Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά | Μax Porter

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου | Εκδόσεις Πόλις, 2018

Το διάβασα σε μία μέρα. Δεν ξέρω αν είμαι σε περίοδο θλίψης και μπόρεσα να το βιώσω καλύτερα ή σε περίοδο ηρεμίας ώστε να το αντέξω και να το απολαύσω αναγνωστικά σε όλες του τις διαστάσεις. Μάλλον κάπου στη μέση.

Διότι, πρέπει να το αντέξεις. Άλλη μια καλή σφαλιάρα στο θέμα της στερεοτυπικής κλασικής αφήγησης. Απελευθέρωση. Τεχνική κολλάζ, αχρονία, άλλοτε πεζό, άλλοτε ποίηση, όνειρο, παραλήρημα, θεατρικότητα, μυθιστόρημα, διαλεκτικότητα, ημερολόγιο. Η μετάφραση θα πρέπει να ήταν κάποιο είδος τεράστιου άθλου, και συγχαρητήρια.

Όχι ότι είναι απαραίτητο, αλλά καλό θα ήταν ο αναγνώστης να έχει μια ιδέα από Σύλβια Πλαθ, Ντύλαν Τόμας και Τεντ Χιούζ, γιατί υπάρχει αρκετή διακειμενικότητα. Είναι δομικά στοιχεία στον Πόρτερ. Ή έστω να υπάρχει μια ιδέα για το ύφος και τον ρυθμό, αλλά και τα θέματα φυσικά.

Αν κάποιος δεν έχει πενθήσει μέσα στο σπίτι του, ίσως να μη καταλάβει και πολλά από το βιβλίο, μπορεί μάλιστα να τρομάξει.

Το φινάλε ήταν τόσο αναμενόμενο, που δεν το περίμενα για αυτό το βιβλίο. Όμως το κατανοώ διότι, διαφορετικά, θα ήταν τόσο βαρύ που θα καταντούσε μη ρεαλιστικό, λες κι ο συγγραφέας μας έλεγε ψέματα. Γιατί, μυθοπλασία γράφουμε, αλλά ψέματα δεν λέμε.

Με βοήθησε να πετάξω κι εγώ μερικές <<στάχτες>>.

Οι Ιτιές | Άλτζερνον Μπλάκγουντ

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου | Εκδόσεις: ΔΩΜΑ, 2025

Αυτό που βλέπεις να συμβαίνει, αλλά δεν ξέρεις αν συμβαίνει. Αυτό που φλερτάρει με την τρέλα και διψάει για τη λογική. Αυτό που φοβάσαι τόσο πολύ, που στο τέλος το δημιουργείς και το αφήνεις να σε απειλήσει.

Και η φύση. Η φύση ως οντότητα, ο άλλος νους. Ο άνθρωπος ως ανεπιθύμητος εισβολέας. Όπως αυτός θα ξεχορταριάσει ενοχλημένος την αυλή του, έτσι κι ένα δάσος θα προσπαθήσει να τον αποβάλει σαν παράσιτο.

Απλή γραφή, γεμάτος λόγος, εικόνες και κινήσεις ονείρου. Ιδανική έκταση. Κάπως έτσι τις περίμενα τις Ιτιές, που ήθελα καιρό να τις διαβάσω. Δεν ενθουσιάστηκα ούτε απογοητεύτηκα. Παραξενεύτηκα. Ο στόχος της Λογοτεχνίας του Παράξενου/Αλλόκοτου είναι ακριβώς αυτός. Να φέρει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας. Το παράξενο να σε καταλάβει τόσο, ώστε να μην μπορείς να βρεις τις λέξεις να το εκφράσεις. Και έτσι, χωρίς να έχεις κανένα σίγουρο συναίσθημα, καμία επικύρωση της πραγματικότητας, να καταδυθείς σε διαφορετικές εκδοχές του κόσμου.

Με στοιχεία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας αλλά και γοτθικής, με έντονο τον μαγικό ρεαλισμό και το ανοίκειο, το βιβλίο μάς παραπέμπει εύκολα στον Ε.Α. Πόε, στον Χ.Φ. Λάβκραφτ και στον Ρ. Τσέημπερς. Πιο πολύ όμως με πήγε στο Χαμένο Νησί του Καραγάτση, να πω την αλήθεια. Τα δύο αυτά βιβλία, σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μου, μου φάνηκαν σαν μία οντότητα και μου άφησαν την ίδια αίσθηση: παράξενο, αποπροσανατολισμό, εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, ανοίκειο.

Γι’ αυτό τα προτείνω παρέα, όπως παρέα τοποθετήθηκαν και στη βιβλιοθήκη μου.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Γράμματα στην Παναγία | Κυριάκος Χαρίτος

Εκδόσεις Πατάκη, 2025

Δεν κατάφερα να το διαβάσω εξαιρώντας τη βιβλική μου ιδιότητα και τη θεολογική σκοπιά. Και καλά έκανα.

Ο Κυριάκος Χαρίτος δεν γράφει για να καταρρίψει τη θεϊκή φύση του Ιησού, αλλά ούτε και για να εξυψώσει την ανθρώπινη. Βασικά γράφει για Εκείνον χωρίς να μας λέει καν ποιος είναι. Γιατί ο Εκείνος θα μπορούσε να είναι όλοι και οποιοσδήποτε. Ο γιος, ο χαμένος, ο περιθωριακός, ο δυνατός, ο αδύναμος, ο φίλος, ο πεινασμένος, ο χαμένος, ο περιπλανώμενος.

Και αυτό ήταν. Ένας για όλους.

