Τα Στοιχειά της Σαμοθράκης

Samothraki pool by ALEX MERTZANIS @Flickriver

Στης Σαμοθράκης τις ακτές, / φυσά ένας τρομερός αέρας∙ / γέμισε ο τόπος μυρωδιές, / ταράζονται οι φυλλωσιές  /και άλλαξε η ροή της μέρας. 
Σαν μυστικά από αλλού / ψιθύρισε η θάλασσά της / και σαν τα κύματα βροντούν, / πάνω στα βότσαλα ηχούν, / αρχαίοι ύμνοι στα ρηχά της. 
Καβείρων θρύλοι χάνονται / στα άδυτα των φαραγγιών της / και στα ψηλά των ποταμών, / ΄λαφροπατημασιές χορών, / των Νηρηίδων, των παιδιών της. 
Ποια δάση, ποιες βουνοκορφές / περπάτησαν οι μυημένοι. / Σε ποιους βωμούς, σε ποια ιερά / θυσίασαν εκστατικά / σ’ αυτή τη γη τη μαγεμένη.
Ποιοι δαίμονες και ποιοι θεοί / την έσπειραν με αγιοσύνη. / Αχ δε χωρούν εδώ θνητοί, /αμύητοι, περαστικοί, / που της ταράζουν τη γαλήνη.

©Ευλαμπία Τσιρέλη 

Το καράβι πλησίαζε στο λιμάνι ενός επιβλητικού βουνού στη μέση της θάλασσας. Το τρομερό όρος Σάος ορθωνόταν προκλητικά κι ένιωσα ένα αεράκι να μου μεταφέρει τους ψιθύρους του. «Εξερεύνησέ με». Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη που είχα μπροστά μου τη Σαμοθράκη.


Ψάχνοντας να καλύψω ένα ενδιαφέρον θέμα αφού σχεδόν όλα είχαν ήδη ειπωθεί για τη Σαμοθράκη, αγόρασα ένα βιβλίο με παραδόσεις κι έθιμα του νησιού. Το επόμενο πρωί. δεν είχα ανοίξει ακόμα το βιβλίο, μετά το πρωινό στο κάμπινγκ, είδα σε μια κολώνα του δρόμου μια αφίσα με ένα αυτοσχέδιο σκίτσο, ένα σχεδιάγραμμα που υποδείκνυε πώς μπορεί να φτάσει κανείς σ’ ένα σπίτι επάνω στη πανέμορφη Χώρα το οποίο σε προκαλούσε για ένα «ταξίδι στον χρόνο» όπως έγραφε. Παραξενεύτηκα αρκετά και μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το προγραμμάτισα για το επόμενο πρωί. Το απόγευμα, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, με μεγάλη χαρά ανακάλυψα την τεράστια σύμπτωση η συγγραφέας του βιβλίου που είχα αγοράσει, να είναι η ιδιοκτήτρια εκείνου του σπιτιού πάνω στη Χώρα. 

Στο σπίτι-μουσείο

Το σπίτι, ξεχασμένο απ’ τον χρόνο, πέτρινο, γεμάτο αναμνήσεις, παλιά σκεύη, φωτογραφίες, έπιπλα. Όλο με αγάπη φτιαγμένο από την ιδιοκτήτρια του, τη Σαμοθρακίτισσα κ. Μαρία Βερβέρη-Krause, ξενιτεμένη χρόνια στη Γερμανία. Η κ. Μαρία μού εξήγησε πως ερχόταν στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι για να στήσει το προσωπικό της μουσείο, μεταφέροντας όλα εκείνα τα πράγματα κάθε χρόνο από την Αλεξανδρούπολη -όπου κατοικούσε η μητέρα της- στη Σαμοθράκη. Στα τέλη του καλοκαιριού, τα μάζευε πάλι όλα και τα πήγαινε πίσω στην Αλεξανδρούπολη. Έτσι, εκτελώντας ένα χρέος προς τον τόπο της, όπως ένιωθε, είχε φτιάξει ένα μικρό λαογραφικό κινητό μουσείο.

Ξεκίνησε την ξενάγηση στο μαγικό αυτό σπιτάκι ανεβάζοντάς με στον επάνω όροφο. Εκεί, άρχισε να μου τραγουδά ένα νανούρισμα που έλεγαν οι μανάδες στα παιδιά τους για να ηρεμήσουν και να κοιμηθούν, ενώ παράλληλα περιέγραφε τα λόγια με κινήσεις του σώματος και βλέμμα χαμένο στα παλιά. «Σουπάτι, σουπάτι κι’ αρχόντιν βιρβιλούδις στου Δισπότ’ τη βρύση, λούζουντι χτινίζουντι κι στραβουφακουλίζουντι. Κι ακουνούνι τις μαχαίριες για να σφάξουν τις μητέρες. Κι ακουνούνι τα σπαθιά για να σφάξουν τα παιδιά!»  Και συνεχίζει στο βιβλίο της: «Αυτό βέβαια δεν ήταν νανούρισμα, αλλά φοβέρα. Μ’ καλά καταλαγιάζαν τα φνούδια να κμηθούν; Δε καταλαγιάζαν, γιάκου οι μάνις τα φουουφίζαν. Μάαβιιζι του μάτι τα απ’ ντ’ ακατακαθσιά» (Δεν ησύχαζαν τα ζωηρά παιδιά να κοιμηθούν, γι’ αυτό οι μητέρες τα φοβέριζαν. Απελπίζονταν απ’ τη ζωηράδα τους)». Σύμφωνα με το τραγούδι, οι βερβελούδες ήταν γυναίκες, κάτι σαν νεράιδες, που έρχονταν από μακριά. Στραβοφακολίζονται, περιποιούνται το κεφάλι τους, φορούν φακιόλι (μαντήλα), άρα είναι μεγάλης ηλικίας.

