Σαράκι | Λάιλα Μαρτίνεθ

Η ιστορία μιας εγγονής, της μαμάς της και της γιαγιάς της σε ένα σπίτι που αφομοιώνει και ενσαρκώνει, σαν ζωντανό τέρας, διαγενεακά τραύματα και μυστικά. Ενδιαφέρουσα η μετουσίωση του μοτίβου του τρόμου της ντουλάπας και του μπαμπούλα σε “σαράκι”.

Είναι σίγουρα μια ιστορία προσωπικής εκδίκησης που όμως συνυφαίνεται με μια συλλογική μνήμη-τραύμα. Εκδικείται ο αδικημένος. Δεν θα το ονόμαζα απόλυτα φεμινιστικό τρόμο, αλλά ταξικό. Σαφώς και κριτικάρει την πατριαρχία, αλλά και τη φτώχια και την ταξική αδικία. Το πώς γενεές πλουσίων καταδυναστεύουν τους φτωχούς. Και οι άντρες υποφέρουν εδώ – υπό το πολιτικό πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου και της δικτατορίας του Φράνκο, καταδυναστεύοντας τις γυναίκες με τον χειρότερο τρόπο.

Κοινωνικός τρόμος με στοιχεία λαϊκής (folk) μαγείας, μαγικός ρεαλισμός σίγουρα, ωστόσο όλα υπηρετούν την ιστορία και όχι το αντίθετο. Μου άρεσε πολύ που έπαιξε με τα όρια της ηθικής αλλά και με το ότι η δυστυχία δεν είναι ‘προνόμιο’ των φτωχών.

Μου άρεσε πολύ η ατμόσφαιρα, ήταν αποκρουστική σε σημεία, αλλά είχε κάτι το γοητευτικό, σου έδινε μια άρρωστη ικανοποίηση, μια αίσθηση δικαίωσης.

Γλώσσα αυθεντική, σε σημεία σου έστριβε το στομάχι με την αμεσότητά της. Πολύ ωραία απόδοση από την Ασπασία Καμπύλη, με κάτι κρακρακρά και ραραρά, διέσωσε νομίζω την ψυχή του πρωτοτύπου. Έκταση ιδανική (για μένα), η έκταση που έχουν τα βιβλία που λένε πολλά με λίγα, χωρίς να πλατειάζουν πουθενά, χωρίς να λείπει ούτε να περισσεύει τίποτα.

Κι επειδή συνήθως φτιάχνω παρέες ιστοριών στο μυαλό μου, θα το έβαζα να κάνει παρέα με το Πέδρο Πάραμο και το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα.

Αγαπημένα αποσπάσματα:
<< […] αφού σε τούτο το σπίτι δεν έχει πολλά να κάνεις, πέρα από το να σιγοβράζεις την οργή στα σωθικά σου.>>

<<Δεν είχε πει τίποτα, επειδή σε τούτο το χωριό, εκτός από τιποτένιοι, είναι και δειλοί και δεν σου λένε τίποτα κατά πρόσωπο παρά μόνο αν μαζευτούν πεντ’ έξι μαζί.>>

<<Ο πατέρας μου ήξερε ότι στο χρήμα αρέσει η τάξη. Προτιμά τα δουλικά χαμόγελα απ’ τις αυτάδικες ματιές.>>

<<Έκλαιγε σιγανά όπως κλαίνε οι πλούσιοι επειδή το δυνατό το κλάμα είναι για τους φτωχούς τους ανθρώπους, που ρεζιλεύονται με φασαρίες και σκηνές και δεν ξέρουν να φερθούν.>>

<<αντί να τους σέβεται ή να τους φοβάται, ο κόσμος τώρα τους λυπάται […] τους αποφεύγει και κάνει ότι δεν τους βλέπει. Όλοι το ξέρουν ότι η δυστυχία είναι κολλητική. Καρφώνεται μέσα σου και άντε να τη βγάλεις από κει.>>

Σαράκι, Λάϊλα Μαρτίνεθ, μτφρ. Ασπασία Καμπύλη εκδ. Καρνίβορα

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Έμβια όντα | Iida Turpeinen

Τα μουσεία Φυσικής Ιστορίας είναι η αδυναμία μου. Με τις ώρες στέκομαι μπροστά στους μεγάλους σκελετούς ή στις προθήκες με τα ταριχευμένα ζώα, τα αυγά ή τα βάζα με τα έμβρυα, να χαζεύω και να φαντάζομαι τους πρώτους εξερευνητές που μελέτησαν και κατέγραψαν εξαφανισμένα ή σπάνια ζώα, που τα κατέγραψαν σε κάποια μακρινή ακτή, σε κάποιον γκρεμό, βουνό, σπηλιά.

Fact: Το 1741 ο Γερμανός γιατρός και φυσιοδίφης Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ (Georg Wilhelm Steller) ανακάλυψε σ’ ένα ταξίδι του τη γιγάντια θαλάσσια αγελάδα του Βόρειου Ειρηνικού (επιστημονική ονομασία: Hydrodamalis gigas). Μόλις 27 χρόνια αργότερα, το είδος εξαφανίστηκε από τους κυνηγούς. Είχε μήκος πάνω από 8 μέτρα και ζύγιζε περισσότερο από 8 τόνους. Ήταν το μόνο σειρηνοειδές (τάξη υδρόβιων θηλαστικών. Σε αυτήν ανήκουν θηλαστικά χωρίς πόδια που ζουν κυρίως στη θάλασσα) που μπορούσε να ζήσει σε κρύα νερά. Επιπλέον, διέφερε από τα υπόλοιπα στο ότι δεν είχε δόντια και δεν έτρωγε θαλάσσια φυτά, αλλά φύκια. Ένας άκακος γίγαντας με εξαιρετικό κρέας και αρωματικό λίπος – όπως μαθαίνουμε στο βιβλίο.

Η ιστορία κινείται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, με ατμόσφαιρα περασμένων εποχών, από τις παγωμένες αποστολές στην Αλάσκα μέχρι τα πανεπιστημιακά εργαστήρια του Ελσίνκι. Κοινός άξονας, η θαλάσσια αγελάδα του Στέλερ και αφετηρία το 1741 και η Μεγάλη Βόρεια Αποστολή στην οποία συμμετείχε ο φυσιοδίφης και διδάκτορας Θεολογίας Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ που την ανακάλυψε.

