Η Δεσμοφύλακας | Νίκος Δαββέτας

Άλλη μια απόδειξη πως το βαθύ βίωμα ανυψώνει το λογοτεχνικό έργο, είτε αποδοθεί ξεκάθαρο είτε έντεχνα καμωμένο.

Το πώς βλέπει και κρατά στις αναμνήσεις του ένα παιδί (μικρό ή μεγάλο, με την έννοια του τέκνου εδώ) τον γονέα, είναι σαφώς ένας συνδυασμός ανάμνησης-ανάγκης-φαντασίας. Πολλά μπορεί να μην έχουν συμβεί καν με τον τρόπο που ανακαλούνται. Ίσως να πρόκειται και για εντελώς παραποιημένα γεγονότα/αναμνήσεις. Η αξιακή βαρύτητα όμως εδώ δεν έχει να κάνει με το τι συνέβη ή τι ήταν στ’ αλήθεια ο γονιός, αλλά το πώς τα θυμάται το τέκνο, ποια επίγευση άφησε η μάνα, ποιο αποτύπωμα ο πατέρας.

Και αυτός ο θαυμασμός άνευ όρων, η αγάπη, η εξάρτηση από τον γονιό – πάντα το έλεγα πως το παιδί αγαπάει πιο βαθιά, με έναν τρόπο αιώνιο τον γονιό του, ό,τι και να του κάνει εκείνος/η. Ακόμα κι αν το βλάψει. Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Είναι η φυσική ροπή προς τη μήτρα, την πηγή. Δεν είναι σάμπως δεσμοφύλακες στις φυλακές της παιδικής μας ηλικίας; Ίσως και μετέπειτα.

Σαν γενική αίσθηση, με πήγε στο ‘Ο Κηπουρός κι ο Θάνατος’ του Γκοσποντίνοφ εκδ. Ίκαρος (του Δαββέτα προηγείται χρονικά), λόγω αυτής της γλυκόπικρης καταγραφής της σταδιακής βύθισης του γονέα προς τον θάνατο δοσμένη όμως μέσα σε αυτή την εναλλαγή της παρουσίασης του αρρώστου και του πάλαι ποτέ δυναμικού και ζωντανού, ενίοτε αστείου και ευχάριστου ανθρώπου.

Βέβαια, είναι και η γραφή όπως πρέπει, όπως χρειάζεται ώστε να αναδειχθεί το θέμα. Ούτε λυρική χωρίς λόγο, ούτε απλά καταγραφική. Είχε την ισορροπία που της έπρεπε ώστε να έχουμε αυτή την ιδιάζουσα βιογραφία με τη λογοτεχνικότητα που της αναλογεί.

Ο χρόνος, κυκλικός ή σπειροειδής. Δεν υπάρχει γραμμικότητα και σειρά στον συνειρμό. Στο πήγαιν’ έλα των αναμνήσεων. Και χρειάζεται τέχνη να το κοντρολάρεις αυτό και να το επικοινωνήσεις συγγραφικά στον αναγνώστη χωρίς να χαθεί.

Θα σχολιάσω και την έκταση ως ιδανική. Ιδανική γενικά – για εμένα, περί ορέξεως- αλλά ακόμη περισσότερο για ένα θέμα σαν κι αυτό. Η τέχνη του να λες πολλά με λίγα, απαιτεί ή βαθύ βίωμα, ή εξαιρετική τέχνη – ενίοτε και τα δύο.

Δεν μένουν όλα τα βιβλία μέσα μας, ακόμη κι αν είναι πολύ ωραία. Ένα βιβλίο μένει για πάντα μέσα μας όταν γράφουμε νοητά μέσα του κι εμείς την ανάμνησή μας, το βίωμά μας, την αράδα μας.

Γράφει (Λευκή σελίδα, σ.148):

[Ως τα σαράντα, μονάχα μία φορά ήρθε στα όνειρά μου. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Της έκανα χώρο τραβώντας τα σκεπάσματα. <<Γράφεις; με ρώτησε.]

Κι εγώ συμπλήρώνω:

Είχε δυο μήνες περίπου από τη διάγνωση. Του είχαν δώσει οκτώ συνολικά. Το απόγευμα μείναμε οι δυο μας. Εκείνος στον καναπέ του σαλονιού κι εγώ στο ντιβάνι της κουζίνας. Έγραφα στο σημειωματάριό μου, συγκεντρωμένη. Δεν του είχα μιλήσει για πολλή ώρα. <<Τι γράφεις, πουλάκι μου;>> με ρώτησε. <<Ε, τίποτα, μπαμπά, κάτι χαζά>>.  Αυτό το ‘τι γράφεις, πουλάκι μου;’ ζει μέσα στο μυαλό μου κάθε φορά που γράφω είκοσι χρόνια τώρα. Με τύψεις που δεν του είχα πει την αλήθεια, ότι έγραφα για ένα τρένο της φυγής, που μας παίρνει και μας πάει μακριά σε δάση με δέντρα γυμνά, αλλά εμείς μέσα στην καμπίνα μας έχουμε όσα χρειαζόμαστε. Μελάνι, καφέ, φρέσκο μυρωδάτο χαρτί, ένα ζεστό κρεβάτι και το μυαλό μας γεμάτο.

Κλείνω με ένα ακόμη απόσπασμα του Δαββέτα (Αυτό που είναι θα γίνω, σ.122-123) για τον υπέροχο αυτό διάλογο που (πρέπει να) χτίζεται μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη.