Τα γράμματα είναι ό,τι του έχει απομείνει ως γέφυρα με τη μήτρα, την πηγή, την αρχή, τη χαμένη Εδέμ, το Θηλυκό.

Ξεχώρισα: “<<“Πρέπει να βρω τη γλώσσα, μάνα. Πρέπει να βρω μια γλώσσα που δεν θα έχουν ξανακούσει οι άνθρωποι. Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω. Αν καταφέρω και αναστήσω τις λέξεις, μπορώ να σηκώσω και το σώμα τους από το χώμα”>>”.

Ναι. Διότι “στην αρχή ήταν ο Λόγος, και ο Λόγος ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. Αυτός ήταν στην αρχή προς τον Θεό. Όλα έγιναν διαμέσου αυτού· και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα το οποίο έχει γίνει. Mέσα σ’ αυτόν ήταν ζωή, και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων. Kαι το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει, και το σκοτάδι δεν το κατέλαβε”. [Κατά Ιωάννη 1:1-5]

Στα σύντομα αυτά επιστολικά κείμενα βρίσκουμε μια απλή και άμεση γλώσσα, όπως οφείλει να είναι η γλώσσα της λογοτεχνικής αλήθειας. Τα βαθιά νοήματα που επικοινωνούν, φτάνουν στην καρδιά και είναι σχεδόν θεραπευτικά. Καταπραϋντικά. Αναστάσιμα.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Λογοτεχνία: Τέχνη ή εγχειρίδιο;

Οι παρακάτω σκέψεις και προβληματισμοί δεν έχουν χαρακτήρα επίκρισης, αλλά περισσότερο ενημέρωσης, γιατί δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να έχουν γνώση της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των ειδών. Θεωρώ υποχρέωση των δασκάλων, των συγγραφέων, αλλά και του κόσμου του βιβλίου γενικότερα, να επιμορφώνει το κοινό με κάθε ευκαιρία.

Άξια μελέτης είναι η προσέγγιση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην αναγνωστική κουλτούρα μας. Φαίνεται πως έχουμε μπερδέψει τη λογοτεχνία με το δοκίμιο. Συχνά, υποψήφιοι αναγνώστες ζητούν από τον βιβλιοπώλη ή σε ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βιβλία για συγκεκριμένο σκοπό και με συγκεκριμένο δίδαγμα. Αναζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις: Ένα βιβλίο για την πρώτη μέρα στο σχολείο ή Ένα βιβλίο για τη διαχείριση του χωρισμού. Και άλλοι ‒βιβλιοπώλες που δεν είναι «διαβασμένοι» ή απλοί αναγνώστες που θέλουν απλά να βοηθήσουν‒ απαντούν με τίτλους δηλωτικούς του θέματος και εκεί σταματούν οι προτάσεις. Π.χ.: <<Πρώτη μέρα στο σχολείο>> ή <<Το ηλιοβασίλεμα μιας σχέσης>> (Οι τίτλοι είναι εντελώς φανταστικοί).

Η λογοτεχνία δεν λέει, αλλά δείχνει

Ας καταλάβουμε ότι τα θέματα που αγγίζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να είναι πολλά και όχι μόνο ένα. Ή ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν γράφεται από τον συγγραφέα του για να λύσει ένα πρόβλημα ή για να δώσει απαντήσεις. Το αν επικοινωνεί προβληματισμούς και δίδει κάποιες απαντήσεις μέσα από τη δράση των ηρώων, αυτό είναι άλλο πράγμα. Εννοείται πως περιέχει και απόψεις του συγγραφέα ο οποίος, μέσω της μυθοπλασίας του, μπορεί π.χ. να πάρει θέση απέναντι σε ένα κοινωνικό φαινόμενο (και καλό είναι να γίνεται αυτό). Εξάλλου, πολλά λογοτεχνικά βιβλία έχουν επηρεάσει συνειδήσεις και έχουν ανατρέψει καθεστώτα.

Υπάρχει και το ιστορικό μυθιστόρημα ή βιβλία που η δράση τους τοποθετείται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εδώ το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την εποχή ή το είδος είναι επίσης άλλη υπόθεσηˑ ξέρει τι ζητάει, ξέρει τι μελετάει. Είναι προσωπικό γούστο και ενδιαφέρον. Όχι λύσεις σε προβλήματα και συγκεκριμένα θέματα.

Πώς επιλέγω το βιβλίο και πώς γίνομαι συνειδητός αναγνώστης λογοτεχνίας;

Ας απολαύσουμε τις ιστορίες που δεν έχουν διδακτισμό. Ας ανακαλύψουμε και ας αγαπήσουμε συγγραφείς, ας γνωρίσουμε τα είδη, τις φόρμες και τα ύφη, ας αγαπήσουμε και ας ταυτιστούμε με ήρωες γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτά που μας ενώνουν μαζί τους, ας αφήσουμε την αφήγηση και τον χωροχρόνο του βιβλίου να μας συναρπάσουν. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο υπάρχει για να σε μαγέψει με την ομορφιά του λόγου και της αφήγησης. Κι εκεί μέσα, μπορεί να βρεις κάπου τον εαυτό σου, να συνομιλήσεις και να πάρεις τις απαντήσεις που θέλεις. Ας ψάξουμε μέσα στη δράση των ηρώων να βρούμε τι ωφέλιμο μπορούμε να κρατήσουμε.