Μια σχεδόν φιλοσοφική τοποθέτηση για την εξαφάνιση των ειδών και την επίδραση του ανθρώπου στη φύση. Ο άνθρωπος έχει εξαφανίσει ολόκληρα είδη μόνο και μόνο για τη διασκέδασή του και την ασύδοτη θήρευση. Μια ιστορία που άπτεται επίσης πολλών θεμάτων, όπως η αποικιοκρατία και οι συμφορές που έφερε, η θέση των γυναικών στην επιστήμη, και η επιρροή της θρησκευτικής πίστης στην επιστημονικότητα και την αντικειμενικότητα της αλήθειας.

Για να το παρακολουθήσει κανείς βέβαια – επειδή δεν έχουμε ήρωα και πλοκή εδώ- θα πρέπει να έχει μια αγάπη για την εξερεύνηση, τη ζωολογία, τη βοτανολογία και τις επιστημονικές ανακαλύψεις του 18ου και 19ου αιώνα. Επίσης, να τον απασχολεί η σχέση ανθρώπου-φύσης, η κλιματική κρίση  ίσως, αλλά και η εξαφάνιση των βιολογικών ειδών.

Άλλη μια δοκιμιακή λογοτεχνία (βλ. επίσης Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, Μπ. Λαμπατούτ , Γουέιτζερ, Ντ. Γκραν, εκδ. Δώμα), είδος που αρχίζει να μου καλαρέσει. Η πρόκληση σε αυτό το είδος λογοτεχνίας είναι να βρει κανείς τη χρυσή ισορροπία έτσι ώστε ούτε βιβλίο γνώσεων να είναι, αλλά ούτε και εντελώς μυθοπλασία που θα θολώσει την αξιοπιστία και τον ρεαλισμό του θέματος. Πολύ ενδιαφέρον και πολύ δύσκολο. Η επιστήμη γίνεται «ανθρώπινη», προσεγγίζεται από τον μέσο αναγνώστη, κατανοείται μέσα σε πλαίσια, ενώ η λογοτεχνία- και εν μέρει η μυθοπλασία – συνεχίζει να τέρπει. Είναι διαφορετικό από το εκλαϊκευμένο δοκίμιο – εδώ ο συγγραφέας πρέπει να είναι (και) λογοτέχνης. Άρα λίγοι μπορούν να το κάνουν σωστά και ισορροπημένα.

Με ξένισε λίγο ο Ενεστώτας σε τόσο μεγάλη έκταση, αλλά τελικά κατέληξα ότι επειδή ακριβώς κινείται αφηγηματικά σε τρεις διαφορετικές περιόδους, η αλλαγή αφηγηματικού χρόνου θα προξενούσε προβλήματα, οπότε πολύ ορθά έκανε η συγγραφέας.

Έμβια όντα, Iida Turpeinen, μτφρ. Βίκυ Αλυσσανδράκη, εκδ. Ίκαρος

Η Δεσμοφύλακας | Νίκος Δαββέτας

Άλλη μια απόδειξη πως το βαθύ βίωμα ανυψώνει το λογοτεχνικό έργο, είτε αποδοθεί ξεκάθαρο είτε έντεχνα καμωμένο.

Το πώς βλέπει και κρατά στις αναμνήσεις του ένα παιδί (μικρό ή μεγάλο, με την έννοια του τέκνου εδώ) τον γονέα, είναι σαφώς ένας συνδυασμός ανάμνησης-ανάγκης-φαντασίας. Πολλά μπορεί να μην έχουν συμβεί καν με τον τρόπο που ανακαλούνται. Ίσως να πρόκειται και για εντελώς παραποιημένα γεγονότα/αναμνήσεις. Η αξιακή βαρύτητα όμως εδώ δεν έχει να κάνει με το τι συνέβη ή τι ήταν στ’ αλήθεια ο γονιός, αλλά το πώς τα θυμάται το τέκνο, ποια επίγευση άφησε η μάνα, ποιο αποτύπωμα ο πατέρας.

Και αυτός ο θαυμασμός άνευ όρων, η αγάπη, η εξάρτηση από τον γονιό – πάντα το έλεγα πως το παιδί αγαπάει πιο βαθιά, με έναν τρόπο αιώνιο τον γονιό του, ό,τι και να του κάνει εκείνος/η. Ακόμα κι αν το βλάψει. Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Είναι η φυσική ροπή προς τη μήτρα, την πηγή. Δεν είναι σάμπως δεσμοφύλακες στις φυλακές της παιδικής μας ηλικίας; Ίσως και μετέπειτα.

Σαν γενική αίσθηση, με πήγε στο ‘Ο Κηπουρός κι ο Θάνατος’ του Γκοσποντίνοφ εκδ. Ίκαρος (του Δαββέτα προηγείται χρονικά), λόγω αυτής της γλυκόπικρης καταγραφής της σταδιακής βύθισης του γονέα προς τον θάνατο δοσμένη όμως μέσα σε αυτή την εναλλαγή της παρουσίασης του αρρώστου και του πάλαι ποτέ δυναμικού και ζωντανού, ενίοτε αστείου και ευχάριστου ανθρώπου.

Βέβαια, είναι και η γραφή όπως πρέπει, όπως χρειάζεται ώστε να αναδειχθεί το θέμα. Ούτε λυρική χωρίς λόγο, ούτε απλά καταγραφική. Είχε την ισορροπία που της έπρεπε ώστε να έχουμε αυτή την ιδιάζουσα βιογραφία με τη λογοτεχνικότητα που της αναλογεί.

Ο χρόνος, κυκλικός ή σπειροειδής. Δεν υπάρχει γραμμικότητα και σειρά στον συνειρμό. Στο πήγαιν’ έλα των αναμνήσεων. Και χρειάζεται τέχνη να το κοντρολάρεις αυτό και να το επικοινωνήσεις συγγραφικά στον αναγνώστη χωρίς να χαθεί.

Θα σχολιάσω και την έκταση ως ιδανική. Ιδανική γενικά – για εμένα, περί ορέξεως- αλλά ακόμη περισσότερο για ένα θέμα σαν κι αυτό. Η τέχνη του να λες πολλά με λίγα, απαιτεί ή βαθύ βίωμα, ή εξαιρετική τέχνη – ενίοτε και τα δύο.

