Η στιγμή είναι παγωμένη, η σύνδεση μακάρια και η επικοινωνία ιερή. Μέσα στο πνεύμα του κανείς μπορεί να ζήσει χίλιες ζωές και, αν κατέχει το χάρισμα, μπορεί και να τις γράψει, να τις διηγηθεί ώστε, μέσα από την ανάγνωση, να τις ζήσουν κι άλλοι.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Το κείμενο φιλοξενήθηκε στο περιοδικό δρόμου, Σχεδία. Ιούνιος 2021.

Αναθεώρηση

[Για τις ημέρες που έφυγαν- για κείνες που θα ‘ρθουν]

Πράγματα που δεν κλείνονται
σε τσέπες, σε κουτιά,
δεν αριθμούνται,
δεν γερνούν,
δεν στέκονται σε ράφια,
δεν χαλούν.
Το χιόνι.
Το ταξίδι.
Τα φιλιά.
Η θάλασσα.
Οι αγκαλιές.
Και τι δεν θα ‘δινα,
απ’ τα πλούτη μου,
ξανά να ‘ρθουν.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Οι ευχές των Περσείδων

perseides-1-696x391-696x391Θυμάμαι την πρώτη φορά που τις είδα. 1993. Όταν καταγράφηκε ρεκόρ με περίπου 300 μετέωρα την ώρα. Δεν προλάβαινα να κάνω ευχές. Τότε έκανα όλες τις ευχές που μπορεί να κάνει άνθρωπος. Πολλές από αυτές πραγματοποιήθηκαν. Ήταν όμως κι άλλες που δεν ήξερα να κάνω, γιατί ήμουν παιδί κι έκανα μόνο παιδικές ευχές, όπως να γίνω συγγραφέας, να πάρω τηλεσκόπιο, να μάθω τα μυστικά των δέντρων, να τρώω όσα παγωτά θέλω το καλοκαίρι. Όλες πραγματοποιήθηκαν. Και ήταν οι πιο σημαντικές.
Είχαμε στρώσει στο μπαλκόνι και κοιτάζαμε εναλλάξ με ένα κιάλι. Κάπου κάπου με έπαιρνε ο ύπνος αλλά, θυμάμαι, πάλευα να ανοίξω τα μάτια ξανά και ξανά, ώσπου μπερδεύτηκε το όνειρο με την αλήθεια, μα δεν είχε και μεγάλη διαφορά. Έτσι θυμάμαι εκείνη τη νύχτα, σαν όνειρο μέσα σε όνειρο. Από τότε γεννήθηκε ο έρωτάς μου για τα όνειρα, τον ουρανό και το διάστημα.
“Όσο πιο συχνά κοιτάζουμε τον ουρανό, τόσο καλύτερος θα γίνεται ο κόσμος”. Ε.Τ.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Δια να εργάζεται εις αυτόν και να τον φυλάσσει

fufxry4cpa301

Κι ύστερα, ήρθε ο άνθρωπος. Και εξημέρωσε τα πάντα ώστε να μην τα φοβάται· ώστε να τον εξυπηρετούν. Τα ζώα, τα δάση, τα βουνά, τις θάλασσες, τα ποτάμια, ακόμα και τα αγαθά που βρίσκονται κάτω απ’ τη γη· ακόμα και τους ουρανούς, κι έξω απ’ αυτούς. Μα τίποτα δεν του ήταν αρκετό, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Τα ζώα δεν είχαν πια πού να μείνουν, τι να φάνε. Κι εκείνος πήρε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Κι έκανε την πλάση δική του και όλα τα επάνω και κάτω της γης. Κι όταν κατάλαβε ότι δεν έχει άλλα να πάρει, βύθισε τα χέρια του στο στήθος και ξερίζωσε την καρδιά του. Την κοίταξε σαν να μην τη γνωρίζει. “Δικό μου”, είπε και πάλι λυσσασμένα, λαίμαργα, μα σωριάστηκε άδειος, νεκρός. Κι η μάνα γη, που νόσησε απ’τα χέρια του, γέμισε με τ’αδειανό του σώμα, το μόνο πρόσφορο που είχε δει ποτέ από ‘κεινον, κι αυτό, ακούσιο.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Τελετουργικό

tsireli-writingΕίναι πολύ πρωί, το μάθημα ξεκινάει στις εννιά κι όμως έχω ξυπνήσει πριν από τις επτά. Εδώ ξυπνάω με το πρώτο φως μόνο για να ανοίξω τις κουρτίνες μου και να δω την πρωινή ομίχλη, βαριά, στο δρομάκι, να γυαλίζει το πλακόστρωτο.