Η εξειδίκευση και η άμεση απάντηση σε ένα ζήτημα υπάρχει στο δοκίμιο που αναπτύσσει ένα συγκεκριμένο θέμα και εκφράζει ενδεχομένως και τη γνώμη του συγγραφέα, την καθοδήγηση ή τη συμβουλή του. Μπορούμε λοιπόν, την επόμενη φορά που χρειαζόμαστε μια λύση, μία γνώμη σε ένα πρόβλημα, να αναζητήσουμε ένα δοκίμιο, μια επιστημονική μελέτη αντίστοιχης θεματολογίας με αυτό που μας απασχολεί.

Από την πλευρά του συγγραφέα

Ο λογοτέχνης αποφεύγει να λέει, να μιλάει με διδακτισμό για να συμβουλεύσει και να δώσει λύσεις. Αφήνει τους ήρωες και τη δράση να σου δείξουν, να σε προβληματίσουν.

Πολλοί συγγραφείς, βλέποντας την τάση αυτή του κοινού να ζητούν βιβλία με συγκεκριμένο θέμα, πέφτουν στην παγίδα και ξεκινούν ανάποδα. Δηλαδή ασχολούνται με το δίδαγμα (το θέμα που θα τραβήξει και θα πουλήσει) και όχι με τη σωστή ανάπτυξη των ηρώων και της ιστορίας. Έχουν γεμίσει τόσο πολύ τα ράφια των βιβλιοπωλείων με τέτοια “δοκιμιακή” λογοτεχνία που δίνει απαντήσεις, ώστε πλέον η τέχνη μοιάζει αχρείαστη και ακατανόητη μάλιστα πολλές φορές.

Είναι πολύ εύκολο να πέσει ένας συγγραφέας σε αυτή την παγίδα του «ανάποδα». Το αποτέλεσμα, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι μια ιστορία χωρίς προσωπικότητα, αφού οι ήρωες θα φέρονται και θα δρουν σαν φελλοί ή νούφαρα, δηλαδή θα υπάρχουν μόνο στην επιφάνεια για να επιτελέσουν έναν και μόνο σκοπό: να δώσουν την απάντηση στο πρόβλημα που έχει τεθεί. Θα είναι πιθανότατα μονοδιάστατοι, πολυλογάδες και θα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με την εστίαση.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν μπορεί ένα συγκεκριμένο θέμα να εμπνεύσει τον συγγραφέα ως αφορμή. Από εκεί και πέρα όμως είναι θέμα διαχείρισης, ικανότητας και τεχνικής το αν το θέμα θα καταπιεί εν τέλει την ιστορία.

Τι γίνεται με τα παιδικά βιβλία;

Σε όλο αυτό, επιφυλάσσομαι για κάποια παιδικά βιβλία που απευθύνονται σε μικρές ηλικίες και εστιάζουν σε ανάπτυξη δεξιοτήτων, αυτοφροντίδα κ.λπ. Εκεί, ναι, μπορώ να τα αναζητήσω ανάλογα με το θέμα τους ίσως. Όμως και εδώ παρατηρώ ένα άλλο πρόβλημα: τα περισσότερα απευθύνονται στους γονείς ή στους νηπιαγωγούς και τους δασκάλους, δίδοντας οδηγίες στην ουσία. Δεν επικοινωνούν απευθείας με το παιδί. Και εδώ χωράει μεγάλη συζήτηση. Θέλουμε παιδιά που θα τους λέμε τι να κάνουν και θα τα καθοδηγούμε μια ζωή ή θέλουμε παιδιά σκεπτόμενα που θα προβληματίζονται και θα αναπτύσσουν δεξιότητες μέσα από την ανακάλυψη; Ας στοχαστούμε, γονείς, εκπαιδευτικοί και συγγραφείς. Η ευθύνη εξάλλου είναι κοινή.

Ευλαμπία Τσιρέλη

συγγραφέας, Δρ Α.Π.Θ., δασκάλα συγγραφής.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό viewtag.gr

[Απαγορεύεται η αναδημοσίευση –σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή- του συνόλου ή μέρους του παρόντος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος της συντάκτριας.]

Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει | Irene Solá

Μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου | Εκδόσεις: Ίκαρος

Μύθοι και θρύλοι μπλέκονται με την πραγματικότητα, το ζώο συνδέεται με τον άνθρωπο, το αόρατο με το ορατό, το όσιο με το μαγικό, η φύση με την ψυχή. Ενδιαφέρον παιχνίδι με τους αφηγητές, άγρια γραφή, χειμαρρώδεις συλλογισμοί και αυθεντικός λόγος χωρίς εντυπωσιασμούς.


Δύο είναι τα δυνατά σημεία: Πρώτον, οι πολυάριθμες οπτικές γωνίες στην αφήγηση, με παντογνώστες μη ανθρώπινους αφηγητές που έχουν συνήθως μηδενική εστίαση. Δεύτερον, ο ανιμισμός που διατρέχει όλο το βιβλίο. Τα πάντα έχουν ψυχή και μιλούν σε μια γλώσσα αρχέγονη. Η φύση, ένας ξεχασμένος -από τον άνθρωπο- κόσμος, δεν έχει αρχή και τέλος, δεν έχει γραμμές, μόνο κύκλους. Η γέννηση και ο θάνατος έχουν άλλη διάσταση, μοιράζονται σε μια φυσική διαδικασία. Δεν υπάρχει μιζέρια, τραγωδία, μελοδραματισμοί – ό,τι δηλαδή εμπεριέχει εγωισμό.

Η αφηγηματική ανάμειξη των θρύλων της Καταλονίας με τη σκληρή πραγματικότητα της αγροτικής ζωής και τα τραύματα του Ισπανικού Εμφυλίου, είναι εμβληματική τεχνικά. Οι μάγισσες είναι σάρκα της γης, τα πνεύματα οι φωνές του αέρα, οι θεοί το βουνό.