Τοπονύμια

«Σε εκείνον τον βράχο εκεί ψηλά που βλέπεις, είναι της Αλεπούς τα Πηγάδια. Όταν ήμασταν παιδιά μάς λέγανε ότι έρχεται η αλεπού, πίνει νερό, και μετά κάθεται στο καφενείο της και πίνει καφέ. Εμείς όλο πηγαίναμε να τη βρούμε, αλλά αλεπού δεν βλέπαμε. Τώρα πια δεν υπάρχει μονοπάτι για να πας», μου είπε η κ. Μαρία γελώντας. Επίσης μου διηγήθηκε δυο ιστορίες, απ’ τις οποίες πηγάζουν τα τοπωνύμια του Φονιά και της Γριάς Βάθρας. Υπάρχουν βέβαια πολλές εκδοχές σχετικά με την καταγωγή των ονομάτων, αλλά η κυρία Μαρία επέμενε ότι αυτές είναι οι αληθινές. «Μια μέρα δυο ψαράδες ψάρευαν στη θάλασσα, εκεί ακριβώς που εκβάλλει ο ποταμός Φονιάς. Ξαφνικά έπιασε τρομερό μπουρίνι και, επειδή φούσκωσε πολύ η θάλασσα, οι ψαράδες έτρεξαν να προστατευθούν στο φαράγγι του Φονιά. Το λάθος όμως ήταν μοιραίο. Το βουνό κατέβασε λάσπη και το ποτάμι όρμησε και παρέσυρε του άτυχους ψαράδες». Όσο για τη Γριά Βάθρα, «πήρε το όνομά της αφότου έπνιξε μια γριά που έσκυψε να πιει νερό και γλίστρησε μέσα της. Είχε και το κοπάδι της μαζί. Αυτή πνίγηκε και τα κατσίκια σκόρπισαν. Αργότερα τη βρήκαν κάτω στη θάλασσα, εκεί που εκβάλλει η Γριά Βάθρα. Και μάλιστα έτσι κατάλαβαν οι ντόπιοι ότι το ποτάμι βγάζει στη θάλασσα». Πιθανολογούν πως το ποτάμι μετέφερε τη γριά υπογείως ως εκεί. Τα δυο αυτά ποτάμια έχουν σκοτώσει πολύ κόσμο, γιατί είναι πολύ ορμητικά και τα βράχια τους πολύ γλιστερά.

Μου είπε κι άλλες πολλές ιστορίες για την καθημερινότητα και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτού του νησιού που συνδυάζει την αρχαιότητα, τους θρύλους και την ιστορία. Εγώ είχε την ιστορία που ήθελα, κι εκείνη βρήκε ένα πρόθυμο αυτί να ακούσει όλα εκείνα που ποθούσε να πει και να μεταδώσει για τον τόπο που τόσο αγαπούσε.

«…Δεν αφήναμε τη μητέρα μας να ανοίξει το παναθύρ’ (παράθυρο), γιατί στο πολύ φως οι ανεμώνες μας μαδούσαν γρήγορα, ενώ στο σκοτάδι ‘μέναν μπουμπουκιασμένες για πολλές μέρες. Είχα προσέξει, πως η ηλιαχτίδα που έμπαινε απ’ τη χαραμάδα του παραθυριού, πάνω στα λουλούδια, φαινόταν σαν την «Κυρασουλένη» (Ουράνιο Τόξο). Λένε, άμα βγει Ουράνιο Τόξο αλλάζει ο καιρός. Άραγε θα ξαναδούμε εμείς το Ουράνιο Τόξο πάνω απ’ τα λουλούδια μας στο πατρικό μας σπίτι; Άραγε θα ‘ρθούνε οι όμορφοι και ξέγνοιαστοι καιροί ή θα μας πάρ’ ο άνεμος όπως τη φλόγα απ’ το κερί;» (Η κ. Μαρία σε γράμμα προς την αδελφή της το 1974) 

Πηγές: 

  • Σαμοθρακίτικα Ανεμοχάδια, Μαρίας Βερβέρη- Krause. Γ’ έκδοση 2005. 
  • Έθιμα και παραδόσεις της Σαμοθράκης, ό.π., Β’ έκδοση 1999. 
  • Σαμοθράκη. Οικοτουριστικός Οδηγός, Γρηγόρη Τσούνη. Έκδοση Δήμου Σαμοθράκης 2002.

Το παρόν αποτελεί μέρος ταξιδιωτικού άρθρου που πρωτοδημοσιεύτηκε -πολύ πιο εμπλουτισμένο- το 2005 στο περιοδικό Μυστική Ελλάδα κι έκτοτε αναδημοσιεύθηκε από πολλά blogs και περιοδικά. Σήμερα, το σπίτι-μουσείο είναι το επίσημο λαογραφικό μουσείο της Σαμοθράκης

R.L.Stevenson. O εξωτικός σκωτσέζος παραμυθάς.

Οι φωτογραφίες με το βιβλίο είναι από το Leakey’s Bookshop στο Ινβερνές της Σκωτίας που είναι πολύ όμορφο και στο κέντρο του υπάρχει μια ξυλόσομπα. Το βιβλίο είναι η πρώτη έκδοση του Νησιού των Θησαυρών το 1883. Η πλάκα με τα χαραγμένα γράμματα βρίσκεται μεταξύ άλλων πλακών με φράσεις συγγραφέων, έξω από το Writer’s Musem στη γενέτειρα του Stevenson.

Robert Louis Stevenson. Γέννηση 13 Νοεμβρίου 1850, πέρασμα στην αιωνιότητα 3 Δεκεμβρίου 1894.

Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο της Σκωτίας. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια αυστηρών αρχών. Σπούδασε μηχανικός (ένα επάγγελμα που έκαναν όλοι σχεδόν οι άντρες της οικογένειάς του) στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ενώ αργότερα τελείωσε και τη Νομική Σχολή. Σύντομα όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία. Οι γονείς του ήταν πρεσβυτεριανοί (ο παππούς του, Lewis Balfour, ήταν εφημέριος της Εκκλησίας της Σκωτίας). Η νοσοκόμα-νταντά του (καθώς ήταν ιδιαίτερα φιλάσθενο παιδί) πίστευε σε ένα μείγμα καλβινισμού και φολκλορισμού, και οι ιστορίες που του έλεγε ήταν λιγάκι τρομακτικές. Μεγαλώνοντας, όλα αυτά τα απέρριψε και ακολούθησε τη ζωή των μποέμ.

