Παρασκιές

5/6/2020 παρατήρηση έκλειψης παρασκιάς της Σελήνης

Μπήκε Ψυχοσάββατο
Η Σελήνη ντύθηκε μια παρασκιά
Οι ζωντανοί προχώρησαν μια νύχτα μπροστά
Πίσω οι σκιές μας μείναν
Μέσα σε κρύα σύννεφα
Αναμνήσεις από άστρα νεκρά
Και νεφελώματα
Άλλοτε πεταλούδες
Κι άλλοτε μάτια αγαπημένων
Που βλέπουμε μόνο με τηλεσκόπια
Κι εκεί, λέει, θα πάμε κι εμείς
Γι’ αυτό ξαγρυπνούμε τις νύχτες, να κοιτάμε.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Χαρακώματα

Dix-trench-in-ruins_1

Otto Dix, Zerfallender Kampfgraben, 1924

Αγρίεψαν οι άνθρωποι.

Έχουν εκείνο το χαράκωμα

στο μέτωπο.

Έχουμε πόλεμο βαρύ,

πόλεμο ανθρωπιάς και παραλόγου,

και στο χαράκωμα στριμώχνουμε ό,τι βρούμε.

Πήγε κι αυτό και άραξε ανάμεσα στα μάτια

να συννεφιάζει το βλέμμα,

να θολώνει τον καθρέφτη της ψυχής.

Ποιος το ‘σκαψε εκεί – ήθελα να ‘ξερα.

Στο χάσμα εκείνο

‘πέσαν πια όλα τα “ευχαριστώ”, τα “ορίστε”, τα “περάστε”,

τα “χαίρομαι πολύ”,

χαθήκαν.

Λίγο πιο κάτω,

μία καμπύλη αρνητική

κάτι ανάμεσα σε οργή, παράπονο και απορία

-κανείς δεν ξέρει-

τι ν’ απογίναν όλα εκείνα που μας έκαναν ανθρώπους·

τα τελευταία ορμητήρια

-χαμόγελα θαρρώ τα ‘λέγαν-

πώς μπλέχτηκαν στον κόμπο του λαιμού,

πίσω από  σφαλισμένα χείλη,

αφηρημένοι τα κατάπιαμε

μέσα απ’τα δόντια

που όλο σφίγγουν, σφίγγουν

μέχρι να σφίξει η ύπαρξη

και να σκληρύνει κάθε μαλακό σημείο

μη χτυπηθεί απ’ τ’ άγριο του πολέμου

και ματώσει

και νιώσουμε πως κάποτε ήμασταν ζωντανοί.

Πώς γίναμε έτσι.

 

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

 

 

Δια να εργάζεται εις αυτόν και να τον φυλάσσει

fufxry4cpa301

Κι ύστερα, ήρθε ο άνθρωπος. Και εξημέρωσε τα πάντα ώστε να μην τα φοβάται· ώστε να τον εξυπηρετούν. Τα ζώα, τα δάση, τα βουνά, τις θάλασσες, τα ποτάμια, ακόμα και τα αγαθά που βρίσκονται κάτω απ’ τη γη· ακόμα και τους ουρανούς, κι έξω απ’ αυτούς. Μα τίποτα δεν του ήταν αρκετό, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Τα ζώα δεν είχαν πια πού να μείνουν, τι να φάνε. Κι εκείνος πήρε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Κι έκανε την πλάση δική του και όλα τα επάνω και κάτω της γης. Κι όταν κατάλαβε ότι δεν έχει άλλα να πάρει, βύθισε τα χέρια του στο στήθος και ξερίζωσε την καρδιά του. Την κοίταξε σαν να μην τη γνωρίζει. “Δικό μου”, είπε και πάλι λυσσασμένα, λαίμαργα, μα σωριάστηκε άδειος, νεκρός. Κι η μάνα γη, που νόσησε απ’τα χέρια του, γέμισε με τ’αδειανό του σώμα, το μόνο πρόσφορο που είχε δει ποτέ από ‘κεινον, κι αυτό, ακούσιο.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Τελετουργικό

tsireli-writingΕίναι πολύ πρωί, το μάθημα ξεκινάει στις εννιά κι όμως έχω ξυπνήσει πριν από τις επτά. Εδώ ξυπνάω με το πρώτο φως μόνο για να ανοίξω τις κουρτίνες μου και να δω την πρωινή ομίχλη, βαριά, στο δρομάκι, να γυαλίζει το πλακόστρωτο.