Αν και είναι αρκετά πυκνό, διαβάζεται γρήγορα σαν να σε παίρνει η κατηφόρα και μάλιστα σε ολισθηρό έδαφος. Eξαιρετική η μετάφραση. Θεωρώ πως ήταν πολύ δύσκολο να αποδοθούν φράσεις, εικόνες, καταστάσεις και η γενικότερη αίσθηση αυτού του βιβλίου που τα περιέχει πραγματικά όλα.

Από τα βιβλία που σου αφήνουν ένα σημαδάκι και σου θυμίζουν πως δεν είναι ο άνθρωπος το κέντρο του κόσμου, παρά ένα πολύ μικρό -και ασήμαντο, σχεδόν περιττό- μέρος του συνόλου της φύσης όπου τα πάντα έχουν ανάσα και ψυχή, από το ζώο ως την πέτρα και από το σύννεφο μέχρι τον ποταμό.

Οι κελτικές ρίζες του Halloween

(english text follows)

Οι πιο σημαντικοί εορτασμοί των Κελτών λάμβαναν χώρα κατά τις ημέρες που άρχιζαν οι εποχές, δηλαδή στις αρχές Νοεμβρίου, Φεβρουαρίου, Μαΐου και Αυγούστου. H πρώτη από αυτές ήταν το Samhain (Σόουιν, “Νοέμβρης” ή “ τέλος καλοκαιριού”), η σημερινή εορτή των Αγίων Πάντων, ευρύτερα γνωστή ως Halloween.

Η αρχαία γιορτή του Samhain σηματοδοτούσε το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή του κελτικού Νέου Έτους.

Ο θάνατος

Σύμφωνα με τον μύθο, τη νύχτα του Samhain, της 31ης Οκτωβρίου, Γιορτής των Νεκρών, οι θεοί κατέβαιναν στη γη για να προκαλέσουν αναστάτωση στους ζωντανούς. Το “πέπλο” που χώριζε τους δύο κόσμους εκείνη τη νύχτα γινόταν πολύ λεπτό.

Αρχικά  η γιορτή γινόταν προς τιμή του θανάτου του Ηλιακού Θεού και της μετάβασής του στις σκοτεινές χώρες του “Κάτω Κύματος” όπου έπειτα κατοίκησε ως “Κύριος του Θανάτου”.

Αν και ο θάνατος είναι ο κεντρικός πυρήνας της γιορτής, η οποία αποτελούσε το μέγα μνημόσυνο των νεκρών, αυτό δε σημαίνει ότι πρόκειται για ένα μακάβριο γεγονός. Εξάλλου ο θάνατος δεν προκαλούσε φόβο στους Κέλτες, παρά αποτελούσε μια ομαλή και χαρούμενη μετάβαση.

Η γιορτή αυτή εκτός από τον θάνατο, είχε να κάνει και με το πέρασμα από μια φάση της ζωής σε μια άλλη, όσον αφορά τις σχέσεις, την εργασία και άλλες μεταβάσεις στη ζωή των ανθρώπων. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και “τελετουργικό μετάβασης”, πολύ συχνό μοτίβο στις ζωές των ανθρώπων, που λαμβάνει χώρα εκούσια ή ακούσια.

Η φωτιά

Οι υπαίθριες φωτιές έπαιζαν σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια των εορτασμών. Λέγεται πως οι χωρικοί έριχναν τα κόκαλα των σκοτωμένων ζώων στις φλόγες, κι έπειτα, όταν η φωτιά δυνάμωνε, κάθε οικογένεια έπαιρνε με έναν δαυλό φωτιά για την οικογενειακή εστία. Έτσι δένονταν μαζί όλες οι οικογένειες του χωριού. Οι φωτιές αυτές ονομάζονταν Mπόνφαϊρς (Bonfires: bone-κόκαλο+fire-φωτιά).

Όλοι συνήθιζαν να κάθονται γύρω απ’ τη Μπόνφαϊρ και να λένε ιστορίες. Ένα Ιρλανδικό έθιμο επίσης ορίζει οι άνθρωποι να πηδούν από πάνω της, πρακτική που μας θυμίζει δικά μας έθιμα, αλλά και άλλα παρόμοια σε όλο τον κόσμο που έχουν να κάνουν με τη φωτιά.

Στην Ιρλανδία, η συνήθεια κατά το Samhain να ανάβουν φωτιές στις κορυφές λόφων παραλληλίστηκε με το φως και το χρώμα του ήλιου στον ουρανό, κάτι που ίσως να υπονοεί κι ένα είδος ηλιολατρευτικής θρησκείας.

Η μεταμφίεση και οι κολοκύθες

Ο άνθρωποι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται σε φαντάσματα για να υποδεχτούν τους νεκρούς που μετέβαιναν στον κόσμο μας, αλλά και για να μην τους αναγνωρίσουν τα κακοποιά πνεύματα και τους βλάψουν. Ήταν δη

Η κολοκύθα, που συνήθως σκαλίζουμε ή κρατούν τα παιδιά ως φαναράκι, είναι γνωστή ως Jack o’ Lantern. Αποτελεί ωστόσο Αμερικανικό έθιμο. Κατά το παλαιό, όμως, Ιρλανδικό έθιμο, εκείνη τη νύχτα οι άνθρωποι σκάλιζαν σε ένα γογγύλι ανθρώπινα χαρακτηριστικά, και μέσα τοποθετούσαν ένα αναμμένο κερί. Το φαναράκι αυτό είχε διπλό ρόλο: το φως που άναβε μέσα του πρώτον καθοδηγούσε τους νεκρούς προγόνους -που εκείνη τη νύχτα περιδιάβαιναν στον κόσμο μας για να συναντήσουν τους συγγενείς τους- ώστε να μη χάσουν τον δρόμο τους και, δεύτερον, απωθούσε κακόβουλες υπερφυσικές δυνάμεις.