[Συνήθως αρκούσε μία έκρηξή της από ασήμαντη αφορμή για να ετοιμάσω τον σάκο της απόδρασής μου: ένα ρολόι, ένα πλαστικό ποτήρι, μαχαιροπήρουνα, το μπλοκ ιχνογραφίας, μολύβια, ένα αθλητικό φανελάκι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ με τι κριτήρια είχα συμπεριλάβει όλα αυτά στη λίστα της μεγάλης φυγής, πάντως είχα φροντίσει σε χρόνο ανύποπτο να τα έχω όλα σε ένα συρτάρι εκτάκτου ανάγκης όπως το είχα βαφτίσει και σχεδόν αμέσως με τον πρώτο καυγά τα τοποθετούσα στον σακο. Ύστερα της φώναζα ‘φεύγω, μη με περιμένεις’ και έκλεινα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος με δύναμη. Πάντα επέστρεφα μετά τα μεσάνυχτα […].

Νίκος Δαββέτας

Η Δεσμοφύλακας

Εκδ. ΠΑΤΆΚΗ

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Λιγεία | Ε.Α. Πόε – Τζ. Τ. Λαμπεντούζα


Απολαυστικό. Η μία Λιγεία (του Πόε) γνωστή, η άλλη (του Λαμπεντούζα), με εξέπληξε και με εντυπωσίασε και ως γραφή και ως φύση. Πρόκειται δηλαδή εδώ για μια έκδοση με δύο ομότιτλα διηγήματα που συνδέονται θεματικά.

Πολλά κοινά μπορεί να βρει κανείς ανάμεσα στις δύο Λιγείες και στη σχέση τους με τον άνδρα. Η Λιγεία, ένα πλάσμα -σε κάθε περίπτωση- από αλλού, ενσαρκώνει τον απόλυτο έρωτα και αναδεικνύει τα θολά όρια μεταξύ του έρωτα και του θανάτου.

Κάθε Λιγεία αφήνει ένα τόσο βαθύ υπαρξιακό σημάδι, που και οι δύο ήρωες των ιστοριών απομονώνονται σταδιακά από την καθημερινή, πεζή πραγματικότητα και αναζητούν την ανάμνηση μιας ιδανικής, απόκοσμης αγάπης που κανένας κοινός θνητός έρωτας δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

Ο Πόε, απόλυτα πιστός στο γοτθικό και στον ρομαντισμό. Ο Λαμπεντούζα, στον κλασικισμό και στον ρομαντισμό. Ενώ η Λιγεία του Πόε κινείται στο σκοτάδι και στο μακάβριο, η Λιγεία του Λαμπεντούζα βγαίνει στο φως της Σικελίας, με μόνες σκοτεινές στιγμές τα βαθιά νερά ή τις καταιγίδες, αλλά και τον ψυχισμό των ανδρών τελικά.

Το πιο βαθύ και άξιο προσοχής συνδετικό στοιχείο των διηγημάτων, για μένα, είναι τα δόντια.

Εξαιρετική ποιότητα έκδοσης και μεταφράσεων.

Ένα απόσπασμα που μου άρεσε πάρα πολύ, από τη Λιγεία του Λαμπεντούζα:

<<Το καφενείο ήταν ένα είδος Άδη, όπου συνωστίζονταν ανεμικά φαντάσματα απόστρατων αξιωματικών, συνταξιούχων δικαστικών και καθηγητών. Αυτοί οι ανυπόστατοι ίσκιοι έπαιζαν ντάμα ή ντόμινο βυθισμένοι σε ένα ασθενικό φως, που τη μέρα το έκαναν ασθενικότερο οι γύρω στοές και τα σύννεφα, και τη νύχτα τα πελώρια πράσινα σκίαστρα τον πολυελαίων. […] Ήταν ένα πραγματικό Λίμπο.>>


<<Λιγεία>> (Δύο ομότιτλα διηγήματα)
Συγγραφείς: Edgar Allan Poe, Giuseppe Tomasi di Lampedusa
Πρόλογος: Franz Kafka
Μεταφραστές (αντίστοιχα):
Τζένη Μαστοράκη, Νάσος Βαγενάς
Εκδόσεις Στιγμή

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Toten-insel | August Strindberg

Arnold Böklin, Νησί των Νεκρών (τρίτη εκδοχή), 1883, Alte Nationalgalerie, Βερολίνο.

Το Toten-insel του August Strindberg το επέλεξα, αρχικά, λόγω του πίνακα στο εξώφυλλο. Ο Arnold Böklin είναι ο αγαπημένος μου ζωγράφος και αυτός είναι ο διάσημος πίνακάς του ‘Το Νησί των Νεκρών’ που αποτέλεσε την έμπνευση για αυτό το θεατρικό.

Πρόκειται για ένα συμβολικό ονειρόδραμα, ένα kammarspel (<<έργο δωματίου>>). Όπως πληροφορήθηκα από την εισαγωγή του βιβλίου, αυτά τα έργα δωματίου ήταν εμπνευσμένα από τη μουσική δωματίου, γι’ αυτό και είχαν μία μουσική δόμηση, ενώ η υπόθεση περιελάμβανε πάντα λίγα πρόσωπα.

Το έργο πραγματεύεται τη μεταθανάτια εμπειρία. Ο νεκρός, οδεύοντας προς τον Κάτω -ή τον Άλλο- κόσμο βασανίζεται ακόμα από τα γήινα και καθημερινά. Το δράμα εδώ είναι η συνειδητοποίηση πως ο θάνατος δεν λυτρώνει από τα ψυχικά βάρη της ζωής, αλλά ο νεκρός τα κουβαλάει μαζί του.

Διακόπτεται όμως απότομα. Υπάρχουν μόνο δύο ολοκληρωμένες σκηνές (η δεύτερη -και τελευταία- μάλιστα, κλείνει με τον ήλιο του μεσονυχτίου, υπέροχος συμβολισμός) και η εισαγωγική σκηνική οδηγία για την τρίτη, που αποτυπώνει και τον πίνακα, με θάλασσα, πράσινα δέντρα κι έναν μαρμάρινο ναό. Ο δημιουργός, δηλαδή, κάποια στιγμή έχασε το ενδιαφέρον του για την ολοκλήρωση του έργου και ίσως και για τη ζωή γενικότερα, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή.