Δεν φτιάχνω καφέ, ετοιμάζομαι γρήγορα για να βγω το συντομότερο από το σπίτι. Για το τελετουργικό μου. Ντύνομαι ζεστά -πρόσφατα αγόρασα ένα πολύ χοντρό πανωφόρι κι έτσι μπορώ άνετη να κάνω τις βόλτες μου χωρίς να με περονιάζει το σκοτσέζικο κρύο. Παίρνω την τσάντα μου. Σήμερα έχω ΝT Greek και πρόκειται να δούμε και κάποιους παπύρους με μεγαλογράμματους κώδικες. Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο δυνατά χτυπάει η καρδιά μου.

Η εξώπορτά μου είναι σκούρη μπλε. Όλες οι εξώπορτες εδώ είναι κόκκινες ή μπλε. Στον στενό δρόμο η ομίχλη είναι τόσο πυκνή που νομίζω πως έχει μυρωδιά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη μυρωδιά της πόλης. Κάθε πόλη έχει τη δική της. Εδώ μυρίζει παρελθόν και δόξα. Ίσως και λίγη μελαγχολία αργότερα. Η μυρωδιά αυτή θα μείνει για πάντα μέσα στο κεφάλι μου.

Κατευθύνομαι προς το Βασιλικό Μίλι. Έχω αρκετό δρόμο. Τα πόδια αρχίζουν να παγώνουν και να μουδιάζουν μα μέσα μου λέω πως είναι επειδή βγάζουν φτερά. Όταν δεν θα τα νιώθω πια σε λίγο είναι επειδή θα πετάω. Περνάω από το νεκροταφείο Greyfriar’s. Μπαίνω για έναν χαιρετισμό στο άλλοτε. Δεν έχω δει πιο χαρούμενους τάφους ή, έστω, φαντάζουν έτσι πάλι μέσα στο κεφάλι μου. Κάθομαι ακριβώς για τρία λεπτά στο πέτρινο παγκάκι. Αφουγκράζομαι τους πρωινούς ήχους -θυμάμαι πάλι εκείνο το παράξενο αηδόνι που τραγουδά κάθε βράδυ έξω από το παράθυρο από τη μέρα που ήρθα. Ακούω τα δέντρα, θαρρείς κολυμπούν στην ομίχλη τα κλαδιά. Το παχύ γκριζόλευκο υποχωρεί σιγά-σιγά όσο διαλύεται η ομίχλη και κερδίζει τη μάχη και πάλι αυτό το εκτυφλωτικό σκοτσέζικο πράσινο. Αφού παρακολουθήσω τη μάχη, φεύγω.

Στο έμπα του πλακόστρωτου ιστορικού δρόμου αγοράζω τον καφέ μου. Ζέστη μόκα. Και αυτή η γεύση θα μείνει μέσα μου για πάντα, όπως και η αίσθηση της ζέστης μέσα στα παγωμένα μου χέρια.

Δεν υπάρχει κόσμος ακόμη. Τα τακούνια μου αντηχούν στα παλιά κτίρια, στις οξυκόρυφες στέγες και σκέφτομαι άραγε αυτός ο ήχος να απορροφάται; Θα μείνω εδώ για πάντα; Σε λίγο, ένας άντρας με λευκή αναγεννησιακή περούκα και τήβεννο διασχίζει τον δρόμο και συνειδητοποιώ πως για πάντα θα θυμάμαι το Royal Mile ως χρονομηχανή.

Μπαίνω σε ένα από τα στενάκια να κόψω δρόμο για τη σχολή. Στην αυλή του Μουσείου των Συγγραφέων. Κάθε που θα γράφω αργότερα, θα ξέρω ότι έπιασαν εκείνες οι ευχές που έκανα σφίγγοντας τις γροθιές και τα μάτια όσο πιο πολύ μπορούσα. Πατώ πάνω στις χαραγμένες πλάκες και τις διαβάζω μία-μία. “There are no stars so lovely as Edinburgh’s street lamps”-R.L.Stevenson. Κατεβαίνω τα σκαλάκια. Η θέα από το The Mount είναι πάντα αρχοντική.Τα σύννεφα κατεβαίνουν βλοσυρά να ακουμπήσουν τις στέγες. Το πράσινο στους Κήπους της Πριγκίπισσας έχει θριαμβεύσει, με άρμα τον ηγεμονικό άνεμο να προελαύνει. Παίρνω βαθιά ανάσα και ξέρω πως όλα αυτά θα ζήσουν μέσα μου. Θα τα θυμάμαι με λίγη δόση φαντασίας ίσως. Ίσως και όχι, δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Θα περπατώ το τελετουργικό μου τα δύσκολα πρωινά, ξανά και ξανά, μέσα στο κεφάλι μου. “Γιατί”, όπως συνηθίζω να λέω, “τι είναι άραγε αληθινό αν δεν είναι αυτό που ζει μες στα κεφάλια μας;”