Το Samhain, στην παλαιά του μορφή, με τις Mπόνφαϊρς, εορτάζεται με μεγαλοπρέπεια σήμερα στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, εορτάζεται το εξελιγμένο και πιο γνωστό σε μας Halloween.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση.

Πηγή εικόνας: history.com

HALLOWEEN’S CELTIC ORIGINS

The most important celebrations of the Celts took place the first days of every season: the first days of November, February, May and August. The first among them was the Samhain (November or end of the summer), nowadays celebration of “All Saints” or also known as Halloween. The ancient festival of Samhain marked the end of summer and the beginning of the Celtic New Year, thus the death of a season (summer) and the birth of another one (winter).

According to the myth, which includes later aspects of the Underworld, during the night of the October 31st, the night of Samhaim, Celebration of the Dead, gods walked the earth and caused disruption with their magic. During that night the “veil” that separated the two worlds was very thin and permeable. At first, the festival was in honor of the Solar God’s death and his transition to the dark lands of the Under Wave, where he later dwelt as Lord of Death. Although death is the central core of the festival, which was the great memorial of the dead that does not mean it’s a macabre event. Furthermore, death, as we mentioned before, caused no fear to the Celts. This celebration, apart from death, had to do with the passage from one phase of life to another, concerning relations, work and other transitions in people’s lives. We could characterize it also as “ritual of transition”, a very common pattern in the everyday life that takes place voluntarily or involuntarily.

Outdoor fires also played an important role during the celebration. It is said that villagers threw the bones of killed animals in the flames and then, when the fire grew stronger, each family took a torch for the home fire. Thus, all the families of the village were tied together. These fires were called Bonfires: bone+fire. 

Everyone used to sit around Monfair and tell stories. An Irish tradition also states that people jumped over those fires, a practice that reminds us of our own traditions, and other similar ones around the world. In Ireland, during Samhain, people used to light fires on hilltops, paralleled with the light and color of the sun in the sky. This practice might imply a type of sun-worshiping religion.

People used to masquerade as ghosts to greet the dead, who were coming in our world. This was done in order the living not to be recognized and get hurt by the dead. It was a sort of camouflage.

The pumpkin, known as Jack Lantern (jack-o’lantern), is a posterior American custom, as regards the use of pumpkin. However, according to an old Irish custom that night people carved on a turnip or a beet human characteristics and placed in it a lit candle. The lantern had a dual role: Firstly, the light, which lit inside, guided the dead ancestors who that night were wandering into our world to meet their relatives, so that they won’t lose their way. Secondly, the light frightened malevolent supernatural forces.

(english translation by Ath. Koutoupas)

Πρωτομαγιά, μια πανάρχαια ιστορία

Την Πρωτομαγιά έχουμε μια διάθεση Πρωτοχρονιάς. Στεφάνια κυκλικά την Πρωτομαγιά, στεφάνια κυκλικά την Πρωτοχρονιά. Κύκλοι της φύσης, αναγέννηση και συνέχεια. Έντονη διάθεση ανακαίνισης, φρεσκάδας και προσμονής για κάτι καλύτερο.

Η αίσθηση αυτή που έχουμε δεν είναι τυχαία. Είναι μέσα μας από τα πολύυυυ παλιά χρόνια. Από τότε που ο αρχαίος άνθρωπος και οι πρώτοι πολιτισμοί, λειτουργούσαν εντελώς αυθόρμητα, σύμφωνα με τη φύση και σύμφωνα με τον κύκλο των εποχών. Γι’ αυτούς η Πρωτοχρονιά ήταν την άνοιξη. Όταν η φύση αναγεννάται και όλα ανθίζουν. Όταν δηλαδή εντόπιζαν τη γονιμότητα και τις νέες γεννήσεις αλλά, το πιο σημαντικό, τη γέννηση του φωτός, τον ερχομό του ήλιου και το τέλος του χειμώνα και των βροχών. Βέβαια αυτή την Πρωτοχρονιά την τοποθετούσαν κάπου στον Μάρτιο αν μπορούμε να υπολογίσουμε σωστά.

Στους αρχαίους Βαβυλώνιους έχουμε καταγραφή του φεστιβάλ της Πρωτοχρονιάς (Akitu), περίπου 4000 χρόνια πριν!  Αυτοί ήταν πολύ ακριβείς γιατί ήταν και οι πρώτοι αστρονόμοι. Έτσι, την τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία. Και οι Αιγύπτιοι το ίδιο.

Στον δυτικό κόσμο, το ρωμαϊκό ημερολόγιο επίσης τοποθετούσε την Πρωτοχρονιά την άνοιξη, και συγκεκριμένα τον Μάρτιο.

Στον παγανιστικό δυτικό κόσμο η Πρωτομαγιά ήταν μέρα εορτασμών για τη γονιμότητας της φύσης, ενώ στα χρόνια του Μεσαίωνα ήταν συνδεδεμένη με τη μαγεία και τις μάγισσες. Γνωστή είναι η
Βαλπουργία Νύχτα, η νύχτα των μαγισσών που γιορτάζεται στις 30 Απριλίου, και συμπίπτει με την ονομαστική εορτή της Αγίας Βαλπούργης που βοήθησε στον εκχριστιανισμό των γερμανικών φύλων. Στις μέρες μας, οι παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις με τα στεφάνια, τις νεράιδες και τις μάγισσες, συνοδεύουν τις θρησκευτικές.