Υπήρξε στενός φίλος του Henry James (γνωστός με το Στρίψιμο της Βίδας). Έγραψε μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια, επιστολές, ιστορίες μυστηρίου, ταξιδιωτικής φαντασίας, σκοτεινού ρεαλισμού, και παιδικά βιβλία.

Σ’ όλη του τη ζωή ταξίδευε -συχνά για λόγους υγείας- για να καταλήξει τελικά στους Τροπικούς, στη Σάμοα, όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Οι ιθαγενείς τον λάτρευαν και τον αποκαλούσαν Tusitala (ο παραμυθάς). Η ζωή του εκεί άσκησε τεράστια επιρροή στο έργο του.

Το σπίτι του στα νησιά Σαμόα

“Το νησί των θησαυρών” (1883) ξεκίνησε σαν απλός χάρτης που θα μπορούσε να διασκεδάσει τα παιδιά ενώ ξεκίνησε να το αφηγείται αρχικά στον γιο του. Η ιστορία του έμελλε να αποτελέσει κλασικό ανάγνωσμα όλων των παιδιών. Άλλα γνωστά έργα του είναι: Δόκτωρ Τζέκυλ και κύριος Χάιντ, Η απαγωγή, Ο αφέντης του Μπάλαντρε, Μαρκχάιμ, Ολάγια, Η Λέσχη της Αυτοκτονίας κ.ά.

Ο Stevenson τάφηκε στη Σαμόα και αυτό είναι το ρέκβιεμ που αναγράφεται στο μνημείο του:

Under the wide and starry sky,

Dig the grave and let me lie.

Glad did I live and gladly die,

And I laid me down with a will.

This be the verse you grave for me:

Here he lies where he longed to be;

Home is the sailor, home from sea,

Αnd the hunter home from the hill.

Στο Writer’s Museum, που είναι αφιερωμένο τους τρεις εθνικούς συγγραφείς της Σκωτίας (Burns, Scott, Stevenson), υπάρχουν προσωπικά του αντικείμενα, φωτογραφικό υλικό από τη ζωή του καθώς και οι πρώτες εκδόσεις και χειρόγραφά του.

To Writer’s Museum στο Εδιμβούργο

Το φαινόμενο Πίπη Φακιδομύτη. Πίσω από το βιβλίο.

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε την ιδιαίτερη και σουρεαλιστική περσόνα της Πίππης από την ομώνυμη σειρά που παρακολουθούσαμε μικροί και δευτερευόντως από τα βιβλία. Λίγα όμως γνωρίζουμε για τη δημιουργία της από τη συγγραφέα Astrid Lindgren που είναι λατρευτή στη Σουηδία, και όχι μόνο.

Η Astrid Anna Emilia Lindgren γεννήθηκε στις 14/11/1907. Ξεκίνησε να αφηγείται τις ιστορίες της Πίπης στην εννιάχρονη κόρη της όταν εκείνη αρρώστησε και της ζήτησε να της πει μια διασκεδαστική ιστορία. Ιστορία στην ιστορία, διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη περσόνα, η Πίπη. Η Πίπη είναι να αστείο κορίτσι με υπερφυσική δύναμη, με αυτοπεποίθηση ενηλίκου που ζει μόνη της και ανεξάρτητη, στη βίλα Βιλεκούλα. Ατίθασο, αντιδραστικό μα με χρυσή καρδιά, ζει με τα ζώα της μέσα σε ένα ακατάστατο σπίτι και κάνει ό,τι θέλει, φοράει ό,τι θέλει, κάνει πάρτι με τους φίλους της όποτε θέλει, τρώει ό,τι θέλει, όπου θέλει -ακόμα και στο μπάνιο(!)-, ενσαρκώνει την απόλυτη παιδική ελευθερία, έναν ελεύθερο τρόπο ζωής μακριά από τους κανόνες των μεγάλων, με ανεξαρτησία και μπόλικο σουρεαλισμό και μαγικό ρεαλισμό.

Όταν τα γραπτά της Astrid, μετά τις πρώτες απορρίψεις, έγιναν τελικά δεκτά από τον εκδοτικό Rabén & Sjögren, το πρώτο Pippi Longstocking εκδόθηκε το 1945. Ακολούθησε πανζουρλισμός από τους αναγνώστες. Γράμματα έφταναν καθημερινά στον εκδοτικό ζητώντας τη συνέχεια, τα παιδιά είχαν ανοίξει τις καρδιές τους και είχαν βάλει μέσα την Πίπη. Κι αυτό γιατί η Astrid μίλησε στη γλώσσα τους και έπαιξε με τους όρους τους.

Εκδόθηκαν τρία βιβλία από το 1945 έως το 1948, ακολουθούμενα από πολλά βιβλία μικρών ιστοριών και εικονοβιβλίων. Μέχρι το 2018 έχει ήδη μεταφραστεί σε 76 γλώσσες και έχει μεταφερθεί στο κινηματογράφο και τη τηλεόραση.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Πέθανε το 2002 αφήνοντάς μας τη μαγική συνταγή. Η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων της Σουηδίας, λοιπόν, μας έδειξε τον τρόπο να μπούμε στην καρδιά και το μυαλό παιδιού. Εκεί που τα “πρέπει” των μεγάλων φαντάζουν μ=περισσότερο παράλογα από ένα πουά άλογο και ένα πιθηκάκι που φοράει γιλέκο.

Προς τιμήν της υπάρχει ένα βραβείο για νέους λογοτέχνες που απονέμεται κάθε χρόνο στα γενέθλιά της. Επίσης, ένας αστεροειδής κι ένας μικροδορυφόρος έχουν πάρει το όνομά της.

Η Astrid συνήθιζε να λέει πως:

Η παιδική ηλικία χωρίς βιβλία δεν είναι παιδική ηλικία. Είναι σαν κάποιος να κλείνει την πόρτα που οδηγεί στο μαγικό εκείνο μέρος όπου υπάρχει το σπανιότερο είδος ευτυχίας.