Αναρωτήθηκα, προφανώς, γιατί είναι τόσο γνωστό ένα τόσο ημιτελές έργο. Η απάντηση είναι πως ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του (1906). Έχει παιχτεί σε μεγάλα θέατρα, σε σχολές, αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι ο Ingmar Bergman ασχολήθηκε σκηνοθετικά μαζί του. Πρέπει μάλιστα να επηρεάστηκε αρκετά, αφού διαβάζοντας κανείς το θεατρικό είναι σαν να παρακολουθεί ταινία του Bergman.

Τα πρόσωπα, όπως ο Φύλακας, ο Δάσκαλος, ο Βαρκάρης, ο Νεκρός, αρχετυπικές μορφές, ήρωες-δοχεία, υπάρχουν για να σηματοδοτήσουν όλα τα στάδια της ζωής, του θανάτου και της μετάβασης. Ενδιαφέρουσα επίσης η επιρροή από τη θεολογία του Swedenborg.

Αυτή είναι η αυθεντική μορφή του ημιτελούς έργου, που μας έφεραν οι εκδόσεις Περισπωμένη. Με εξαιρετική αισθητική, βεβαίως, το χαρτί, το πολυτονικό, χαίρεσαι να διαβάζεις, να αγγίζεις, να μυρίζεις.


August Strindberg
TOTEN-INSEL
Μετάφραση: Μαργαρίτα Μελμπεργκ
Εισαγωγή: Μαρία Σεχοπούλου
Επίμετρο: Χρήστος Μαρσέλλος

Εκδόσεις Περισπωμένη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Το Άγριο Βιβλίο – Χουάν Βιγιόρο

Ένα πολύ γλυκό βιβλίο, για τη δύναμη της ανάγνωσης και τη σχέση του αναγνώστη με τα βιβλία, για τον μυστικό διάλογο, για το κομμάτι που αφήνουμε μέσα σε ένα βιβλίο όταν το κλείνουμε και τα ίχνη που αφήνει εκείνο μέσα μας.

Το κείμενο βαδίζει στις αφηγηματικές παραδοσιακές νόρμες του μαγικού ρεαλισμού της λατινικής αμερικής και της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Είναι ένα εφηβικό βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί από όλες τις ηλικίες.

<<Ο σκοπός της βιβλιοθήκης δεν είναι να διαβάσεις όλα τα βιβλία της, αλλά να μπορείς να τα συμβουλευτείς όποτε θέλεις. Τα βιβλία βρίσκονται εδώ σε περίπτωση που τα χρειαστείς>>.

Έχει έναν γλυκύτατο κεντρικό χαρακτήρα (Χουάν), ένα παιδί που χάνει την ασφάλεια του σπιτιού του, μία συμπρωταγωνίστρια (Καταλίνα) που έχει έναν διπλό ρόλο (το κορίτσι που ερωτεύεται ο Χουάν, και η σύντροφος στην περιπέτεια) και έναν ιδιόρρυθμο θείο (Τίτο) που αποτελεί την αυθεντία στην ιστορία, απολαυστικός και αρκετά κωμικός.

<<Οταν διαβάζεις, δεν βλέπεις ποτέ γράμματα* βλέπεις τα πράγματα που περιγράφουν τα γράμματα: ένα δάσος, ένα σπίτι… Τα βιβλία λειτουργούν ως καθρέφτης και ως παράθυρα. Είναι γεμάτα εικόνες>>.

Οι ιδιόρρυθμοι θείοι και θείες είναι ίσως για πολλούς από εμάς μία επιρροή καλή ή λιγάκι λοξή, για να στραφούμε προς την τέχνη, προς το μυστήριο, προς τα βιβλία, προς την εξερεύνηση του εαυτού. Ο συγγραφέας δομεί ένα ασφαλές περιβάλλον για ένα παιδί, που φεύγει από την ασφάλεια του σπιτιού του όταν οι οικογενειακές ισορροπίες διαταρράσσονται. Όμως είναι ένα περιβάλλον εξερεύνησης – ένα υποκατάστατο που το βοηθά να δυναμώσει και να μεγαλώσει.

Μια ιστορία ενηλικίωσης, ωρίμανσης, για τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί / ένας έφηβος μπορεί να διαχειριστεί το τραύμα, μία δύσκολη οικογενειακή κατάσταση, και να τη μετατρέψει σε δύναμη, σε προσωπικότητα, σε ανακάλυψη με τη βοήθεια μιας βιβλιοθήκης – γιατί, δυστυχώς ή ευτυχώς, οι γονείς μας δεν είναι πάντα αυτοί που μας δείχνουν τον δρόμο. Διότι δρόμος σημαίνει απομάκρυνση, ταξίδι, και δεν είναι όλοι έτοιμοι να δεχτούν κάτι τέτοιο.

Μου θύμισε τη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ του
Jorge Luis Borges (εδώ βέβαια έχουμε κάτι πιο βαρύ φιλοσοφικό και μεταφυσικό), το Χάρτινο Σπίτι του Κάρλος Μαρία Ντομίνκες, Τη Σκιά του Ανέμου, του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, όπου η ιστορία ξεκινά με το «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων», αλλά και την Πόλη των Θηρίων, της Ιζαμπέλ Αλιέντε, με την ιδιόρρυθμη γιαγιά που παρασέρνει τον εγγονό της σε μια απίστευτη περιπέτεια.

<<Τα βιβλία είναι πιο σημαντικά από τους συγγραφείς. Τα καλύτερα φαίνεται πως γράφτηκαν μόνα τους>>.