Σύμφωνα με τους θρύλους, τη νύχτα της Πρωτομαγιάς το πέπλο μεταξύ των κόσμων είναι λεπτό και διαπερατό, και οι άνθρωποι μπορούν να δουν νεράιδες και ψυχές.

Την Πρωτομαγιά (Beltane) στην Ευρώπη οι εορτασμοί μοιάζουν πολύ με εκείνους του Halloween (Samhain). Σε κάποια μέρη μεταμφιέζονται και ανάβουν μεγάλες φωτιές (bonfires). Μεταμφιέζονται για να μην τους γνωρίζουν τα πονηρά όντα που έρχονται στον κόσμο μας, και ανάβουν φωτιές για να βλέπουν και να μην χάνουν τον δρόμο τους τα αγαθά.

Αγγλικό τραγούδι της Πρωτομαγιάς “Hal An Tow”:
To welcome in the May-o
Summer is a comin’ in,
And Winter’s gone away-o
Invite us to the Fair-o
We’ve come to their merry wood
To see the faeries there-o

Ημέρα Μνήμης

Άνοιξη 2021. Είχαμε μόλις τελειώσει το μεσημεριανό και είχα βγάλει χαλβά σιμιγδαλένιο όταν χτύπησε το κουδούνι. Ο ταχυμεταφορέας μού παρέδωσε ένα βιβλίο. Δεν περίμενα κάτι συγκεκριμένο. “548 μέρες με άλλο όνομα” διάβασα γρήγορα στο εξώφυλλο. Δεν έδωσα σημασία στο όνομα. Άνοιξα τυχαία κάπου στη μέση και διάβασα έκπληκτη τον τίτλο του κεφαλαίου… “Πανηγυρίζαμε μ’ έναν χαλβά σιμιγδάλι”. Πάγωσα. “Κάποιος μου κάνει πλάκα”, σκέφτηκα. Μια υπέροχη σύμπτωση, που ήταν μόνο η αρχή της μεγάλης έκπληξης…

Τη Ροζίνα Ασσέρ-Πάρδο την πρωτογνώρισα μέσα από το ντοκιμαντέρ “Φιλιά εις τα παιδιά” του Βασίλη Λουλέ. Η γυναίκα που περιέγραφε τις 548 μέρες που έζησε ως κοριτσάκι, κρυμμένη σε ένα διαμέρισμα στην Τσιμισκή, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος. Η μαρτυρία της με είχε συγκλονίσει. Το 2020 έφυγε από τη ζωή.

Το 2021 ξεκίνησα μαθήματα σεφαραδίτικων με τον δάσκαλο Τζέκυ Μπενμαγιόρ. Ένας από τους συμμαθητές μου ήταν (και είναι) ο Βίκτωρ. Στα μαθήματα τους έλεγα για το ντοκιμαντέρ και πως πρόβαλα μερικά αποσπάσματα από αυτό στα παιδιά στο σχολείο για να μάθουν, να γνωρίσουν εκείνα τα παιδιά. Ο Βίκτωρ κάποια στιγμή μού ζήτησε τη διεύθυνσή μου για να μου στείλει κάτι. Μου έστειλε το βιβλίο της. Αυτό που τώρα κρατούσα στα χέρια μου και ανακάλυπτα ότι ήταν το ημερολόγιο που κρατούσε, ούσα παιδάκι 10 χρονών, κρυμμένη και φοβισμένη. Mόλις είχα συνειδητοποιήσει πως ο Βίκτωρ, ο συμμαθητής μου, ήταν ο γιος της Ροζίνας.

Το αγαπημένο μου απόσπασμα από το βιβλίο που δεν θα ξεχάσω ποτέ: “Ευτυχώς υπήρχε το παιχνίδι. Πώς συνεννοούμασταν για το παιχνίδι δεν ξέρω, ίσως μιλώντας χαμηλόφωνα γιατί ήμασταν στην ταράτσα. Δεν μας έβλεπε κανείς. Είχε ένα πεζουλάκι μόνο, στο οποίο ανεβαίναμε και το κάναμε καράβι και παίζαμε ότι αρμενίζαμε σε θάλασσες ελεύθερες από Γερμανούς. Ήταν το πιο ωραίο μας παιχνίδι. Αυτή η ταράτσα ήταν όλος μου ο κόσμος”.

Μπορεί αυτή η ιστορία που σας γράφω τώρα, για τη φοβερή αυτή σύμπτωση, να μοιάζει με διήγημα μυθοπλασίας, αλλά η ζωή πάντα μάς ξεπερνά. Εύχομαι η ζωή να ξεπερνά τη φαντασία μόνο στα ευχάριστα.

27η Ιανουαρίου-Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ🌺

Ο Τόλκιν, το Φως και τα Δέντρα

Ο Τζων Ρόλαντ Ρούελ Τόλκιν ήταν εξέχων και διαπρεπής Άγγλος φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής και ακαδημαϊκός. Είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών και όλη τη μυθολογία της Μέσης Γης. Είναι γνωστός ως ο «Πατέρας» της μοντέρνας φανταστικής λογοτεχνίας.