Τσιγγάνοι, οι αιώνιοι ταξιδευτές

Είχανε το φέρσιμο των δένδρων και των κυμάτων που δέχονται τον άνεμο και τη βροχή δέχονται τη νύχτα και τον ήλιο χωρίς ν’ αλλάζουν μέσα στην αλλαγή. -Γιώργος Σεφέρης

Γνωρίζουμε όλοι τους παράξενους Τσιγγάνους. Είναι εκείνοι οι γεμάτοι πάθος άνθρωποι, οι φωνακλάδες, που μπλέκονται σε φασαρίες, οι «αναρχικοί», που αμολάνε τα παιδιά τους ξυπόλυτα κι αδέσποτα να τρέχουν ελεύθερα στους δρόμους, οι παμπόνηροι, οι κάτοχοι των Datsun φορτωμένα με χαλιά και καρέκλες, οι «διαφορετικοί».

Οι Τσιγγάνοι στην Ελλάδα είναι διαφόρων φυλών, και διακρίνονται ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους, την πορεία που ακολούθησαν μετέπειτα, τη γενιά τους, τη διάλεκτό τους, το επαγγέλμα, τον τρόπο ζωής (νομάδες, εδραίοι, ημινομάδες).

Μιλούν την παραδοσιακή διάλεκτο της Ρομανί (ή Ρομανές, «romani chib»), η οποία δεν είναι γραπτή γλώσσα και εικάζεται ότι προέρχεται από τα σανσκριτικά και είναι συγγενής των νεοϊνδικών χιντί και παντζαμπί. Το όνομα «Ρομ» σημαίνει «άντρας» στη γλώσσα των Τσιγγάνων. Κυριαρχεί η άποψη ότι προέρχεται από την ινδική λέξη «Dom», που με τη σειρά της στα ινδικά σημαίνει τον άντρα μιας κατώτερης κάστας που τη ζωή του χαρακτηρίζει ο χορός και το τραγούδι.

Για πολλά χρόνια, η καταγωγή των Τσιγγάνων ήταν ένα αίνιγμα για τους επιστήμονες. Εντοπίζονταν σε διάφορα μέρη των πέντε ηπείρων με διάφορα ονόματα, όπως: Ζιτάν, Ζιγκόινερ Σιγγάν, Σίνκαρο, Μποέμ, Ναβάρ, Ντομ, Σίμπρους, Κατσίβελοι, Ρόμ κ.α.

Οι Τσιγγάνοι διακρίνονται σε δυο ομάδες, την Ανατολική και τη Δυτική. Σήμερα η γλώσσα της δυτικής ομάδας είναι πολύ επηρεασμένη από την ελληνική, επειδή στην Ελλάδα πραγματοποίησαν τη μονιμότερη εγκατάστασή τους σχετικά με άλλες χώρες. Λέξεις όπως ντρομ (δρόμος), καρφίν (καρφί), κλιντί (κλειδί), πέταλος (πέταλο), βαμόνι (αμόνι) και ισβιρί (σφυρί) αποτελούν ισχυρές ενδείξεις.

Κατά τον Ρ. Λ. Τάρνερ, οι Τσιγγάνοι έφυγαν από την κεντρική Ινδία γύρω στα 300 π.Χ. Μετανάστευσαν στη βορειοδυτική, όπου και εγκαταστάθηκαν για χίλια χρόνια περίπου. Από παλιά περσικά κείμενα, που συνδυάζουν ιστορία και μύθο, οι ιστορικοί συμπεραίνουν ότι μεγάλος αριθμός Τσιγγάνων φτάνει στην Περσία στα μέσα του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα. Η μαρτυρία των Περσών χρονικογράφων και ποιητών, που αναφέρονται στη διασπορά των Τσιγγάνων, επαληθεύεται από τις μελέτες των γλωσσολόγων και κυρίως του Άγγλου μελετητή Τζων Σάμσον, που λέει ότι οι Τσιγγάνοι, κατά την αναχώρησή τους από την Περσία, χωρίστηκαν σε δυο κλάδους. Ορισμένες ομάδες κατευθύνθηκαν προς τα δυτικά και τα νοτιοανατολικά και άλλες προς τα βορειοδυτικά.

Μύθοι και ιστορικές μαρτυρίες για τα ταξίδια των Τσιγγάνων

Οι “Γύφτοι” -λέει ένας από τους πολλούς μύθους και θρύλους- καταδικάστηκαν να περιπλανώνται για πάντα επειδή ένας απ’ αυτούς σφυρηλάτησε τα καρφιά με τα οποία σταυρώθηκε ο Χριστός.

Βλέπουμε ότι ακολουθούν στη λαϊκή μυθοπλασία τους Εβραίους, όπως τους ακολούθησαν στη διασπορά -καθώς και τα δυο έθνη ποτέ δε στέριωσαν σ’ ένα τόπο, σ’ ένα δικό τους κράτος- και στα κρεματόρια, αφού και οι δυο λαοί εξοντώθηκαν από τους Ναζί, ως διαφορετικοί πληθυσμοί ανθρώπων, ακατάλληλοι για την καθαρότητα την καθαρότητα της Άριας φυλής.

Αλλού γράφεται ότι είναι άνθρωποι της Ατλαντίδος που διασώθηκαν από τον καταποντισμό ή ότι είναι απόγονοι του Κάιν. Ένας παλιός περσικός θρύλος, που ο Πέρσης ποιητής Φιρντουζί μετουσίωσε σε ποίημα, λέει πως κάποτε ο μεγάλος βασιλιάς της Περσίας Σαγκάλ ζήτησε από τον βασιλιά της Ινδίας Μπέχραμ Κουρ να του στείλει μουσικούς και τραγουδιστές για να διασκεδάζουν το λαό του κι έτσι ο Σαγκάλ τού έστειλε τους Τσιγγάνους. Ο πέρσης βασιλιάς τούς υποδέχτηκε με ευμένεια και τους έδωσε χωράφια, σπόρους και άλλα αγαθά. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν να γίνουν καλλιεργητές κι έτσι διώχθηκαν από τη χώρα και καταδικάστηκαν να περιπλανώνται αδιάκοπα.