Το Άγριο Βιβλίο
Χουάν Βιγιόρο
Μτφρ. Χριστίνα Φιλήμονος
Εκδ. Carnivora

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Η Τελειότητα | Vincenzo Latronico

Mετάφραση: Δήμητρα Δότση |Eκδόσεις: Loggia

Σχεδόν δυστοπικό. Μια φωτεινή δυστοπία καμουφλαρισμένη σε ευτοπία. Το φοβόμουν αυτό το βιβλίο, λόγω της διαφορετικότητάς του από τις νόρμες αφήγησης, αλλά έχω εμπιστοσύνη στη μεταφράστρια. Λέω, για να το διάλεξε η Δότση, κάτι έχει. Αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ήρωες vessels, δοχεία δηλαδή, που σημαίνει πως δεν έχουν κάποια προσωπικότητα, ταυτότητα, ιδιοσυγκρασία. Συνήθως κάτι τέτοιο το βλέπουμε στον μαγικό ρεαλισμό. Θα μπορούσαν να είναι οποιοιδήποτε. Γι’ αυτό και απουσιάζει παντελώς ο διάλογος. Η Άννα και ο Τομ αποτελούν περισσότερο μία οντότητα, ένα μοτίβο, παρά χαρακτήρες. Δυστυχώς, δεν είναι υπερβολή εδώ να παρατηρήσω πως υπάρχουν όντως τέτοιοι άνθρωποι: χαμένοι, αφομοιωμένοι, χωρίς σκοπό. Ζουν μια ζωή που φαντάζει αισθητικά τέλεια, γεμάτη ταξίδια, design αντικείμενα, ψηφιακή αναγνώριση. Ακόμα και όταν επιλέγουν να αλλάξουν την καθημερινότητά τους, η πλήξη τούς ακολουθεί παντού.

Η έλλειψη του προσωπικού σκοπού, η αδυναμία της ενδοσκόπησης και η απώλεια της εμπειρίας – αφού η πράξη αντικαθίσταται με την ψηφιακή αναπαράσταση, κάτι σαν σκηνικό αντί για πραγματική ζωή – οδηγεί σε μια υπαρξιακή στασιμότητα, δημιουργεί ένα ανοιχτό στόμα, κατασκότεινο, ένα εσωτερικό κενό.

Αν διαβάσεις αυτό το βιβλίο περιμένοντας κάποια πλοκή, το διαβάζεις λάθος. Δεν υπάρχει κλιμάκωση, δεν οδηγεί σε λύτρωση, δεν οδηγεί σε κάθαρση. Είναι βιβλίο-καθρέφτης, είτε στραμμένος προς τα εσένα είτε στραμμένος απλά στην εποχή, ένας φακός που θα σε βοηθήσει να δεις κάποια πράγματα πιο προσεκτικά.

Οι χρόνοι είναι άλλο ένα ενδιαφέρον κομμάτι. Ένας Παρατατικός που αφήνει μια επίγευση αέναης επανάληψης. Προκαλεί δυσφορία – αλλά μπορεί έτσι να το βίωσα εγώ. Ωστόσο, παρά την επανάληψη υπάρχει στασιμότητα. Το βιβλίο κλείνει με Μέλλοντα σε χρήση πρόδρομης αφήγησης, κάτι που χρησιμοποιούμε όταν μιλούμε για βεβαιότητα βάσει συνήθειας. Άρα, η συνέχεια είναι προδιαγεγραμμένη – μια υπαρξιακή δυστοπία.

Ο Vincenzo Latronico δημιουργεί -όχι άθελά του- μια λογοτεχνική κοινωνιολογική μελέτη, με ενδιαφέρουσα δομή αφήγησης, ήρωες που δεν είναι ήρωες, και χρόνους που δεν είναι χρόνοι. Απολαυστική λογοτεχνία σε μια meta εποχή.

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Ο Κηπουρός και ο Θάνατος | Georgi Gospodinov

Πρωτοέμαθα για αυτό το βιβλίο κάποιους μήνες πριν την κυκλοφορία του, σε μια από τις εξαιρετικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης με καλεσμένους συγγραφείς που μιλούν για το έργο τους. Είχα ξανακούσει τον συγγραφέα να μιλάει στη ΔΕΒΘ, αλλά η συζήτηση με την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου – τη μεταφράστρια του για τις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του-, εκείνο το απόγευμα στο Μέγαρο, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια πραγματική εμπειρία ζωής, μια απόλυτη κατάθεση ψυχής. Μίλησε πολύ για τον πατέρα του και για την οικογένειά του και πολλές φορές ένιωσα ότι οι ζωές μας ενώνονται. Θα πρέπει να το ένιωσαν και άλλοι άνθρωποι μέσα στην αίθουσα, γιατί δεν είναι παράξενο οι ζωές των ανθρώπων να ταυτίζονται και να ενώνονται. Όλοι περνάμε τις ίδιες χαρές και τις ίδιες λύπες αργά ή γρήγορα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο άνοιγε την καρδιά του αυτός ο άνθρωπος, εκφράζοντας τα κατάβαθα με τον πιο γλυκό τρόπο, ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινος – σχεδόν υπερβατικός. Εκεί λοιπόν ανακοινώθηκε ότι <<Ο Κηπουρός και ο Θάνατος>> ετοιμάζεται από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ήξερα ότι είναι κάτι που με αφορά. Και έτσι ακριβώς ένιωσα διαβάζοντάς το.

Δεν πρόκειται για μυθοπλασία, δεν υπάρχει τίποτα μυθοπλαστικό σε αυτό το βιβλίο. Δεν είναι μαγικός ρεαλισμός, κι όμως ο θάνατος είναι μαγικός ρεαλισμός για εμάς τους ανθρώπους. Ανοίκειος, παράδοξος.