Στο παρόν άρθρο θα πληροφορηθείτε για μια πτυχή του έργου του πολύ σημαντική, που αναφέρεται στην αγάπη του για τα δέντρα, τι σήμαιναν γι’ αυτόν, και πώς η ιστορία του μίλησε για τη μεγαλύτερη πανανθρώπινη αποστολή: τη διαφύλαξη του Φωτός και τη μάχη κατά του Σκότους.

Ο Καθηγητής, τα βιβλία, και η λογοτεχνία του Φανταστικού

Γεννήθηκε στο Μπλουμφοντέιν της Νότιας Αφρικής στις 3 Ιανουαρίου 1892. Την πρώτη παιδική του ηλικία την πέρασε ευτυχισμένα στις εξοχές του Γουόργικσάιρ. Ζώντας μια πολυτάραχη ζωή ανάμεσα σε σπουδές και στον πόλεμο, κατάφερε να γίνει ένας αξιόλογος καθηγητής γλωσσολόγος της Αγγλο-σαξωνικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μια μέρα, ο καθηγητής, διορθώνοντας διαγωνίσματα, και χωρίς να το συνειδητοποιήσει, έγραψε σε μια λευκή κόλλα: “Σε μια τρύπα στο χώμα, ζούσε ένα Χόμπιτ”. Θέλοντας να εξηγήσει στον εαυτό του τι είναι ένα Χόμπιτ, άρχισε να γράφει μια ιστορία, που έμελλε να γίνει άμεσα κλασική.

Ο καθηγητής μας, όπως και άλλοι μεγάλοι λογοτέχνες του Φανταστικού, περιλαμβάνει αρχετυπικά μοτίβα της μυθολογίας, όπως ο ήρωας-μεσσίας, ο σοφός, η φωτιά, το φως και το σκοτάδι, το νερό, το δέντρο κ.ά., που εντέχνως χρησιμοποιεί, προσδίδοντας στο κείμενό του την ισχύ της διαχρονικότητας και πανανθρωπινότητας.

Η φαντασία για τον Τόλκιν δεν αποτελεί τρόπο απόδρασης από την πραγματικότητα, αλλά μια εμβάθυνση στο νόημα αυτής. Η δύναμη της φαντασίας είναι ένας τρόπος επικοινωνίας με έναν πρότερο, πρωτόγονο και άμεσο τρόπο, με τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα. Ένας τρόπος ανάκτησης της γνώσης του εαυτού μας και του κόσμου γύρω μας.

Ευλαμπία Τσιρέλη, Δέντρα και Δάση της Μέσης Γης. Μυθολογία, Συμβολισμός, Αναφορικότητα, 2018. Tο βιβλίο προλογίζει ο βιογράφος του J.R.R.Tolkien, Colin Duriez. Πρόκειται για τη μοναδική αμιγώς ελληνική μελέτη στο έργο του Καθηγητή. [Στο εξώφυλλο, το Λευκό Δέντρο της Γκόντορ.]

Τα δέντρα και το φως

Ο Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν ήταν, αναμφισβήτητα, ένας λάτρης των δέντρων. Η αγάπη του και ο σεβασμός του προς αυτά ήταν μεγάλος. Η οπτική του γι’ αυτά είναι διαφορετική από κάθε τι άλλο έχουμε δει. Δημιούργησε ζωντανά πνεύματα-δέντρα, προσωποποιώντας τέλεια τη φύση.

Όμως, φαίνεται ότι διέθετε και βαθιά γνώση. Γνώση των δέντρων στη μυθολογία, στη βοτανολογία, αλλά και επίγνωση της σημασίας τους στη ζωή μας γενικότερα. Από τον καιρό που ήταν παιδί, έπαιζε κάθε μέρα ανάμεσα στα δέντρα στην εξοχή του Sarehole (Σέρχολ) και του Warwickshire (Γουόρικσιρ). Η μητέρα του τού είχε μάθει τις χρήσεις και ιδιότητες των βοτάνων. Του άρεσε να ζωγραφίζει δέντρα, αλλά και να βρίσκεται κοντά τους. Να σκαρφαλώνει πάνω τους και να ξεκουράζεται στις ρίζες τους. Ένα περιστατικό σημάδεψε για πάντα τη ζωή του. Αγαπούσε μια γέρικη ιτιά. Μια μέρα κάποιος την έκοψε και άφησε το κούτσουρο της πεταμένο να σαπίζει. Αυτό ο Τόλκιν δεν το ξέχασε ποτέ.

Το δέντρο είναι ένα αρχετυπικό σύμβολο που ενσαρκώνει αρετές και ιδιότητες οι οποίες εξυμνήθηκαν στην αρχαία γραμματεία και εικονογραφία, και ο Καθηγητής το χρησιμοποιεί κατά κόρον ώστε να δομήσει τον κόσμο του. Η πηγή και αρχή όλων, εντοπίζεται στη χώρα της Άρντα, όπου ο Καθηγητής βάζει τη θεά Γιαβάννα, τη δότρια των καρπών και μια από τις επτά βασίλισσες των Βάλαρ, να δημιουργεί με το τραγούδι της δύο θαυμαστά δέντρα, Τελπέριον και Λάουρελιν. Ολόκληρος ο κόσμος του Καθηγητή ξεκινά με τη δημιουργία δέντρων δηλαδή. Δυστυχώς, όμως, καταστρέφονται και χάνεται το φως του κόσμου μαζί με τον θάνατό τους. Ένα φυντανάκι όμως επιζεί, διατηρώντας μέσα του την ελπίδα ότι κάποτε θα επιστρέψει η δόξα της μεγάλης εποχής.