Δεν μένουν όλα τα βιβλία μέσα μας, ακόμη κι αν είναι πολύ ωραία. Ένα βιβλίο μένει για πάντα μέσα μας όταν γράφουμε νοητά μέσα του κι εμείς την ανάμνησή μας, το βίωμά μας, την αράδα μας.

Γράφει (Λευκή σελίδα, σ.148):

[Ως τα σαράντα, μονάχα μία φορά ήρθε στα όνειρά μου. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Της έκανα χώρο τραβώντας τα σκεπάσματα. <<Γράφεις; με ρώτησε.]

Κι εγώ συμπλήρώνω:

Είχε δυο μήνες περίπου από τη διάγνωση. Του είχαν δώσει οκτώ συνολικά. Το απόγευμα μείναμε οι δυο μας. Εκείνος στον καναπέ του σαλονιού κι εγώ στο ντιβάνι της κουζίνας. Έγραφα στο σημειωματάριό μου, συγκεντρωμένη. Δεν του είχα μιλήσει για πολλή ώρα. <<Τι γράφεις, πουλάκι μου;>> με ρώτησε. <<Ε, τίποτα, μπαμπά, κάτι χαζά>>.  Αυτό το ‘τι γράφεις, πουλάκι μου;’ ζει μέσα στο μυαλό μου κάθε φορά που γράφω είκοσι χρόνια τώρα. Με τύψεις που δεν του είχα πει την αλήθεια, ότι έγραφα για ένα τρένο της φυγής, που μας παίρνει και μας πάει μακριά σε δάση με δέντρα γυμνά, αλλά εμείς μέσα στην καμπίνα μας έχουμε όσα χρειαζόμαστε. Μελάνι, καφέ, φρέσκο μυρωδάτο χαρτί, ένα ζεστό κρεβάτι και το μυαλό μας γεμάτο.

Κλείνω με ένα ακόμη απόσπασμα του Δαββέτα (Αυτό που είναι θα γίνω, σ.122-123) για τον υπέροχο αυτό διάλογο που (πρέπει να) χτίζεται μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη.

[Συνήθως αρκούσε μία έκρηξή της από ασήμαντη αφορμή για να ετοιμάσω τον σάκο της απόδρασής μου: ένα ρολόι, ένα πλαστικό ποτήρι, μαχαιροπήρουνα, το μπλοκ ιχνογραφίας, μολύβια, ένα αθλητικό φανελάκι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ με τι κριτήρια είχα συμπεριλάβει όλα αυτά στη λίστα της μεγάλης φυγής, πάντως είχα φροντίσει σε χρόνο ανύποπτο να τα έχω όλα σε ένα συρτάρι εκτάκτου ανάγκης όπως το είχα βαφτίσει και σχεδόν αμέσως με τον πρώτο καυγά τα τοποθετούσα στον σακο. Ύστερα της φώναζα ‘φεύγω, μη με περιμένεις’ και έκλεινα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος με δύναμη. Πάντα επέστρεφα μετά τα μεσάνυχτα […].

Νίκος Δαββέτας

Η Δεσμοφύλακας

Εκδ. ΠΑΤΆΚΗ

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Λιγεία | Ε.Α. Πόε – Τζ. Τ. Λαμπεντούζα


Απολαυστικό. Η μία Λιγεία (του Πόε) γνωστή, η άλλη (του Λαμπεντούζα), με εξέπληξε και με εντυπωσίασε και ως γραφή και ως φύση. Πρόκειται δηλαδή εδώ για μια έκδοση με δύο ομότιτλα διηγήματα που συνδέονται θεματικά.

Πολλά κοινά μπορεί να βρει κανείς ανάμεσα στις δύο Λιγείες και στη σχέση τους με τον άνδρα. Η Λιγεία, ένα πλάσμα -σε κάθε περίπτωση- από αλλού, ενσαρκώνει τον απόλυτο έρωτα και αναδεικνύει τα θολά όρια μεταξύ του έρωτα και του θανάτου.

Κάθε Λιγεία αφήνει ένα τόσο βαθύ υπαρξιακό σημάδι, που και οι δύο ήρωες των ιστοριών απομονώνονται σταδιακά από την καθημερινή, πεζή πραγματικότητα και αναζητούν την ανάμνηση μιας ιδανικής, απόκοσμης αγάπης που κανένας κοινός θνητός έρωτας δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

Ο Πόε, απόλυτα πιστός στο γοτθικό και στον ρομαντισμό. Ο Λαμπεντούζα, στον κλασικισμό και στον ρομαντισμό. Ενώ η Λιγεία του Πόε κινείται στο σκοτάδι και στο μακάβριο, η Λιγεία του Λαμπεντούζα βγαίνει στο φως της Σικελίας, με μόνες σκοτεινές στιγμές τα βαθιά νερά ή τις καταιγίδες, αλλά και τον ψυχισμό των ανδρών τελικά.

Το πιο βαθύ και άξιο προσοχής συνδετικό στοιχείο των διηγημάτων, για μένα, είναι τα δόντια.

Εξαιρετική ποιότητα έκδοσης και μεταφράσεων.

Ένα απόσπασμα που μου άρεσε πάρα πολύ, από τη Λιγεία του Λαμπεντούζα:

<<Το καφενείο ήταν ένα είδος Άδη, όπου συνωστίζονταν ανεμικά φαντάσματα απόστρατων αξιωματικών, συνταξιούχων δικαστικών και καθηγητών. Αυτοί οι ανυπόστατοι ίσκιοι έπαιζαν ντάμα ή ντόμινο βυθισμένοι σε ένα ασθενικό φως, που τη μέρα το έκαναν ασθενικότερο οι γύρω στοές και τα σύννεφα, και τη νύχτα τα πελώρια πράσινα σκίαστρα τον πολυελαίων. […] Ήταν ένα πραγματικό Λίμπο.>>


<<Λιγεία>> (Δύο ομότιτλα διηγήματα)
Συγγραφείς: Edgar Allan Poe, Giuseppe Tomasi di Lampedusa
Πρόλογος: Franz Kafka
Μεταφραστές (αντίστοιχα):
Τζένη Μαστοράκη, Νάσος Βαγενάς
Εκδόσεις Στιγμή

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Toten-insel | August Strindberg

Arnold Böklin, Νησί των Νεκρών (τρίτη εκδοχή), 1883, Alte Nationalgalerie, Βερολίνο.