Ο Gospodinov καταπιάνεται με το πλέον δύσκολο θέμα, χωρίς να το τραγικοποιεί, αλλά ούτε και να το ωραιοποιεί. Ο αργός θάνατος του καρκινοπαθή πατέρα, ο οποίος ξεκινά, όπως λέει, τη μέρα της διάγνωσης. Πρώτος θάνατος. Συνεχίζεται, μακρύς, ένα πένθος που ξεκινά πολύ πριν την απώλεια. Οι τελευταίες κινήσεις –η τελευταία φορά που ανεβαίνει τη σκάλα, το τελευταίο φρούτο που τρώει, το τελευταίο δελτίο ειδήσεων που παρακολουθεί–, τα τελευταία λόγια, οι εκκρεμότητες, ό,τι πασχίζει να κρατήσει όσο προλαβαίνει η κάθε πλευρά. Η ασθένεια επιταχύνει τις ανείπωτες συζητήσεις. Μαθαίνεις να μετράς αλλιώς τον χρόνο.

Αυτός ο συγγραφέας τολμάει πολύ γενναία να βάλει τη ζωή του μέσα στα βιβλία του, το παρελθόν του, τα βιώματά του, την παιδική του ηλικία, τις αδυναμίες του, όλους τους φόβους του. Το κάνει και στο Περί Φυσικής της Μελαγχολίας. Ο αναγνώστης δεν ταυτίζεται με τον ήρωα αλλά με τον ίδιο τον συγγραφέα εδώ. Δεν υπάρχει αφηγητής, ήρωες, πλοκή, κλιμάκωση, όλα είναι η αποτύπωση της ίδιας της ζωής, χωρίς όμως εκπτώσεις στη λογοτεχνικότητα.

Αν δεν έχει βιώσει κάποιος την απώλεια του πατέρα –έχει σημασία, του πατέρα, και όχι της μητέρας–, μπορεί να τρομοκρατηθεί με αυτό το βιβλίο, μπορεί όμως και να παρηγορηθεί, ότι «να, κοίταξε, έτσι συμβαίνει με όλους. Το έχουν ζήσει κι άλλοι, έτσι γίνεται, αυτό παθαίνεις, έτσι το περνάς. Αφού μπόρεσα εγώ, θα μπορέσεις κι εσύ». Ισορροπεί τις ποιότητες της ζωής, δεν γίνεται γραφικός ή μίζερος, αφήνει στον θάνατο τη μεγαλοπρέπεια της σιωπής.

Όλοι μιλούν για το πώς να μείνουμε νέοι. Δεν μας μαθαίνει κανείς πώς να γερνάμε, λέει. Τα μαθαίνουμε όλα εκτός από αυτό. Και είναι το μόνο αναπόφευκτο. Δεν ξέρουμε πώς να πενθούμε. Δεν θα μας το πει κανένα εγχειρίδιο, γιατί είναι πολύ βαθύ. Δεν θα μας το πει κανένας γιατρός, γιατί είναι πέρα από αυτόν. Δεν θα μας το πει κανένας τόσο καταπραϋντικά, τόσο αληθινά, όσο η λογοτεχνία.

«Λες τα λουλούδια να είναι τα μυστικά περισκόπια των νεκρών που βρίσκονται από κάτω και παρατηρούν τον κόσμο μέσα από τα κοτσάνια τους;» Ο πατέρας-κηπουρός που σπέρνει τη ζωή και στο τέλος γίνεται ο κήπος όπου ζούμε και αναπνέουμε. Αυτός ο κήπος που διασώζει την παιδική μας ηλικία. Γιατί, αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι τι μας αφήνει ένας θάνατος.

“Ο κηπουρός και ο θάνατος”
Georgi Gospodinov
Εκδόσεις Ίκαρος
Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Η ιστορία του χαρταετού

Το πέταγμα του χαρταετού είναι ένα έθιμο που μας ήρθε από πολύ μακριά και, όπως τα περισσότερα, έχει να κάνει με τον κύκλο των εποχών και την υποδοχή της άνοιξης – που ήταν πολύ σημαντική για την επιβίωση των αρχαίων πολιτισμών. Βλέπουμε πώς τα έθιμα και οι τελετουργίες επιβιώνουν, ταξιδεύουν, προσαρμόζονται και υιοθετούνται. Εδώ όμως φαίνεται πως δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με συμβολισμούς, αλλά και με μια έξυπνη αρχαία ευρεσιτεχνία / τεχνολογία.

Ο Κινέζος στρατηγός Han Xin, περίπου στο 200 π.Χ. πέταξε έναν χαρταετό, ώστε να μετρήσει με τον σπάγκο την απόσταση από το στρατόπεδό του μέχρι τα τείχη της πόλης που πολιορκούσε, για να μπορέσουν οι εργάτες να σκάψουν σήραγγες στις σωστές διαστάσεις. Στην Κίνα και τη Μαλαισία από τότε κατασκευάζονταν σε θρησκευτικά έθιμα οι πρώτοι χαρταετοί, με τη μορφή δράκου, από μετάξι και καλάμι μπαμπού. Μάλιστα, κρεμούσαν ευχές και προσευχές επάνω τους για να ταξιδέψουν ψηλά στους θεούς.

Πίνακας ζωγραφικής από την Αυτοκρατορική Συλλογή της Δυναστείας Τσινγκ. Πεκίνο: Palace Museum Press 1994.

Το φεστιβάλ Basant Panchami της Ινδίας (τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα),  γιορτάζεται την άνοιξη (Vasanta) και σχετίζεται με την ανανέωση, τη χαρά και την υποδοχή της άνοιξης. Όλοι φορούν κάτι κίτρινο, διακοσμούν τα σπίτια και τους ναούς με κίτρινα άνθη σιναπιού, και τρώνε κίτρινες τροφές (με κουρκουμά, κάρι κ.λπ.).

Έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι γιορτάζεται κάθε χρόνο την πέμπτη ημέρα του ινδουιστικού σεληνιακού ημερολογιακού μήνα Μάγκα, ο οποίος συνήθως πέφτει στα τέλη Ιανουαρίου ή Φεβρουαρίου, δηλαδή 40 μέρες πριν την άνοιξη. Η άνοιξη είναι γνωστή ως ο «Βασιλιάς όλων των εποχών».