Με τον πίνακα του Σπύρου Γελέκα, “Τελπέριον και Λάουρελιν|.

Το Λευκό Δέντρο της Γκόντορ είναι σύμβολο μεγαλοπρέπειας και δύναμης των βασιλέων. Όταν ο Άραγκορν γίνεται βασιλιάς στο τρίτο μέρος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ανακαλύπτει με τη βοήθεια του Γκάνταλφ ένα δεντρύλλιο του Λευκού Δέντρου της Γκόντορ, σύμβολο νίκης και φωτός. Το φως επανέρχεται μέσω του δέντρου της Γκόντορ στον κόσμο. Ο Άραγκορν Ελέσσαρ εγγυάται για μια νέα εποχή επικυρώνοντας την υπόσχεση με το Λευκό Δέντρο της Γκόντορ που διασώζει τη δόξα του Φωτεινού Βάλινορ, του παλαιού μακάριου τόπου.

Πρόκειται στην ουσία για άλλη μια ιστορία διαφύλαξης και νίκης του φωτός κατά του σκότους. Ο Τόλκιν, δημιούργησε ένα νέο μυθολογικό είδος, μια νέα πανανθρώπινη έκφραση της φύσης που στέκεται απόλυτα ισάξια δίπλα στις φωτεινότερες συλλήψεις της παγκόσμιας μυθολογίας.

Για περισσότερα, δείτε και: Ευλαμπία Τσιρέλη, «Δέντρα και Δάση της Μέσης γης. Μυθολογία, Συμβολισμός, Αναφορικότητα», εκδόσεις iWrite, Θεσσαλονίκη 2018.


Ευλαμπία Τσιρέλη

Εκπαιδευτικός, Θεολόγος

MA Theology |Yπ. Ph.D. Α.Π.Θ.

καθηγήτρια δημιουργικής γραφής, συγγραφέας

Tο άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Will o’ Wisps.

Για τη βιογραφία του Καθηγητή βλ. Colin Duriez, J.R.R.Tolkien. The making of a Legend.

Είμαστε Ιστορίες – Κείμενο στο περιοδικό Σχεδία

Από πολύ μικρή ηλικία συνειδητοποίησα ότι είμαστε ιστορίες. Ιστορίες γι’ αυτά που ζούμε, ιστορίες γι’ αυτά που ήμασταν, ιστορίες για εκείνα που θα θέλαμε να γίνουμε, ιστορίες για τις αναμνήσεις που μπερδεύτηκαν με τη φαντασία, ιστορίες γι’ αυτά που χάσαμε και που κερδίσαμε, για όσα αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε. Όλοι αφηγούμαστε ιστορίες· στον καφέ με έναν φίλο, δουλεύοντας και διδάσκοντας, μεγαλώνοντας παιδιά, γιορτάζοντας και πενθώντας, ταξιδεύοντας.

Μεγαλώνοντας, άρχισα να τις γράφω. Ήθελα να αποτυπώσω όλον αυτόν τον όγκο των ιστοριών που είχα μέσα μου και κλωτσούσαν να βγουν για να διαβαστούν. Αργότερα έμαθα για τις μεγάλες ιστορίες του κόσμου, για τους μύθους της δημιουργίας, για τις πρώτες ιστορίες στο πρώτο βιβλίο της Γένεσης, την αρχή της ανθρωπότητας στην πρωτόγονη και αρχαϊκή σκέψη και έκφραση. Είδα ότι όλα έχουν μια κοινή αρχή: τη φαντασία. Τη δημιουργική εκείνη και συναρπαστική ικανότητα του ανθρώπου να σκαρώνει ιστορίες και σχέδια για να εξηγήσει τον κόσμο γύρω του και μέσα του, να συλλαμβάνει στιγμιαία το ασύλληπτο, να θεολογεί, να φιλοσοφεί για να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.

Και οι μύθοι πέρασαν στα θρησκευτικά κείμενα, και τα μυθικά αρχέτυπα έγιναν λατρευτική γλώσσα, και ο άνθρωπος ύμνησε το θείο που απάντησε στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου, του τέλους, κι έδωσε ελπίδα· κι έπειτα στην τέχνη, στη λογοτεχνία, οι ιστορίες αγκάλιασαν και μύθο και θρησκεία, και εντέχνως μπήκαν μέσα μας, πολλαπλασιάζοντας τις ζωές μας, με μια μορφή διαιώνισης και αθανασίας για τον δημιουργό και τον δέκτη.

Θεολογώντας, ανακάλυψα πως αυτή είναι και η σχέση Θεού και Ανθρώπου. Μια σχέση Συγγραφέα και Αναγνώστη. Πόσες φορές δεν είπαμε ότι τα βιβλία είναι διαχρονικά, ότι μιλούν στην ψυχή μας ακόμα και μετά από αιώνες, και πόσες φορές δεν νιώσαμε ότι ο συγγραφέας βρίσκεται ακόμη ζωντανός, να μας μιλά πίσω απ’ τις γραμμές; Ο χρόνος δεν υφίσταται στην επικοινωνία του συγγραφέα με τους αναγνώστες. Η στιγμή είναι παγωμένη, η σύνδεση μακάρια και η επικοινωνία ιερή. Μέσα στο πνεύμα του κανείς μπορεί να ζήσει χίλιες ζωές και, αν κατέχει το χάρισμα, μπορεί και να τις γράψει, να τις διηγηθεί ώστε, μέσα από την ανάγνωση, να τις ζήσουν κι άλλοι.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Το κείμενο φιλοξενήθηκε στο περιοδικό δρόμου, Σχεδία. Ιούνιος 2021.