Η παλαιότερη όμως μαρτυρία για την άφιξη των Τσιγγάνων στην Ευρώπη προέρχεται από δυο Φραγκισκανούς μοναχούς, τον Σίμωνα Σιμεώνος και τον Ούγκο τον Πεφωτισμένο, που το 1322 είδαν στην Κρήτη ανθρώπους ρακένδυτους, οστεώδεις και ασυνήθιστους που ζούσαν σε μαύρα χαμηλά αντίσκηνα, όπως οι Άραβες, ή σε σπηλιές.

Άλλοι περιηγητές από τη Δύση αναφέρουν ότι είδαν στη Μεθώνη ανθρώπους «μαύρους σαν Αιθίοπες» που ήταν κυρίως σιδεράδες και ζούσαν σε καλύβες. Η περιοχή της Μεθώνης λεγόταν τότε Μικρή Αίγυπτος και, κατά μια εκδοχή, γι’ αυτόν τον λόγο οι τσιγγάνοι της Ευρώπης ονομάστηκαν Αιγύπτιοι (εξ ου και Γύφτοι στην Ελλάδα, Gypsies στις αγγλόφωνες χώρες, Gitanes στις γαλλόφωνες και Jitanos στις ισπανόφωνες). Φαίνεται ότι η φοβερή επιδημία της πανώλης που ερήμωσε την Ελλάδα στη δεκαετία 1346-1356 διευκόλυνε την εξάπλωση των Τσιγγάνων στη χώρα.

Από την Ελλάδα οι Τσιγγάνοι μετακινήθηκαν προς τη Βόρεια Βαλκανική. Τσιγγάνικες ομάδες βρέθηκαν στη Μολδοβλαχία, στη Σερβία και στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας. Ταξίδευαν υποδυόμενοι τους προσκυνητές, επειδή είχαν μάθει ότι σ΄ αυτούς είχαν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια. Το 1417 περνούν από την Ουγγαρία κι εμφανίζονται στην περιοχή της σημερινής Γερμανίας. «Είναι», κατά τα λεγόμενα των χρονικογράφων, «μια ομάδα ηλιοκαμένων ανδρών που σέρνουν μαζί τους αρκετές γυναίκες, πανάθλιες και ρακένδυτες, με χαλκάδες στ’ αφτιά και άφθονα ψεύτικα βραχιόλια και δαχτυλίδια. Στην ομάδα ηγούνται δώδεκα περίπου πρόσωπα που λένε πως είναι οι αρχηγοί τους. Φοράνε βυσσινιά ρούχα, κρατούν γεράκια στα χέρια και τα σκυλιά τους γαβγίζουν τους περαστικούς. Επιδεικνύουν μια επιστολή προστασίας από τον αυτοκράτορα Σιγκισμούντ».

«Είδα αυτό το χαρτί», αναφέρει ένας χρονικογράφος, «έλεγε: Εγώ, ο αυτοκράτορας της Ουγγαρίας, της Βοημίας, της Δαλματίας, της Κροατίας (…), στον πιστό μας Τσιντσιλά, τον αρχηγό των Τσιγγάνων, παρέχω κάθε εξυπηρέτηση σ’ αυτόν και στον λαό του και ζητώ να τους παρέχεται κάθε εκδούλευση και φιλοξενία…».

Σήμερα πιστεύεται ότι οι περισσότερες επιστολές προστασίας που επιδείκνυαν οι Τσιγγάνοι -όπως επίσης και οι τίτλοι ευγενείας των αρχηγών τους- ήταν πλαστογραφημένες. Σύμφωνα με άλλο χρονικό: “…τον Αύγουστο του 1427 εκατόν έως εκατόν είκοσι άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κάνουν την εμφάνισή τους στα προάστια του Παρισιού. Λαός άθλιος, ρυπαρός και πάμπτωχος, με μάτια όμως που λάμπουν από εξυπνάδα και σατανικότητα. Αυτιά τρυπημένα με ένα ως δυο σκουλαρίκια στο καθένα. Ισχυρίζονται ότι κατάγονται από την Αίγυπτο και είναι χριστιανοί που αλλαξοπίστησαν, γι’ αυτό ο Πάπας τούς καταδίκασε να περιπλανώνται αδιάκοπα επί εφτά χρόνια χωρίς ποτέ να ξαπλώσουν σε κρεβάτι”.

Καθημερινή ζωή

Τους ρωτούν «Από πού είστε;» κι απαντούν πολύ απλά, όπου κι αν βρίσκονται «Από ‘δω». Στην ερώτηση «Τι ψηφίζετε;» ένας Τσιγγάνος απαντά «Δεν έχω πολιτισμό (πολιτικές πεποιθήσεις) να κάτσω να δω τι θα ψηφίσω. Δεν ξέρω. Ό,τι να ‘ναι ψηφίζω». Την ίδια γραμμή ακολουθούν και με τη θρησκεία. Συνήθως είναι οπαδοί της κατά τόπου επικρατούσας θρησκείας. Οι νόμοι του αστικού δικαίου και η αστυνομία είναι των «άλλων», δεν έχουν σχέση μ’ αυτούς και πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, «να τα βρίσκουν μόνοι τους, μεταξύ τους», να μην αφήνουν τους «άλλους» να παρεμβαίνουν στις διαφορές τους, στη ζωή τους. Ο άγραφος «νόμος της σιωπής», που επιτάσσει να μην κοινοποιούνται τα μυστικά της κοινότητας στους «άλλους», είναι απαράβατος και όποιος τον καταπατήσει θα βρεθεί αντιμέτωπος με ολόκληρη την τσιγγάνικη ομάδα. 