Το Toten-insel του August Strindberg το επέλεξα, αρχικά, λόγω του πίνακα στο εξώφυλλο. Ο Arnold Böklin είναι ο αγαπημένος μου ζωγράφος και αυτός είναι ο διάσημος πίνακάς του ‘Το Νησί των Νεκρών’ που αποτέλεσε την έμπνευση για αυτό το θεατρικό.

Πρόκειται για ένα συμβολικό ονειρόδραμα, ένα kammarspel (<<έργο δωματίου>>). Όπως πληροφορήθηκα από την εισαγωγή του βιβλίου, αυτά τα έργα δωματίου ήταν εμπνευσμένα από τη μουσική δωματίου, γι’ αυτό και είχαν μία μουσική δόμηση, ενώ η υπόθεση περιελάμβανε πάντα λίγα πρόσωπα.

Το έργο πραγματεύεται τη μεταθανάτια εμπειρία. Ο νεκρός, οδεύοντας προς τον Κάτω -ή τον Άλλο- κόσμο βασανίζεται ακόμα από τα γήινα και καθημερινά. Το δράμα εδώ είναι η συνειδητοποίηση πως ο θάνατος δεν λυτρώνει από τα ψυχικά βάρη της ζωής, αλλά ο νεκρός τα κουβαλάει μαζί του.

Διακόπτεται όμως απότομα. Υπάρχουν μόνο δύο ολοκληρωμένες σκηνές (η δεύτερη -και τελευταία- μάλιστα, κλείνει με τον ήλιο του μεσονυχτίου, υπέροχος συμβολισμός) και η εισαγωγική σκηνική οδηγία για την τρίτη, που αποτυπώνει και τον πίνακα, με θάλασσα, πράσινα δέντρα κι έναν μαρμάρινο ναό. Ο δημιουργός, δηλαδή, κάποια στιγμή έχασε το ενδιαφέρον του για την ολοκλήρωση του έργου και ίσως και για τη ζωή γενικότερα, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή.

Αναρωτήθηκα, προφανώς, γιατί είναι τόσο γνωστό ένα τόσο ημιτελές έργο. Η απάντηση είναι πως ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του (1906). Έχει παιχτεί σε μεγάλα θέατρα, σε σχολές, αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι ο Ingmar Bergman ασχολήθηκε σκηνοθετικά μαζί του. Πρέπει μάλιστα να επηρεάστηκε αρκετά, αφού διαβάζοντας κανείς το θεατρικό είναι σαν να παρακολουθεί ταινία του Bergman.

Τα πρόσωπα, όπως ο Φύλακας, ο Δάσκαλος, ο Βαρκάρης, ο Νεκρός, αρχετυπικές μορφές, ήρωες-δοχεία, υπάρχουν για να σηματοδοτήσουν όλα τα στάδια της ζωής, του θανάτου και της μετάβασης. Ενδιαφέρουσα επίσης η επιρροή από τη θεολογία του Swedenborg.

Αυτή είναι η αυθεντική μορφή του ημιτελούς έργου, που μας έφεραν οι εκδόσεις Περισπωμένη. Με εξαιρετική αισθητική, βεβαίως, το χαρτί, το πολυτονικό, χαίρεσαι να διαβάζεις, να αγγίζεις, να μυρίζεις.


August Strindberg
TOTEN-INSEL
Μετάφραση: Μαργαρίτα Μελμπεργκ
Εισαγωγή: Μαρία Σεχοπούλου
Επίμετρο: Χρήστος Μαρσέλλος

Εκδόσεις Περισπωμένη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Το Άγριο Βιβλίο – Χουάν Βιγιόρο

Ένα πολύ γλυκό βιβλίο, για τη δύναμη της ανάγνωσης και τη σχέση του αναγνώστη με τα βιβλία, για τον μυστικό διάλογο, για το κομμάτι που αφήνουμε μέσα σε ένα βιβλίο όταν το κλείνουμε και τα ίχνη που αφήνει εκείνο μέσα μας.

Το κείμενο βαδίζει στις αφηγηματικές παραδοσιακές νόρμες του μαγικού ρεαλισμού της λατινικής αμερικής και της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Είναι ένα εφηβικό βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί από όλες τις ηλικίες.

<<Ο σκοπός της βιβλιοθήκης δεν είναι να διαβάσεις όλα τα βιβλία της, αλλά να μπορείς να τα συμβουλευτείς όποτε θέλεις. Τα βιβλία βρίσκονται εδώ σε περίπτωση που τα χρειαστείς>>.

Έχει έναν γλυκύτατο κεντρικό χαρακτήρα (Χουάν), ένα παιδί που χάνει την ασφάλεια του σπιτιού του, μία συμπρωταγωνίστρια (Καταλίνα) που έχει έναν διπλό ρόλο (το κορίτσι που ερωτεύεται ο Χουάν, και η σύντροφος στην περιπέτεια) και έναν ιδιόρρυθμο θείο (Τίτο) που αποτελεί την αυθεντία στην ιστορία, απολαυστικός και αρκετά κωμικός.

<<Οταν διαβάζεις, δεν βλέπεις ποτέ γράμματα* βλέπεις τα πράγματα που περιγράφουν τα γράμματα: ένα δάσος, ένα σπίτι… Τα βιβλία λειτουργούν ως καθρέφτης και ως παράθυρα. Είναι γεμάτα εικόνες>>.

Οι ιδιόρρυθμοι θείοι και θείες είναι ίσως για πολλούς από εμάς μία επιρροή καλή ή λιγάκι λοξή, για να στραφούμε προς την τέχνη, προς το μυστήριο, προς τα βιβλία, προς την εξερεύνηση του εαυτού. Ο συγγραφέας δομεί ένα ασφαλές περιβάλλον για ένα παιδί, που φεύγει από την ασφάλεια του σπιτιού του όταν οι οικογενειακές ισορροπίες διαταρράσσονται. Όμως είναι ένα περιβάλλον εξερεύνησης – ένα υποκατάστατο που το βοηθά να δυναμώσει και να μεγαλώσει.

Μια ιστορία ενηλικίωσης, ωρίμανσης, για τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί / ένας έφηβος μπορεί να διαχειριστεί το τραύμα, μία δύσκολη οικογενειακή κατάσταση, και να τη μετατρέψει σε δύναμη, σε προσωπικότητα, σε ανακάλυψη με τη βοήθεια μιας βιβλιοθήκης – γιατί, δυστυχώς ή ευτυχώς, οι γονείς μας δεν είναι πάντα αυτοί που μας δείχνουν τον δρόμο. Διότι δρόμος σημαίνει απομάκρυνση, ταξίδι, και δεν είναι όλοι έτοιμοι να δεχτούν κάτι τέτοιο.