Στο Βασάντ Παντσάμι ο καιρός είναι γενικά χειμωνιάτικος στη βόρεια Ινδία και περισσότερο ανοιξιάτικος στις κεντρικές και δυτικές περιοχές, γεγονός που υποστηρίζει την πεποίθηση ότι η άνοιξη φτάνει στο αποκορύφωμά της σαράντα ημέρες μετά το φεστιβάλ. Στην περιοχή του Punjab, το φεστιβάλ ονομάζεται φεστιβάλ Basant των Χαρταετών. Το πέταγμα χαρταετού είναι επίσης παραδοσιακό στη δυτική Ινδία στο Uttarayan, στη Mathura στο Viskwakarma Puja και στη νότια Ινδία.

Πέταγμα χαρταετού κατά τη διάρκεια των εορτασμών Basant Panchami.

Γύρω στο 1400 μ.Χ. Ευρωπαίοι εξερευνητές που ταξιδεύουν στις χώρες της Ασίας φέρνουν τους χαρταετούς στην Ευρώπη.

Γλυπτό «Πετώντας Χαρταετούς» του Gerhard Brandes (1963) στο Άλστερ, Αμβούργο, Γερμανία
La cometa (1778) Francisco Goya, Museo del Prado

Υπάρχει και η άποψη ότι η ύπαρξη του χαρταετού στη Μεσόγειο ανάγεται στα πειράματα του αρχαίου Έλληνα Πυθαγόρειου φιλοσόφου και ιδρυτή της μαθηματικής μηχανικής, Αρχύτα (428-347 π.Χ.), ο οποίος λέγεται ότι σχεδίασε και κατασκεύασε ένα ξύλινο αυτόματο σε σχήμα πουλιού.

Ανακατασκευή του ιπτάμενου περιστεριού του Αρχύτα, Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Κοτσανά, Αθήνα


Στην Αμερική ο Benjamin Franklin το 1752, για να αποδείξει ότι η αστραπή είναι ηλεκτρικό φαινόμενο, πέταξε έναν χαρταετό, κατά τη διάρκεια καταιγίδας, με ένα μεταλλικό κλειδί στη βάση του σπάγκου, το οποίο με τη βροχή έγινε αγώγιμο, μεταφέροντας στατικό ηλεκτρισμό από τα σύννεφα σε ένα δοχείο.

Ο Βενιαμίν Φράνκλιν σχεδιάζει ηλεκτρισμό από τον ουρανό, μια καλλιτεχνική απόδοση του πειράματος του Φράνκλιν με τον χαρταετό, ζωγραφισμένο από τον Μπέντζαμιν Γουέστ, περίπου το 1816

Από τον 19ο αιώνα έγινε παιδικό παιχνίδι. Στην ελληνοχριστιανική παράδοση και το έθιμο της Καθαράς Δευτέρας, το πέταγμα του αετού συμβολίζει το πέταγμα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Δημιουργό της, την ημέρα που ξεκινά η νηστεία της Σαρακοστής, δηλαδή την ημέρα που ξεκινά η πνευματική και σωματική μας κάθαρση. Με τη διαδικασία αυτή, ερχόμαστε πιο κοντά στον Θεό. Οι χαρταετοί φτιάχνονται σε τεράστια ποικιλία σχημάτων. Παραδοσιακό σχήμα στην Ελλάδα είναι αυτό με τον εξάγωνο σκελετό από ελαφρύ καλάμι και ρυζόχαρτο ή χαρτί αφής.

Ο λεπτός χειρισμός του χαρταετού, να εκμεταλλευτείς τους ανέμους τραβώντας τον σπάγκο αλλά και απελευθερώνοντας για να πάει πιο ψηλά, είναι μια μεταφορά για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής, που απαιτεί μια ισορροπία μεταξύ της απελευθέρωσης και της διατήρησης του ελέγχου. Η αυτοσυγκράτηση και ο λεπτός χειρισμός, πάντως, είναι χαρακτηριστικά στις χειροτεχνίες και τη φιλοσοφία των Κινέζων μέχρι σήμερα.

πηγές:

https://en.wikipedia.org/wiki/Han_Xin

http://www.chinaknowledge.de/History/Han/personshanxin.html

https://en.wikipedia.org/wiki/Vasant_Panchami

https://en.wikipedia.org/wiki/Archytas

https://www.worldhistory.org/article/606/greek-mathematics/

https://en.wikipedia.org/wiki/Kite_experiment

https://fi.edu/en/science-and-education/benjamin-franklin/kite-key-experiment

«Τι λέει ο Γκάντι» – κάποιες σκέψεις

Διαβάζοντας το βιβλίο Τι λέει ο Γκάντι για τη μη βία, την αντίσταση και το θάρρος (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδόσεις Σάλτο, σειρά Κάλλιστος) του Νόρμαν Φίνκελσταϊν, με έκπληξη διαπίστωσα ότι το συνολικό έργο του Μαχάτμα Γκάντι ανέρχεται σε κάπου εκατό τόμους. Ποιος αλήθεια από μας έχει διαβάσει έστω δυο-τρεις τόμους από αυτό το έργο; Οι περισσότερες γνώσεις μας για τον Γκάντι προέρχονται από σποραδικές αναφορές, άρθρα στον τύπο, αποσπάσματα σε βιβλία ή, χειρότερα, από τσιτάτα σε social media. Ο Φίνκελσταϊν επισημαίνει πως τα κηρύγματα του Γκάντι είναι γεμάτα οφθαλμοφανείς αντιφάσεις και διαποτίζονται από μια θρησκευτική πίστη που δεν επιδέχεται πάντα ορθολογική ανάλυση.