Στους καταυλισμούς τους, όπως αυτοί διαμορφώνονται στην Ελλάδα, οι παράγκες των συγγενών είναι η μια δίπλα στη άλλη. Παλιά τα τσαντίρια ήταν τοποθετημένα ολόγυρα στον χώρο σχηματίζοντας κύκλο. Ο κύκλος αυτός πιθανόν να δήλωνε μια ανάγκη σύστασης και διασφάλισης της συλλογικότητας, στο πλαίσιο της οποίας καλλιεργούνταν και αναπτύσσονταν οι σχέσεις της ομάδας στην καθημερινή ζωή. Ο κενός χώρος στο κέντρο του κύκλου ήταν ο τόπος όπου γίνονταν όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις της ομάδας. Τώρα, ανοίγοντας την πόρτα δεν αντικρίζουν το δικό τους άνθρωπο. Οι περισσότεροι στις μέρες μας επιθυμούν ένα σπίτι, αλλά λένε χαρακτηριστικά: «Άμα ξέραμε ότι έχουμε ένα σπίτι, θα μέναμε, δε θα φεύγαμε. Θα πηγαίναμε ταξίδι(!) και μετά θα ερχόμασταν πάλι…»

Ο Marcel Kurtiade, διηγείται ένα τσιγγάνικο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο αν το φουστάνι μιας γυναίκας περάσει πάνω από το φαγητό κάποιου, το μολύνει και τότε το φαγητό δεν πρέπει να φαγωθεί. Ο μύθος αυτός θεωρήθηκε στην Ευρώπη ότι μπορεί να ερμηνεύσει την απροθυμία των Τσιγγάνων να μείνουν σε πολυκατοικίες, στις οποίες οπωσδήποτε το φόρεμα μιας γυναίκας που θα έμενε στον ψηλότερο όροφο, θα μόλυνε τα πιάτα των υπολοίπων που θα κατοικούσαν από κάτω της.

Γάμος και έθιμα


Οι γονείς από νωρίς φροντίζουν να βρουν ταίρι για το παιδί τους. Έχει τύχει γονείς να έχουν δώσει λόγο να παντρέψουν τα παιδιά τους όταν αυτά ήταν 3-4 χρονών, μόνο και μόνο επειδή τα είδαν να παίζουν μαζί. Οι συμφωνίες γίνονται ανάμεσα στα συμπεθεριά και σε ηλικία 13-16 ετών τελούνται οι αρραβώνες και σε μερικούς μήνες ο γάμος, ο οποίος δεν συνοδεύεται απαραίτητα και από στέψη. Το κορίτσι ανήκει στον πατέρα και μεταβιβάζεται στον σύζυγο. Μετά τον γάμο η νύφη ζει στο σπίτι του γαμπρού και βρίσκεται υπό το άγρυπνο μάτι της πεθεράς, στην οποία οφείλει απόλυτο σεβασμό. Μόλις όμως μια Τσιγγάνα γεννήσει, παίρνει αξία και αποδεσμεύεται απ’ την πεθερά. Αποκτά κύρος στην κοινότητα και μέσα στο σπίτι της αυτή έχει τον πρώτο λόγο, ακόμα και στα οικονομικά και στη δουλειά του άντρα της. 

Η νύφη πρέπει να δεχτεί δώρα από όλα τα μέλη της νέας της οικογένειας, να τα φορέσει όλα επάνω της ως απόδειξη της αποδοχής της εκ μέρους τους. Το κάθε κόσμημα συμβολίζει και την αγάπη του μέλους από το σόι του γαμπρού που το προσφέρει και το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον άντρα. Οι Τσιγγάνοι μπορεί να μην έχουν καθόλου χρήματα, μπορεί να ζουν με την επαιτεία, να στερούνται τις στοιχειώδεις ανέσεις, να περπατούν ξυπόλυτοι, αλλά κοσμήματα χρυσά θα έχουν πάντα. Είναι τα δώρα που τους χάρισαν οι δικοί τους σαν ένα σύμβολο αγάπης και αποδοχής, πάντα θα θυμίζουν στο νεαρό άτομο που τα φορά το πρόσωπο που του τα χάρισε. Χωρίς τα κοσμήματά του ένας Τσιγγάνος είναι «γυμνός», αποξενωμένος, γι’ αυτό και τα φοράει πάντα, ακόμα και στη δουλειά του.

Πεποιθήσεις και γιορτές

Η Παναγία λατρεύεται από τους Τσιγγάνους ως γυναικεία θεότητα, ως μητέρα και πολλοί είναι εκείνοι που έχουν το όνομά της (Μαρία, Μαριτάνα, Παναγιώτης). Ο Τ. Γιαννακόπουλος στο βιβλίο του «Τσιγγάνικα λαϊκά τραγούδια και μπαλάντες» αναφέρει ότι η λατρεία της Παναγίας από τους Τσιγγάνους δεν αποτελεί τίποτ’ άλλο, παρά τη λατρεία της παλιάς ιδικής θεάς Κάλι, γυναίκας του θεού Σίβα…

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου είναι πολύ μεγάλη γιορτή για τους Τσιγγάνους. Κι αυτό όχι τόσο για θρησκευτικούς λόγους, όσο για το γεγονός ότι ο η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται στην αρχή της άνοιξης, όταν ο καιρός αρχίζει να γλυκαίνει και η φύση να ξαναγεννιέται. Και είναι γνωστό ότι η αναγέννηση αυτή ανέκαθεν γιορταζόταν με ιεροτελεστίες και λατρευτικές εκδηλώσεις.

Μαγεία και μύθοι

Ανέκαθεν αναφορές στις γυναίκες των Ρομά τις συνέδεαν με τη μαγεία και τις ξεχωριστές υπερφυσικές δυνάμεις που φαίνεται να κατέχουν από την εποχή της Βυζαντινής- ακόμα- Αυτοκρατορίας, που τις διατήρησαν ερχόμενες μετέπειτα στην Ευρώπη. Συνήθως εμφανίζονται να διαβάζουν τη μοίρα στην παλάμη ή να κοιτάζουν σε μια κρυστάλλινη σφαίρα. 