Μου θύμισε τη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ του
Jorge Luis Borges (εδώ βέβαια έχουμε κάτι πιο βαρύ φιλοσοφικό και μεταφυσικό), το Χάρτινο Σπίτι του Κάρλος Μαρία Ντομίνκες, Τη Σκιά του Ανέμου, του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, όπου η ιστορία ξεκινά με το «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων», αλλά και την Πόλη των Θηρίων, της Ιζαμπέλ Αλιέντε, με την ιδιόρρυθμη γιαγιά που παρασέρνει τον εγγονό της σε μια απίστευτη περιπέτεια.

<<Τα βιβλία είναι πιο σημαντικά από τους συγγραφείς. Τα καλύτερα φαίνεται πως γράφτηκαν μόνα τους>>.

Το Άγριο Βιβλίο
Χουάν Βιγιόρο
Μτφρ. Χριστίνα Φιλήμονος
Εκδ. Carnivora

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Η Τελειότητα | Vincenzo Latronico

Mετάφραση: Δήμητρα Δότση |Eκδόσεις: Loggia

Σχεδόν δυστοπικό. Μια φωτεινή δυστοπία καμουφλαρισμένη σε ευτοπία. Το φοβόμουν αυτό το βιβλίο, λόγω της διαφορετικότητάς του από τις νόρμες αφήγησης, αλλά έχω εμπιστοσύνη στη μεταφράστρια. Λέω, για να το διάλεξε η Δότση, κάτι έχει. Αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ήρωες vessels, δοχεία δηλαδή, που σημαίνει πως δεν έχουν κάποια προσωπικότητα, ταυτότητα, ιδιοσυγκρασία. Συνήθως κάτι τέτοιο το βλέπουμε στον μαγικό ρεαλισμό. Θα μπορούσαν να είναι οποιοιδήποτε. Γι’ αυτό και απουσιάζει παντελώς ο διάλογος. Η Άννα και ο Τομ αποτελούν περισσότερο μία οντότητα, ένα μοτίβο, παρά χαρακτήρες. Δυστυχώς, δεν είναι υπερβολή εδώ να παρατηρήσω πως υπάρχουν όντως τέτοιοι άνθρωποι: χαμένοι, αφομοιωμένοι, χωρίς σκοπό. Ζουν μια ζωή που φαντάζει αισθητικά τέλεια, γεμάτη ταξίδια, design αντικείμενα, ψηφιακή αναγνώριση. Ακόμα και όταν επιλέγουν να αλλάξουν την καθημερινότητά τους, η πλήξη τούς ακολουθεί παντού.

Η έλλειψη του προσωπικού σκοπού, η αδυναμία της ενδοσκόπησης και η απώλεια της εμπειρίας – αφού η πράξη αντικαθίσταται με την ψηφιακή αναπαράσταση, κάτι σαν σκηνικό αντί για πραγματική ζωή – οδηγεί σε μια υπαρξιακή στασιμότητα, δημιουργεί ένα ανοιχτό στόμα, κατασκότεινο, ένα εσωτερικό κενό.

Αν διαβάσεις αυτό το βιβλίο περιμένοντας κάποια πλοκή, το διαβάζεις λάθος. Δεν υπάρχει κλιμάκωση, δεν οδηγεί σε λύτρωση, δεν οδηγεί σε κάθαρση. Είναι βιβλίο-καθρέφτης, είτε στραμμένος προς τα εσένα είτε στραμμένος απλά στην εποχή, ένας φακός που θα σε βοηθήσει να δεις κάποια πράγματα πιο προσεκτικά.

Οι χρόνοι είναι άλλο ένα ενδιαφέρον κομμάτι. Ένας Παρατατικός που αφήνει μια επίγευση αέναης επανάληψης. Προκαλεί δυσφορία – αλλά μπορεί έτσι να το βίωσα εγώ. Ωστόσο, παρά την επανάληψη υπάρχει στασιμότητα. Το βιβλίο κλείνει με Μέλλοντα σε χρήση πρόδρομης αφήγησης, κάτι που χρησιμοποιούμε όταν μιλούμε για βεβαιότητα βάσει συνήθειας. Άρα, η συνέχεια είναι προδιαγεγραμμένη – μια υπαρξιακή δυστοπία.

Ο Vincenzo Latronico δημιουργεί -όχι άθελά του- μια λογοτεχνική κοινωνιολογική μελέτη, με ενδιαφέρουσα δομή αφήγησης, ήρωες που δεν είναι ήρωες, και χρόνους που δεν είναι χρόνοι. Απολαυστική λογοτεχνία σε μια meta εποχή.

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Ο Κηπουρός και ο Θάνατος | Georgi Gospodinov

Πρωτοέμαθα για αυτό το βιβλίο κάποιους μήνες πριν την κυκλοφορία του, σε μια από τις εξαιρετικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης με καλεσμένους συγγραφείς που μιλούν για το έργο τους. Είχα ξανακούσει τον συγγραφέα να μιλάει στη ΔΕΒΘ, αλλά η συζήτηση με την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου – τη μεταφράστρια του για τις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του-, εκείνο το απόγευμα στο Μέγαρο, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια πραγματική εμπειρία ζωής, μια απόλυτη κατάθεση ψυχής. Μίλησε πολύ για τον πατέρα του και για την οικογένειά του και πολλές φορές ένιωσα ότι οι ζωές μας ενώνονται. Θα πρέπει να το ένιωσαν και άλλοι άνθρωποι μέσα στην αίθουσα, γιατί δεν είναι παράξενο οι ζωές των ανθρώπων να ταυτίζονται και να ενώνονται. Όλοι περνάμε τις ίδιες χαρές και τις ίδιες λύπες αργά ή γρήγορα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο άνοιγε την καρδιά του αυτός ο άνθρωπος, εκφράζοντας τα κατάβαθα με τον πιο γλυκό τρόπο, ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινος – σχεδόν υπερβατικός. Εκεί λοιπόν ανακοινώθηκε ότι <<Ο Κηπουρός και ο Θάνατος>> ετοιμάζεται από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ήξερα ότι είναι κάτι που με αφορά. Και έτσι ακριβώς ένιωσα διαβάζοντάς το.