Προφανώς και ένα τόσο τεράστιο έργο θα περιέχει αντιφάσεις. Περιέχει προσωπικές πεποιθήσεις, αναθεωρήσεις, ωστόσο δεν μπορούμε να μη δεχτούμε πως παρέμεινε ακλόνητος στις θεμελιώδεις του πεποιθήσεις ακόμα και την περίοδο που δοκιμάστηκε στα άκρα. Σύμφωνα με τον Φίνκελσταϊν, το έργο του Γκάντι ωρίμασε κατά το 1930 με 1947, όταν το δόγμα του τέθηκε στη σκληρότερη δοκιμασία του – κι έτσι ωρίμασε και η σκέψη του.

ΜΗ ΒΙΑ -ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΑΓΑΠΗ- ΑΛΗΘΕΙΑ: Άραγε μιλάμε για μια ουτοπική πράξη, μια πράξη που δεν μπορεί να υλοποιηθεί στον κόσμο αυτόν, μια πράξη που είναι σχεδόν αφύσικη προς τη φύση του ανθρώπου –τουλάχιστον έτσι όπως έχει εξελιχθεί; Μυθολογίες και κείμενα θρησκευτικά λένε πως ο άνθρωπος ξεκίνησε σε μια κοινωνία μη βίας, έλλειψης πόνου, θανάτου και κακού, πριν από μια «πτώση», μια μετάβαση. Από τότε, προσπαθεί να επιστρέψει εκεί. Το θέμα είναι όμως ότι ψάχνει τον «παράδεισο», την ιδανική εκείνη προ-πτωτική κατάσταση, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι τόπος και προορισμός, αλλά εσωτερική διαδικασία μεταμόρφωσης.

Η παιδαγωγική του Γκάντι

«Ο νόμος της αγάπης», δηλώνει ο Γκάντι, «κυβερνά την ανθρωπότητα. Αν ήταν αλλιώς, δεν θα υπήρχαμε ακόμα εδώ. Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα επιβιώνει, δείχνει πως η συνεκτική δύναμη είναι μεγαλύτερη από τη διασπαστική. Αν δηλαδή η βία και το μίσος μάς κυβερνούσαν», λέει, «θα είχαμε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό». Ένα αιώνιο παιδί; Κάποιος που διατήρησε την προ-πτωτική σκέψη, σε μια νηπιακή στάση ζωής; Ή ένας αληθινός παιδαγωγός, ένας μοναδικός διδάσκαλος; «Η πίστη του Γκάντι στην έμφυτη καλοσύνη της ανθρωπότητας μπορούσε να φτάνει στα όρια της ευπιστίας», λέει ο Φίνκελσταϊν. Το ‘40 έγραφε «αρνούμαι να πιστέψω ότι οι Γερμανοί ως έθνος δεν έχουν καρδιά ή έχουν αξιοσημείωτα λιγότερη από τα υπόλοιπα έθνη της γης». Και συνεχίζει «πρέπει να επιμείνω στην πίστη μου στη δυνατότητα ακόμη και των πιο εξαχρειωμένων να ανταποκριθούν στη μη βία.» […] «Κάποιοι λένε ότι η Satyagraha (η φιλοσοφία και η μέθοδος της μη βίαιης αντίστασης) δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα απέναντι σε ένα πρόσωπο που δεν διαθέτει αίσθηση της ηθικής. Διαφωνώ με αυτό. Η πιο πέτρινη καρδιά πρέπει να λιώσει αν είμαστε αληθινοί και έχουμε υπομονή. Έχω γνωρίσει ανθρώπινα τέρατα από τα νεανικά μου χρόνια. Έχω διαπιστώσει ότι, ακόμα και αυτά, δεν είναι ανεπίδεκτα λύτρωσης, αν ξέρουμε πώς να αγγίξουμε τη σωστή χορδή στην ψυχή τους».

Εντοπίζουμε έντονη παιδαγωγική προσέγγιση στον Γκάντι, αφού και στις παιδαγωγικές μεθόδους αυτό που κάνουμε για τα παιδιά που δεν συνεργάζονται, που είναι επιθετικά, αντιδραστικά, είναι να βρούμε τι ακριβώς είναι αυτό που θα τα ευαισθητοποιήσει και θα τους ενεργοποιήσει τη διάθεση συνεργασίας και καλής συμπεριφοράς. Έβλεπε άραγε τους ισχυρούς του κόσμου ως ανώριμα παιδιά που παίζουν άτακτα το παιχνίδι τους και τα θέλουν όλα δικά τους; Παιδιά που τους έχει λείψει η αγάπη;

Πόλεμος και πολιτική

Ο Γκάντι δεν ενδιαφερόταν μόνο για την πολιτική ανεξαρτησία. Ενδιαφερόταν για την εσωτερική ελευθερία. Και αυτή, πίστευε, ξεκινά από την παιδεία. Στο έργο του Hind Swaraj ή Indian Home Rule (1909), υποστηρίζει ότι μια κοινωνία δεν είναι πραγματικά ελεύθερη αν απλώς αλλάξει κυβερνήτες. Πρέπει να αλλάξει νοοτροπία.

Πίστευε ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει είναι απλώς μάθηση γνώσεων, εξειδίκευση και διεκπεραίωση, αλλά καλλιέργεια χαρακτήρα, ψυχής και πρακτικής ζωής. Έχει να κάνει με την «ολοκληρωμένη ανάπτυξη των καλύτερων δυνατοτήτων του ανθρώπου –σώμα, νους και πνεύμα.» Αυτή η προσέγγιση συνδέεται άμεσα με την πολιτική του: η εκπαίδευση πρέπει να κατασκευάζει ανθρώπους με ηθική και συνείδηση, όχι απλώς εργαλεία παραγωγής γνώσεων που μεγαλώνοντας θα γίνουν απλά εξειδικευμένοι επαγγελματίες και ρόλοι σε μια συγκεκριμένη θέση.