Κατά τον Megel (Megel J. “Gypsy Religion”,1986), υπάρχει πάντοτε μια γυναίκα στην οποία οι Τσιγγάνοι σπεύδουν για την πνευματική τους καθοδήγηση. Αν έχουν κάνει κάτι κακό ή αν πιστεύουν ότι έχουν καταληφθεί από τον διάβολο ή κάποιον δαίμονα , πηγαίνουν σ’ αυτή τη γριά κυρία που δουλεύει πάνω σ’ αυτά τα θέματα σε όλη της τη ζωή. Ο Trigg (Trigg E. “Gypsy Demons and Divinities” 1973), μας λέει ότι οι Ρομά πιστεύουν ότι ανάμεσα στους συντρόφους τους υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα άτομα που έχουν καταληφθεί από ισχυρές δυνάμεις, αφού κατέχουν ξεχωριστή γνώση και ικανότητα να χειρίζονται τη μαγεία.

Μεταξύ κάποιων φατριών των Ρομά στις Σέρρες υπάρχει η πίστη σε μια δύναμη, τον Άμπαμπα… «Ο Άμπαμπας ζει 100 μέτρα κάτω απ’ τη γη», λένε. Κάθε Πέμπτη βράδυ, ξημερώνοντας Παρασκευή, οργανώνεται μια τελετή προς τιμήν του Άμπαμπα, ίσως για να «καλοπιάσουν» το πνεύμα ώστε να συνεχίσει να τους παραχωρεί τις δυνάμεις της μαγείας. Η τελετή αυτή λαμβάνει χώρα στα σπίτια των αρρώστων ή σε σπίτια που συμβαίνουν δυσάρεστα και ανήσυχα πράγματα. Πάντα ετοιμάζονται εκλεκτά εδέσματα, ποτά και άφθονα τσιγάρα. Οι γριές Τσιγγάνες συγκεντρώνονται στο δωμάτιο του αρρώστου έχοντας στην αριστερή μεριά της μέσης τους εφαρμοσμένο πάνω σε μια ζώνη, ένα σπαθί ή ένα μαχαίρι. Εκεί τρώνε, πίνουν, καπνίζουν και χορεύουν με τη συνοδεία του ντεφιού.  

Μετά από αρκετή ώρα, περιέρχονται σε έκσταση. Η πρώτη που θα περιέλθει σε έκσταση, μόλις περάσει την κρίση της και επανέλθει στα λογικά της, παίρνει ένα ποτήρι νερό, το διαβάζει και το αγιάζει με κάποιον τρόπο και αρχίζει να ραντίζει τον άρρωστο, ο οποίος με το ράντισμα αυτό πιστεύεται ότι θεραπεύεται. Αυτές οι γριές ονομάζονται αμπαμπίνες. Λέγεται μάλιστα ότι βλέποντάς τις να χορεύουν «σου σηκώνονται οι τρίχες». Πολλές αναφορές τις θέλουν να χορεύουν στα γόνατα. Δεν χορεύουν πάντοτε μέσα σε σπίτια, αλλά και στο δρόμο, με συνοδεία νταουλιών, τα οποία τους τρελαίνουν με τον ήχο τους.

Ο Άμπαμπας είναι μια ινδική θεότητα και πιστεύεται ότι είναι ένας κακός δαίμονας, ένας κακός αέρας, ωστόσο η σχετική με αυτόν τελετή γίνεται για να ξορκίσει το κακό και οι κατειλημμένοι απ’ αυτόν άνθρωποι είναι καλοί, σωστοί άνθρωποι που βρίσκονται απλά υπό την επήρεια κάποιου ξορκιού.

Ο Trigg σημειώνει: “…είναι άραγε πιθανόν να κατέχουν(οι Τσιγγάνοι) τέτοιες δυνάμεις τις οποίες άλλοι έχουν χάσει εδώ και πολύ καιρό; Θα πρέπει ίσως να μην βιαστούμε να κρίνουμε. Σε μια εποχή όπου οι επιστήμονες αναρωτιούνται για τα πάντα, όπου η παραψυχολογία μιλά για την έκτη αίσθηση, θα πρέπει να δεχτούμε τουλάχιστον ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται ακόμα κοντά στη φύση κι επικοινωνούν μαζί της είναι πολύ φυσικό να κατέχουν τα παράξενα “δώρα” της». (Ελεύθερη, αποσπασματική μετάφραση από το κείμενο του Yvonne Hunt, The Ababas:A Rom Ritual.

«Γιεκ ντρομ, σινέ τα να σινέ…»(Σ’ έναν δρόμο που ήταν ή δεν ήταν…) 

Σ’ έναν δρόμο ξεκινούν τα τσιγγάνικα παραμύθια, καθώς και με μια αναφορά σ’ ένα ταξίδι ατέλειωτο, με μια έκφραση αμφιβολίας: έτσι έγιναν τα πράγματα, αλλά μπορεί να έγιναν κι αλλιώς. Το παρελθόν γίνεται αντιληπτό μέσα από το ταξίδι. Η ώρα του παραμυθιού για τους Ρομ είναι σχεδόν ιερή. Συγκεντρώνονται όλοι μαζί για να το ακούσουν ή να το διηγηθούν.

Δύο είναι οι βασικές προϋποθέσεις είναι απαραίτητες για ν’ αρχίσει η αφήγηση και να ξετυλιχθεί η ανέμη της μνήμης και της φαντασίας: Η πρώτη είναι ο χρόνος, όχι με την έννοια της καθορισμένης στιγμής αλλά με την έννοια της χρονικής επάρκειας ή της περίσσειας, έτσι ώστε να ξεκινήσει και να εξελιχθεί αβίαστα η αφήγηση. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η παρουσία ακροατηρίου. Δίχως αυτό, απειλείται η ζωτικότητα της αφήγησης και εν τέλει χάνεται και ο σκοπός της, διότι είναι απαραίτητο να παρεμβαίνει το ακροατήριο στη ροή του μύθου. Εδώ οι πρωταγωνιστές των παραμυθιών μεταλλάσσονται και οι πράξεις τους προσαρμόζονται στη σύγχρονη ζωή. Πριγκίπισσες κατεβαίνουν στο δρόμο και παίρνουν ταξί και γενναίοι ήρωες φτάνουν στη μάχη με τις μοτοσικλέτες τους. Η Χιονάτη γίνεται Ροζαλίντα, Μιλάγκρος ή Ερατώ. Οι ήρωες δεν είναι πάντα καλοί και ειρηνικοί. Μπορούν να εξαπατούν, να είναι πονηροί και το σίγουρο είναι ότι είναι πανέξυπνοι. Συνήθως το τσιγγάνικο παραμύθι δεν έχει το συνηθισμένο ευχάριστο τέλος «…και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».