Δεν πρόκειται για μυθοπλασία, δεν υπάρχει τίποτα μυθοπλαστικό σε αυτό το βιβλίο. Δεν είναι μαγικός ρεαλισμός, κι όμως ο θάνατος είναι μαγικός ρεαλισμός για εμάς τους ανθρώπους. Ανοίκειος, παράδοξος.

Ο Gospodinov καταπιάνεται με το πλέον δύσκολο θέμα, χωρίς να το τραγικοποιεί, αλλά ούτε και να το ωραιοποιεί. Ο αργός θάνατος του καρκινοπαθή πατέρα, ο οποίος ξεκινά, όπως λέει, τη μέρα της διάγνωσης. Πρώτος θάνατος. Συνεχίζεται, μακρύς, ένα πένθος που ξεκινά πολύ πριν την απώλεια. Οι τελευταίες κινήσεις –η τελευταία φορά που ανεβαίνει τη σκάλα, το τελευταίο φρούτο που τρώει, το τελευταίο δελτίο ειδήσεων που παρακολουθεί–, τα τελευταία λόγια, οι εκκρεμότητες, ό,τι πασχίζει να κρατήσει όσο προλαβαίνει η κάθε πλευρά. Η ασθένεια επιταχύνει τις ανείπωτες συζητήσεις. Μαθαίνεις να μετράς αλλιώς τον χρόνο.

Αυτός ο συγγραφέας τολμάει πολύ γενναία να βάλει τη ζωή του μέσα στα βιβλία του, το παρελθόν του, τα βιώματά του, την παιδική του ηλικία, τις αδυναμίες του, όλους τους φόβους του. Το κάνει και στο Περί Φυσικής της Μελαγχολίας. Ο αναγνώστης δεν ταυτίζεται με τον ήρωα αλλά με τον ίδιο τον συγγραφέα εδώ. Δεν υπάρχει αφηγητής, ήρωες, πλοκή, κλιμάκωση, όλα είναι η αποτύπωση της ίδιας της ζωής, χωρίς όμως εκπτώσεις στη λογοτεχνικότητα.

Αν δεν έχει βιώσει κάποιος την απώλεια του πατέρα –έχει σημασία, του πατέρα, και όχι της μητέρας–, μπορεί να τρομοκρατηθεί με αυτό το βιβλίο, μπορεί όμως και να παρηγορηθεί, ότι «να, κοίταξε, έτσι συμβαίνει με όλους. Το έχουν ζήσει κι άλλοι, έτσι γίνεται, αυτό παθαίνεις, έτσι το περνάς. Αφού μπόρεσα εγώ, θα μπορέσεις κι εσύ». Ισορροπεί τις ποιότητες της ζωής, δεν γίνεται γραφικός ή μίζερος, αφήνει στον θάνατο τη μεγαλοπρέπεια της σιωπής.

Όλοι μιλούν για το πώς να μείνουμε νέοι. Δεν μας μαθαίνει κανείς πώς να γερνάμε, λέει. Τα μαθαίνουμε όλα εκτός από αυτό. Και είναι το μόνο αναπόφευκτο. Δεν ξέρουμε πώς να πενθούμε. Δεν θα μας το πει κανένα εγχειρίδιο, γιατί είναι πολύ βαθύ. Δεν θα μας το πει κανένας γιατρός, γιατί είναι πέρα από αυτόν. Δεν θα μας το πει κανένας τόσο καταπραϋντικά, τόσο αληθινά, όσο η λογοτεχνία.

«Λες τα λουλούδια να είναι τα μυστικά περισκόπια των νεκρών που βρίσκονται από κάτω και παρατηρούν τον κόσμο μέσα από τα κοτσάνια τους;» Ο πατέρας-κηπουρός που σπέρνει τη ζωή και στο τέλος γίνεται ο κήπος όπου ζούμε και αναπνέουμε. Αυτός ο κήπος που διασώζει την παιδική μας ηλικία. Γιατί, αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι τι μας αφήνει ένας θάνατος.

“Ο κηπουρός και ο θάνατος”
Georgi Gospodinov
Εκδόσεις Ίκαρος
Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Η ιστορία του χαρταετού

Το πέταγμα του χαρταετού είναι ένα έθιμο που μας ήρθε από πολύ μακριά και, όπως τα περισσότερα, έχει να κάνει με τον κύκλο των εποχών και την υποδοχή της άνοιξης – που ήταν πολύ σημαντική για την επιβίωση των αρχαίων πολιτισμών. Βλέπουμε πώς τα έθιμα και οι τελετουργίες επιβιώνουν, ταξιδεύουν, προσαρμόζονται και υιοθετούνται. Εδώ όμως φαίνεται πως δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με συμβολισμούς, αλλά και με μια έξυπνη αρχαία ευρεσιτεχνία / τεχνολογία.

Ο Κινέζος στρατηγός Han Xin, περίπου στο 200 π.Χ. πέταξε έναν χαρταετό, ώστε να μετρήσει με τον σπάγκο την απόσταση από το στρατόπεδό του μέχρι τα τείχη της πόλης που πολιορκούσε, για να μπορέσουν οι εργάτες να σκάψουν σήραγγες στις σωστές διαστάσεις. Στην Κίνα και τη Μαλαισία από τότε κατασκευάζονταν σε θρησκευτικά έθιμα οι πρώτοι χαρταετοί, με τη μορφή δράκου, από μετάξι και καλάμι μπαμπού. Μάλιστα, κρεμούσαν ευχές και προσευχές επάνω τους για να ταξιδέψουν ψηλά στους θεούς.

Πίνακας ζωγραφικής από την Αυτοκρατορική Συλλογή της Δυναστείας Τσινγκ. Πεκίνο: Palace Museum Press 1994.

Το φεστιβάλ Basant Panchami της Ινδίας (τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα),  γιορτάζεται την άνοιξη (Vasanta) και σχετίζεται με την ανανέωση, τη χαρά και την υποδοχή της άνοιξης. Όλοι φορούν κάτι κίτρινο, διακοσμούν τα σπίτια και τους ναούς με κίτρινα άνθη σιναπιού, και τρώνε κίτρινες τροφές (με κουρκουμά, κάρι κ.λπ.).

Έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι γιορτάζεται κάθε χρόνο την πέμπτη ημέρα του ινδουιστικού σεληνιακού ημερολογιακού μήνα Μάγκα, ο οποίος συνήθως πέφτει στα τέλη Ιανουαρίου ή Φεβρουαρίου, δηλαδή 40 μέρες πριν την άνοιξη. Η άνοιξη είναι γνωστή ως ο «Βασιλιάς όλων των εποχών».

Στο Βασάντ Παντσάμι ο καιρός είναι γενικά χειμωνιάτικος στη βόρεια Ινδία και περισσότερο ανοιξιάτικος στις κεντρικές και δυτικές περιοχές, γεγονός που υποστηρίζει την πεποίθηση ότι η άνοιξη φτάνει στο αποκορύφωμά της σαράντα ημέρες μετά το φεστιβάλ. Στην περιοχή του Punjab, το φεστιβάλ ονομάζεται φεστιβάλ Basant των Χαρταετών. Το πέταγμα χαρταετού είναι επίσης παραδοσιακό στη δυτική Ινδία στο Uttarayan, στη Mathura στο Viskwakarma Puja και στη νότια Ινδία.

Πέταγμα χαρταετού κατά τη διάρκεια των εορτασμών Basant Panchami.

Γύρω στο 1400 μ.Χ. Ευρωπαίοι εξερευνητές που ταξιδεύουν στις χώρες της Ασίας φέρνουν τους χαρταετούς στην Ευρώπη.

Γλυπτό «Πετώντας Χαρταετούς» του Gerhard Brandes (1963) στο Άλστερ, Αμβούργο, Γερμανία
La cometa (1778) Francisco Goya, Museo del Prado

Υπάρχει και η άποψη ότι η ύπαρξη του χαρταετού στη Μεσόγειο ανάγεται στα πειράματα του αρχαίου Έλληνα Πυθαγόρειου φιλοσόφου και ιδρυτή της μαθηματικής μηχανικής, Αρχύτα (428-347 π.Χ.), ο οποίος λέγεται ότι σχεδίασε και κατασκεύασε ένα ξύλινο αυτόματο σε σχήμα πουλιού.

Ανακατασκευή του ιπτάμενου περιστεριού του Αρχύτα, Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Κοτσανά, Αθήνα


Στην Αμερική ο Benjamin Franklin το 1752, για να αποδείξει ότι η αστραπή είναι ηλεκτρικό φαινόμενο, πέταξε έναν χαρταετό, κατά τη διάρκεια καταιγίδας, με ένα μεταλλικό κλειδί στη βάση του σπάγκου, το οποίο με τη βροχή έγινε αγώγιμο, μεταφέροντας στατικό ηλεκτρισμό από τα σύννεφα σε ένα δοχείο.

Ο Βενιαμίν Φράνκλιν σχεδιάζει ηλεκτρισμό από τον ουρανό, μια καλλιτεχνική απόδοση του πειράματος του Φράνκλιν με τον χαρταετό, ζωγραφισμένο από τον Μπέντζαμιν Γουέστ, περίπου το 1816

Από τον 19ο αιώνα έγινε παιδικό παιχνίδι. Στην ελληνοχριστιανική παράδοση και το έθιμο της Καθαράς Δευτέρας, το πέταγμα του αετού συμβολίζει το πέταγμα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Δημιουργό της, την ημέρα που ξεκινά η νηστεία της Σαρακοστής, δηλαδή την ημέρα που ξεκινά η πνευματική και σωματική μας κάθαρση. Με τη διαδικασία αυτή, ερχόμαστε πιο κοντά στον Θεό. Οι χαρταετοί φτιάχνονται σε τεράστια ποικιλία σχημάτων. Παραδοσιακό σχήμα στην Ελλάδα είναι αυτό με τον εξάγωνο σκελετό από ελαφρύ καλάμι και ρυζόχαρτο ή χαρτί αφής.

Ο λεπτός χειρισμός του χαρταετού, να εκμεταλλευτείς τους ανέμους τραβώντας τον σπάγκο αλλά και απελευθερώνοντας για να πάει πιο ψηλά, είναι μια μεταφορά για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής, που απαιτεί μια ισορροπία μεταξύ της απελευθέρωσης και της διατήρησης του ελέγχου. Η αυτοσυγκράτηση και ο λεπτός χειρισμός, πάντως, είναι χαρακτηριστικά στις χειροτεχνίες και τη φιλοσοφία των Κινέζων μέχρι σήμερα.

πηγές:

https://en.wikipedia.org/wiki/Han_Xin

http://www.chinaknowledge.de/History/Han/personshanxin.html

https://en.wikipedia.org/wiki/Vasant_Panchami

https://en.wikipedia.org/wiki/Archytas

https://www.worldhistory.org/article/606/greek-mathematics/

https://en.wikipedia.org/wiki/Kite_experiment

https://fi.edu/en/science-and-education/benjamin-franklin/kite-key-experiment

«Τι λέει ο Γκάντι» – κάποιες σκέψεις

Διαβάζοντας το βιβλίο Τι λέει ο Γκάντι για τη μη βία, την αντίσταση και το θάρρος (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδόσεις Σάλτο, σειρά Κάλλιστος) του Νόρμαν Φίνκελσταϊν, με έκπληξη διαπίστωσα ότι το συνολικό έργο του Μαχάτμα Γκάντι ανέρχεται σε κάπου εκατό τόμους. Ποιος αλήθεια από μας έχει διαβάσει έστω δυο-τρεις τόμους από αυτό το έργο; Οι περισσότερες γνώσεις μας για τον Γκάντι προέρχονται από σποραδικές αναφορές, άρθρα στον τύπο, αποσπάσματα σε βιβλία ή, χειρότερα, από τσιτάτα σε social media. Ο Φίνκελσταϊν επισημαίνει πως τα κηρύγματα του Γκάντι είναι γεμάτα οφθαλμοφανείς αντιφάσεις και διαποτίζονται από μια θρησκευτική πίστη που δεν επιδέχεται πάντα ορθολογική ανάλυση.

Προφανώς και ένα τόσο τεράστιο έργο θα περιέχει αντιφάσεις. Περιέχει προσωπικές πεποιθήσεις, αναθεωρήσεις, ωστόσο δεν μπορούμε να μη δεχτούμε πως παρέμεινε ακλόνητος στις θεμελιώδεις του πεποιθήσεις ακόμα και την περίοδο που δοκιμάστηκε στα άκρα. Σύμφωνα με τον Φίνκελσταϊν, το έργο του Γκάντι ωρίμασε κατά το 1930 με 1947, όταν το δόγμα του τέθηκε στη σκληρότερη δοκιμασία του – κι έτσι ωρίμασε και η σκέψη του.