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

 

Κτίση

Από την αυγή του ο άνθρωπος πασχίζει να χωρέσει το άκτιστο, το πνευματικό, στην ύλη. Το ιερό φως στη λαμπάδα και το καντηλάκι, την ευλογία στο λαδάκι, την αγιότητα στην εικόνα, τον Θεό στο κτίσμα, το αιώνιο στο σκήνωμα, την υπόσχεση στο δαχτυλίδι, την αλήθεια στο βιβλίο. Δεν ησυχάζει αν δεν ορίσει το αόριστο στα μέτρα του, αν δεν αγγίξει την απόδειξη, κι αισθάνεται γυμνός, απροστάτευτος αν του τα αφαιρέσεις όλα αυτά. Δύσκολο να στηριχθεί στο βλέμμα, στο αίσθημα και στη σιωπή. Δύσκολο να μη δείξει, να μη συγκρίνει. Θέλει να πάρει το ουράνιο να το χωρέσει στη χούφτα του σφιχτά, να μην του φύγει. Να είναι κι αυτό δικό του.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Η μοιρασιά του κόσμου

Two-Old-People-Eating-Francisco-de-Goya-y-Lucientes-Oil-Painting-510x302

Francisco de Goya y Lucientes, Museo Nacional del Prado

Τα τρία αδέρφια κάθισαν στο μεγάλο τραπέζι. Ο μεγάλος άρχισε να τρώει λαίμαργα το παραγεμισμένο του πιάτο. Ο αδελφός του, δίπλα, κάθε φορά που πήγαινε να τσιμπήσει μια μπουκιά, ο λαίμαργος του την έπαιρνε απ΄το στόμα, ώσπου άδειασε το πιάτο του κι έμεινε νηστικός. Ο τρίτος, έφτυνε στο πιάτο του με μια έκφραση αηδίας. Δεν το εκτιμούσε το φαΐ, ήθελε άλλο.

Η μάνα τους στεκόταν από πάνω κρατώντας μια άδεια κατσαρόλα. Φορούσε ένα πράσινο φουστάνι κι είχε ένα μαραμένο λουλούδι στα μαλλιά της. Απ’το λουλούδι έπεφταν νεκρές μέλισσες κάθε που γυρνούσε το κεφάλι της να κοιτάξει μια τα παιδιά της και μια την άδεια κατσαρόλα προσπαθώντας να υπολογίσει πού έκανε το λάθος.

Ο πατέρας τούς κοίταζε, νεκρός, μέσα από τον καθρέφτη. Κάπου-κάπου έριχνε μια ματιά στο ρολόι του τοίχου. Ο σκύλος χόρταινε με τη μυρωδιά και κάθε τόσο έσκουζε λυπημένος από τις κλωτσιές του μεγάλου.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Τελευταία

Teddy-Bear-Sad-Alone-1080p-Full-hD-wallpaper

Η δύναμη του ανθρώπου μετριέται στα τελευταία. Όταν γνωρίζεις πως είναι τελευταία. Πώς τα διαχειρίζεσαι, πώς τα δέχεσαι, πόσο μπορείς να αντέξεις. Το τελευταίο φαΐ της μάνας σου. Την τελευταία κουβέντα του πατέρα σου, το τελευταίο του κοστούμι. Το τελευταίο αντίο σε μια μεγάλη σχέση. Την τελευταία φορά που χτενίζεις τα μαλλιά σου ή βλέπεις και τα δυο στήθη σου στον καθρέφτη. Το τελευταίο καλοκαίρι με τον παππού. Την τελευταία φορά που μυρίζεις τον σκύλο σου.  Αλλά και πιο μικρά, όπως η τελευταία φορά που κοιμάσαι επίσημα στο πατρικό σου σπίτι. Κι έπειτα, η τελευταία φορά που κοιμάσαι στο εργένικο ή το φοιτητικό. Ο τελευταίος φραπές με τον φίλο πριν φύγει μετανάστης. Ή πολύ μεγάλα ‘τελευταία’ που εμείς δεν γνωρίσαμε, ευτυχώς. Η τελευταία φορά που κλείνεις την πόρτα στο μισογκρεμισμένο σου σπίτι, πριν μπεις στο φουσκωτό με άλλους διακόσιους. Η τελευταία φορά που βλέπεις την κούκλα σου καθώς την παρασέρνει το κύμα. Η τελευταία προσευχή σου.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Οι γνωστικοί