Δεν φτιάχνω καφέ, ετοιμάζομαι γρήγορα για να βγω το συντομότερο από το σπίτι. Για το τελετουργικό μου. Ντύνομαι ζεστά -πρόσφατα αγόρασα ένα πολύ χοντρό πανωφόρι κι έτσι μπορώ άνετη να κάνω τις βόλτες μου χωρίς να με περονιάζει το σκοτσέζικο κρύο. Παίρνω την τσάντα μου. Σήμερα έχω ΝT Greek και πρόκειται να δούμε και κάποιους παπύρους με μεγαλογράμματους κώδικες. Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο δυνατά χτυπάει η καρδιά μου.

Η εξώπορτά μου είναι σκούρη μπλε. Όλες οι εξώπορτες εδώ είναι κόκκινες ή μπλε. Στον στενό δρόμο η ομίχλη είναι τόσο πυκνή που νομίζω πως έχει μυρωδιά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη μυρωδιά της πόλης. Κάθε πόλη έχει τη δική της. Εδώ μυρίζει παρελθόν και δόξα. Ίσως και λίγη μελαγχολία αργότερα. Η μυρωδιά αυτή θα μείνει για πάντα μέσα στο κεφάλι μου.

Κατευθύνομαι προς το Βασιλικό Μίλι. Έχω αρκετό δρόμο. Τα πόδια αρχίζουν να παγώνουν και να μουδιάζουν μα μέσα μου λέω πως είναι επειδή βγάζουν φτερά. Όταν δεν θα τα νιώθω πια σε λίγο είναι επειδή θα πετάω. Περνάω από το νεκροταφείο Greyfriar’s. Μπαίνω για έναν χαιρετισμό στο άλλοτε. Δεν έχω δει πιο χαρούμενους τάφους ή, έστω, φαντάζουν έτσι πάλι μέσα στο κεφάλι μου. Κάθομαι ακριβώς για τρία λεπτά στο πέτρινο παγκάκι. Αφουγκράζομαι τους πρωινούς ήχους -θυμάμαι πάλι εκείνο το παράξενο αηδόνι που τραγουδά κάθε βράδυ έξω από το παράθυρο από τη μέρα που ήρθα. Ακούω τα δέντρα, θαρρείς κολυμπούν στην ομίχλη τα κλαδιά. Το παχύ γκριζόλευκο υποχωρεί σιγά-σιγά όσο διαλύεται η ομίχλη και κερδίζει τη μάχη και πάλι αυτό το εκτυφλωτικό σκοτσέζικο πράσινο. Αφού παρακολουθήσω τη μάχη, φεύγω.

Στο έμπα του πλακόστρωτου ιστορικού δρόμου αγοράζω τον καφέ μου. Ζέστη μόκα. Και αυτή η γεύση θα μείνει μέσα μου για πάντα, όπως και η αίσθηση της ζέστης μέσα στα παγωμένα μου χέρια.

Δεν υπάρχει κόσμος ακόμη. Τα τακούνια μου αντηχούν στα παλιά κτίρια, στις οξυκόρυφες στέγες και σκέφτομαι άραγε αυτός ο ήχος να απορροφάται; Θα μείνω εδώ για πάντα; Σε λίγο, ένας άντρας με λευκή αναγεννησιακή περούκα και τήβεννο διασχίζει τον δρόμο και συνειδητοποιώ πως για πάντα θα θυμάμαι το Royal Mile ως χρονομηχανή.