ΜΗ ΒΙΑ -ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΑΓΑΠΗ- ΑΛΗΘΕΙΑ: Άραγε μιλάμε για μια ουτοπική πράξη, μια πράξη που δεν μπορεί να υλοποιηθεί στον κόσμο αυτόν, μια πράξη που είναι σχεδόν αφύσικη προς τη φύση του ανθρώπου –τουλάχιστον έτσι όπως έχει εξελιχθεί; Μυθολογίες και κείμενα θρησκευτικά λένε πως ο άνθρωπος ξεκίνησε σε μια κοινωνία μη βίας, έλλειψης πόνου, θανάτου και κακού, πριν από μια «πτώση», μια μετάβαση. Από τότε, προσπαθεί να επιστρέψει εκεί. Το θέμα είναι όμως ότι ψάχνει τον «παράδεισο», την ιδανική εκείνη προ-πτωτική κατάσταση, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι τόπος και προορισμός, αλλά εσωτερική διαδικασία μεταμόρφωσης.

Η παιδαγωγική του Γκάντι

«Ο νόμος της αγάπης», δηλώνει ο Γκάντι, «κυβερνά την ανθρωπότητα. Αν ήταν αλλιώς, δεν θα υπήρχαμε ακόμα εδώ. Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα επιβιώνει, δείχνει πως η συνεκτική δύναμη είναι μεγαλύτερη από τη διασπαστική. Αν δηλαδή η βία και το μίσος μάς κυβερνούσαν», λέει, «θα είχαμε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό». Ένα αιώνιο παιδί; Κάποιος που διατήρησε την προ-πτωτική σκέψη, σε μια νηπιακή στάση ζωής; Ή ένας αληθινός παιδαγωγός, ένας μοναδικός διδάσκαλος; «Η πίστη του Γκάντι στην έμφυτη καλοσύνη της ανθρωπότητας μπορούσε να φτάνει στα όρια της ευπιστίας», λέει ο Φίνκελσταϊν. Το ‘40 έγραφε «αρνούμαι να πιστέψω ότι οι Γερμανοί ως έθνος δεν έχουν καρδιά ή έχουν αξιοσημείωτα λιγότερη από τα υπόλοιπα έθνη της γης». Και συνεχίζει «πρέπει να επιμείνω στην πίστη μου στη δυνατότητα ακόμη και των πιο εξαχρειωμένων να ανταποκριθούν στη μη βία.» […] «Κάποιοι λένε ότι η Satyagraha (η φιλοσοφία και η μέθοδος της μη βίαιης αντίστασης) δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα απέναντι σε ένα πρόσωπο που δεν διαθέτει αίσθηση της ηθικής. Διαφωνώ με αυτό. Η πιο πέτρινη καρδιά πρέπει να λιώσει αν είμαστε αληθινοί και έχουμε υπομονή. Έχω γνωρίσει ανθρώπινα τέρατα από τα νεανικά μου χρόνια. Έχω διαπιστώσει ότι, ακόμα και αυτά, δεν είναι ανεπίδεκτα λύτρωσης, αν ξέρουμε πώς να αγγίξουμε τη σωστή χορδή στην ψυχή τους».

Εντοπίζουμε έντονη παιδαγωγική προσέγγιση στον Γκάντι, αφού και στις παιδαγωγικές μεθόδους αυτό που κάνουμε για τα παιδιά που δεν συνεργάζονται, που είναι επιθετικά, αντιδραστικά, είναι να βρούμε τι ακριβώς είναι αυτό που θα τα ευαισθητοποιήσει και θα τους ενεργοποιήσει τη διάθεση συνεργασίας και καλής συμπεριφοράς. Έβλεπε άραγε τους ισχυρούς του κόσμου ως ανώριμα παιδιά που παίζουν άτακτα το παιχνίδι τους και τα θέλουν όλα δικά τους; Παιδιά που τους έχει λείψει η αγάπη;

Πόλεμος και πολιτική

Ο Γκάντι δεν ενδιαφερόταν μόνο για την πολιτική ανεξαρτησία. Ενδιαφερόταν για την εσωτερική ελευθερία. Και αυτή, πίστευε, ξεκινά από την παιδεία. Στο έργο του Hind Swaraj ή Indian Home Rule (1909), υποστηρίζει ότι μια κοινωνία δεν είναι πραγματικά ελεύθερη αν απλώς αλλάξει κυβερνήτες. Πρέπει να αλλάξει νοοτροπία.

Πίστευε ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει είναι απλώς μάθηση γνώσεων, εξειδίκευση και διεκπεραίωση, αλλά καλλιέργεια χαρακτήρα, ψυχής και πρακτικής ζωής. Έχει να κάνει με την «ολοκληρωμένη ανάπτυξη των καλύτερων δυνατοτήτων του ανθρώπου –σώμα, νους και πνεύμα.» Αυτή η προσέγγιση συνδέεται άμεσα με την πολιτική του: η εκπαίδευση πρέπει να κατασκευάζει ανθρώπους με ηθική και συνείδηση, όχι απλώς εργαλεία παραγωγής γνώσεων που μεγαλώνοντας θα γίνουν απλά εξειδικευμένοι επαγγελματίες και ρόλοι σε μια συγκεκριμένη θέση.

Όσο για τον πόλεμο, ο Γκάντι θεωρούσε πως είναι ηθική αποτυχία της ανθρωπότητας. Η μη βία δεν ήταν απλώς στρατηγική, αλλά αποτέλεσμα ηθικής παιδείας. Αν η εκπαίδευση διαμορφώνει ηθικά πρόσωπα, τότε αυτά τα πρόσωπα θα παράγουν μη βίαιη πολιτική. Αν οι κοινωνίες εκπαιδεύονται στον ανταγωνισμό και την κυριαρχία, θα οδηγηθούν στη σύγκρουση. Αν εκπαιδεύονται στην αλήθεια και τη συνεργασία, θα δημιουργήσουν ειρήνη.

Η πολιτική του ρητορική λοιπόν είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα. Δεν καλούσε απλώς σε αντίσταση. Καλούσε σε εσωτερική μεταμόρφωση.

Ευλαμπία Τσιρέλη