αρχείο λήψης

Θαρρείς και οι καρδιές τους να μικραίνουν

άλλο το φως δεν το αντέχουν,

ζούνε ανάμεσα στις γρίλιες,

μια κρύβονται, μια βγαίνουν.

Ποτέ δεν ξέρεις πώς μοιάζουνε στ’ αλήθεια,

-σκιάζουν τα μάτια για να δουν

η καθαρότητα τους προκαλεί μια ασίγαστη μανία.

 

Κι όλο πολύπλοκα νοήματα γυρεύουν,

να εξηγήσουν τη ζωή με κάτι λέξεις

που μυρίζουνε κενό.

 

Βρίσκουν ασθένεια σοβαρή στο πρόσωπό σου

όταν στο γέλιο και τα μάτια σου γελούν.

Κείνοι τα μάτια μισοκλείνουν και σουφρώνουν

στο χαμόγελο

που ‘ναι σφιχτό, αβέβαιο και φοβισμένο.

 

Κι ύστερα αρχίζουνε λογίδρια σοφίας,

πώς τόλμησες, μικρέ, κι επικαλέστηκες τη γνώση

πώς γίνεται να ξέρεις, να γνωρίζεις,

πώς γίνεται να διεκδικείς σοφία

να πεις για τη ζωή, να μάθεις για αγάπη,

για ουσία,

 

Εσύ,

 

πώς τον θεό τους πιάνεις στα τυφλά σου λόγια

εσύ, που δεν φοράς μαύρο μανδύα

που δεν λυγίζει ο λαιμός σου από τρανό σταυρό,

και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ εξάλλου,

ποιος σε όρισε να υψώσεις τη ματιά στον ουρανό;

 

Τρέμουν, στ’ αλήθεια, που το τόλμησες ν’ αφήσεις τα βιβλία,

τους νόμους, τους ανθρώπινους δεσμούς

και να κοιτάξεις ίσια πια στα μάτια

αυτό που τρέμουνε και λέν’ Δημιουργό.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

 

Άκυκλος

surreal-photography-kirsty-mitchell-akyklos-evlampia-tsireli-poetry-fiction-imaginarium-writing-.jpg

surreal-photography-kirsty-mitchell

Σ’ ένα αιώνιο φθινόπωρο θα ήθελα να ζω

Εκεί που η κάψα του καλοκαιριού έχει γυρίσει σε δροσιά

Και του χειμώνα η παγωνιά δεν θε’ να ‘ρθεί ποτέ

Όσο για την άνοιξη,

Είναι γι’ αυτούς που μάταια καρτερούν κάτι καλύτερο

Που θα ‘ρθει μοναχά για να τους κάψει

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Καταιγίδα

http://procyona.deviantart.com/art/Inside-the-Storm-205358532Η κοιλιά της πονούσε. Έβαλε το δάχτυλο στον αφαλό. Το έστριψε λίγο κι ύστερα εκείνο γλίστρησε μέσα. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Έχωσε πιο βαθιά το χέρι, προς τα πάνω, στον θώρακα. Τέντωσε τα δάχτυλα, μα, και πάλι, τίποτα. Μέχρι και η καρδιά της έλειπε. Άνεμοι άρχισαν να λυσσομανούν, και κύματα να χτυπούν το χέρι της. Κάποιοι κεραυνοί τής ζεμάτισαν τα νύχια. Άρπαξε ένα κόκαλο, μάλλον πλευρό, για να κρατηθεί. Το χέρι έσφιξε δυνατά, μα τα κόκαλα έτριζαν. Άρχισαν να σπάνε με επιβλητικούς κρότους. Ένα ένα. Σαν σίγουρα βήματα. Το χέρι ψαχούλεψε τα θραύσματα. Ήταν σαν βότσαλα στην ακτή. Κι ο αέρας φυσούσε, και κύματα χτυπούσαν, και τίποτα από το εσωτερικό δεν θα ήταν ποτέ ξανά ίδιο. Αποφάσισε να απολαύσει την καταιγίδα.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.