Όσο για τον πόλεμο, ο Γκάντι θεωρούσε πως είναι ηθική αποτυχία της ανθρωπότητας. Η μη βία δεν ήταν απλώς στρατηγική, αλλά αποτέλεσμα ηθικής παιδείας. Αν η εκπαίδευση διαμορφώνει ηθικά πρόσωπα, τότε αυτά τα πρόσωπα θα παράγουν μη βίαιη πολιτική. Αν οι κοινωνίες εκπαιδεύονται στον ανταγωνισμό και την κυριαρχία, θα οδηγηθούν στη σύγκρουση. Αν εκπαιδεύονται στην αλήθεια και τη συνεργασία, θα δημιουργήσουν ειρήνη.

Η πολιτική του ρητορική λοιπόν είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα. Δεν καλούσε απλώς σε αντίσταση. Καλούσε σε εσωτερική μεταμόρφωση.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Το Μαύρο Καράβι | Νίκολα Πουλιέζε

Μετάφραση: Δήμητρα Δότση | Εκδόσεις Loggia, 2024

Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα τέτοιο μικρό βιβλίο, που ξέρω ότι η
έκτασή του δεν μαρτυρεί τις αναγνωστικές του διαστάσεις, χαμογελώ
ικανοποιημένη. Πολλά από τα αγαπημένα μου βιβλία εξαντλούνται στον
αριθμό των όχι άνω των 100 σελίδων. Όσο για τον συγγραφέα του, είναι ένα
από εκείνα τα αινίγματα, τους ήσυχους ανθρώπους, που γράφουν ένα-δύο
βιβλία κι έπειτα αυτοκτονούν ή χάνονται κάπου στον χάρτη να ζήσουν
αόρατοι. Ο Πουλιέζε έκανε το δεύτερο.

Στο Μαύρο Καράβι διαβάζουμε μια λυρική, καυστική και φανταστική απόδοση
μιας Νάπολης που μαστίζεται από έναν βιβλικό κατακλυσμό. Οκτώ σύντομα
αλλά πυκνά πεζά, ποικίλης ποιότητας, που αποδεικνύουν έναν πεζογράφο
που χειρίζεται καλά τα εργαλεία της τεχνικής της γραφής, με όχι ωστόσο
μεγαλεπίβολα θέματα. Ο Πουλιέζε φτιάχνει μεγάλες προτάσεις,
αναμειγνύοντας τη συνείδηση με διαλόγους και σκέψεις αλλά και τη φωνή του
αφηγητή. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του. Πολλές φορές φέρνει τον
αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας, ο καθένας ερμηνεύει
τα γεγονότα όπως θέλει.

Η γλώσσα του ονείρου, του μαγικού ρεαλισμού, του αλλόκοτου –περισσότερο
αισθητή στο πρώτο διήγημα βέβαια– έχει μεγάλες προκλήσεις. Ενέχει τη
μεγάλη πρόκληση της γλωσσικής απόδοσης του ανοίκειου. Η
Δήμητρα Δότση σίγουρα κατάφερε, πρώτον, τη διαχείριση της σύνταξης στις
τεράστιες προτάσσεις του Πουλιέζε και, δεύτερον, την απόδοση και
διασφάλιση της εύθραυστης αυτής γλώσσας. Γι’ αυτό λέω πάντα ότι ο
μεταφραστής της λογοτεχνίας είναι δυο φορές αναγνώστης και δυο φορές
συγγραφέας.

Ευλαμπία Τσιρέλη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Ντουέντε | Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Μετάφραση: Ολυμπία Καράγιωργα | Εκδόσεις: Εστία, 7η έκδοση 2018

Σε αυτό το μικρό και θαυματουργό βιβλίο ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα επιχειρεί να περιγράψει με λέξεις αθάνατου θνητού το ντουέντε.

Το ντουέντε το γνώρισα και το βίωσα πρώτα από όλα στο φλαμένκο. Ήταν μία δύναμη μαύρη που ερχόταν βαθιά μέσα από τη γη, διαπερνούσε το σώμα σαν ξυράφι και έβγαινε σαν κραυγή από τις κινήσεις ή με πηχτά δάκρυα μαζί με χαμόγελο όμως. Ένας φοβερός συνδυασμός που έπαιρνε όλους τους πόνους και τους μετουσίωνε σε μια σωματική κραυγή. Στην ποίηση, όποτε υπάρχει, βγαίνει βουβό και είναι σαν μαύρος χυλός που βράζει και σε καίει βαθιά.

Ο Λόρκα μάς αφηγείται όλη την ιστορία του ντουέντε, πώς αναδύθηκε από τη γη στους πρώτους μουσικούς του Κάντιθ, πώς υπάρχει στους μουσικούς, στους χορευτές, στους ζωγράφους και στους ποιητές, ακόμα και στους ταυρομάχους, γιατί υπάρχει, αλλά και πότε δεν υπάρχει και είναι απλά ο άγγελος ή η μούσα (τελείως διαφορετικοί τρόποι).

Το ντουέντε δεν διδάσκεται και δεν προκαλείται. Δεν υπάρχουν οδηγίες. Το ντουέντε είτε το αντιλαμβάνεσαι είτε όχι. Είναι αυτό που διακρίνει το έργο από το αριστούργημα, είναι αυτό το παραπάνω που τρέπει το δημιούργημα σε δημιουργική δύναμη και οδηγεί τα πνεύματα και φέρνει επαναστάσεις.

Ξεχωρίζω την εξής περιγραφή από το βιβλίο:

<<Το ντουέντε δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα.

Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το ντουέντε προκαλεί τον δημιουργό σε μία αντρίκια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Και ενώ η μούσα και ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με τον διαβήτη τους, το ντουέντε πληγώνει και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου>>.

Η μετάφραση της Ολυμπίας Καραγιώργα είναι θαρραλέα και γεμάτη ποιητικότητα.

Ευλαμπία Τσιρέλη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]