Μπαίνω σε ένα από τα στενάκια να κόψω δρόμο για τη σχολή. Στην αυλή του Μουσείου των Συγγραφέων. Κάθε που θα γράφω αργότερα, θα ξέρω ότι έπιασαν εκείνες οι ευχές που έκανα σφίγγοντας τις γροθιές και τα μάτια όσο πιο πολύ μπορούσα. Πατώ πάνω στις χαραγμένες πλάκες και τις διαβάζω μία-μία. “There are no stars so lovely as Edinburgh’s street lamps”-R.L.Stevenson. Κατεβαίνω τα σκαλάκια. Η θέα από το The Mount είναι πάντα αρχοντική.Τα σύννεφα κατεβαίνουν βλοσυρά να ακουμπήσουν τις στέγες. Το πράσινο στους Κήπους της Πριγκίπισσας έχει θριαμβεύσει, με άρμα τον ηγεμονικό άνεμο να προελαύνει. Παίρνω βαθιά ανάσα και ξέρω πως όλα αυτά θα ζήσουν μέσα μου. Θα τα θυμάμαι με λίγη δόση φαντασίας ίσως. Ίσως και όχι, δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Θα περπατώ το τελετουργικό μου τα δύσκολα πρωινά, ξανά και ξανά, μέσα στο κεφάλι μου. “Γιατί”, όπως συνηθίζω να λέω, “τι είναι άραγε αληθινό αν δεν είναι αυτό που ζει μες στα κεφάλια μας;”

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

 

Κτίση

Από την αυγή του ο άνθρωπος πασχίζει να χωρέσει το άκτιστο, το πνευματικό, στην ύλη. Το ιερό φως στη λαμπάδα και το καντηλάκι, την ευλογία στο λαδάκι, την αγιότητα στην εικόνα, τον Θεό στο κτίσμα, το αιώνιο στο σκήνωμα, την υπόσχεση στο δαχτυλίδι, την αλήθεια στο βιβλίο. Δεν ησυχάζει αν δεν ορίσει το αόριστο στα μέτρα του, αν δεν αγγίξει την απόδειξη, κι αισθάνεται γυμνός, απροστάτευτος αν του τα αφαιρέσεις όλα αυτά. Δύσκολο να στηριχθεί στο βλέμμα, στο αίσθημα και στη σιωπή. Δύσκολο να μη δείξει, να μη συγκρίνει. Θέλει να πάρει το ουράνιο να το χωρέσει στη χούφτα του σφιχτά, να μην του φύγει. Να είναι κι αυτό δικό του.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Τελευταία

Teddy-Bear-Sad-Alone-1080p-Full-hD-wallpaper

Η δύναμη του ανθρώπου μετριέται στα τελευταία. Όταν γνωρίζεις πως είναι τελευταία. Πώς τα διαχειρίζεσαι, πώς τα δέχεσαι, πόσο μπορείς να αντέξεις. Το τελευταίο φαΐ της μάνας σου. Την τελευταία κουβέντα του πατέρα σου, το τελευταίο του κοστούμι. Το τελευταίο αντίο σε μια μεγάλη σχέση. Την τελευταία φορά που χτενίζεις τα μαλλιά σου ή βλέπεις και τα δυο στήθη σου στον καθρέφτη. Το τελευταίο καλοκαίρι με τον παππού. Την τελευταία φορά που μυρίζεις τον σκύλο σου.  Αλλά και πιο μικρά, όπως η τελευταία φορά που κοιμάσαι επίσημα στο πατρικό σου σπίτι. Κι έπειτα, η τελευταία φορά που κοιμάσαι στο εργένικο ή το φοιτητικό. Ο τελευταίος φραπές με τον φίλο πριν φύγει μετανάστης. Ή πολύ μεγάλα ‘τελευταία’ που εμείς δεν γνωρίσαμε, ευτυχώς. Η τελευταία φορά που κλείνεις την πόρτα στο μισογκρεμισμένο σου σπίτι, πριν μπεις στο φουσκωτό με άλλους διακόσιους. Η τελευταία φορά που βλέπεις την κούκλα σου καθώς την παρασέρνει το κύμα. Η τελευταία προσευχή σου.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.