Πηγές:

Άννα Λυδάκη, Μπαλαμέ και Ρομά (Οι Τσιγγάνοι των Άνω Λιοσίων), 1997, εκδόσεις Καστανιώτη

Ελληνική Εταιρία Εθνολογίας, Οι Ρομά στην Ελλάδα (2002)

Νίκος Δαβανέλος, Γύφτοι σοφοί και γύφτοι μάγοι, 1987, Eκδόσεις «γνώση». 

@Evlampia Tsireli Πρώτη δημοσίευση 16 Μαρτίου 2012 ιστολόγιο Life, Science and Fiction.

Άγγελοι και Αρχάγγελοι

Τι είναι οι άγγελοι;

Οι άγγελοι είναι διάμεσοι μεταξύ ουρανού και γης, τέλεια ανθρωπόμορφα όντα, χωρίς τις υλικές και σωματικές αδυναμίες του ανθρώπου. Η απεικόνισή τους ως όμορφοι με αιθέρια ενδύματα και φτερά, με επιβλητικούς χιτώνες, σπαθί στο χέρι, στέμμα και δόξα, σε ανατολική και δυτική παράδοση της εικονογραφίας, ήδη μαρτυρά τον θαυμασμό και το δέος του ανθρώπου γι’ αυτούς.

Ένα πλάσμα που δημιουργείται ελεύθερο να επιλέξει, όπως και ο άνθρωπος, ωστόσο υπερβατικό και ασώματο, κατά χάριν αθάνατο. Οι άγγελοι βλέπουν πάντοτε τη δόξα του Θεού στους ουρανούς και προσεύχονται για τους ανθρώπους.

Η ανάγκη για έναν βοηθό, προστάτη που συμπληρώνει κενά της ανθρώπινης μοναξιάς και αδυναμίας, ένας πολεμιστής που είναι έτοιμος να σταθεί κοντά στον άνθρωπο, ένας λαμπρός αρματωμένος η εικόνα του οποίου κάνει και τον πιο θαρραλέο και αδίστακτο εχθρό να υποχωρήσει.

Οι αρχάγγελοι πολεμιστές του Θεού, Μιχαήλ και Γαβριήλ, είναι οι πιο επιβλητικοί, πιο αγαπημένοι, η παρουσία τους αναφέρεται συχνά στην Αγία Γραφή και έχουν πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.

David Delivered Out of Many Waters: “He Rode Upon the Cherubim”-William Blake

Προέλευση και παραδόσεις

Ο αριθμός των αγγέλων είναι μεγάλος και ανυπολόγιστος, διακρίνονται σε 9 τάγματα, γιατί το 10ο  του Εωσφόρου έπεσε και έμειναν τα υπόλοιπα. Κάθε τάγμα έχει δική του διακονία και δικό του όνομα. Έχουμε τους Αγγέλους, τους Αρχαγγέλους, τις Αρχές, τις Δυνάμεις, τις Κυριότητες, τις Εξουσίες, τους Θρόνους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Η Αγία Γραφή αναφέρει τα ονόματα: Γαβριήλ -που σημαίνει «ήρωας του Θεού»-, Μιχαήλ -που σημαίνει «τίς ως ο Θεός ημών;» και Ραφαήλ. Η εβραϊκή παράδοση αναφέρει και τέταρτο άγγελο, τον Ουριήλ.

Στην αρχαία Ελλάδα η έννοια «άγγελος» χαρακτήριζε κάποιον ο οποίος μετέδιδε ειδήσεις, πληροφορίες ή αγγελίες. Αναφορές για αγγέλους-αγγελιοφόρους έχουμε στον Όμηρο, τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα. Ως θεϊκή ή υπερβατική παρουσία ο άγγελος εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πρόσωπο του Ερμή, ο οποίος προσφωνείται ως «άγγελος της Περσεφόνης» από τον Όμηρο. Επίσης, κατά τον Πλάτωνα ο Κάτω Κόσμος έχει τους αγγέλους του, οι οποίοι καλούνται «άγγελοι καταχθόνιοι». Ωστόσο πολύ κοντά στον τρόπο επέμβασης των αγγέλων στους ανθρώπους βρίσκεται ο ρόλος του «από μηχανής θεού».

Envisioned -William Blake

Στα Εβραϊκά η αντίστοιχη λέξη מלאך‎ mal’akh χρησιμοποιείται για να δηλώσει είτε θείο είτε ανθρώπινο αγγελιαφόρο. Η λατινική εκδοχή, εντούτοις, διακρίνει τον θείο ή πνευματικό αγγελιαφόρο από τον άνθρωπο με τις έννοιες angelus (δάνειο από την Ελληνική γλώσσα) και legatus «απεσταλμένος».

H αγγελολογία ως κλάδος έχει τις ρίζες της στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, ωστόσο και ο Ζωροαστρισμός περιέχει αγγελολογία και δαιμονολογία, (βλ. εκπεσόντα άγγελο Εωσφόρο ως υπέρτατος πράκτορας του κακού, συγκρίνοντάς τον με το κακό πνεύμα Αριμάν Ahriman).

Η έννοια των δαιμόνων είχε υπάρξει πολύ νωρίτερα. Ο «Σατανάς» ως κυβερνήτης των δυνάμεων του κακού (κυρίως στη δυτική χριστιανική και ισλαμική θεολογία) ίσως έχει τις ρίζες του στον Angra Mainyu (επίσης γνωστό ως Ahriman) της πίστης του Ζωροαστρισμού, που ήταν ο εχθρός Aχούρα Μάζντα, του ανώτατου Θεού της ανθρωπότητας.

Κατά την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού, ο φύλακας άγγελος δίνεται στον άνθρωπο στο Άγιο Βάπτισμά του. Αυτό το γεγονός μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα από την 5η ευχή προς κατηχούμενους όπου, μεταξύ των άλλων, λέει: «Συνόδευέ τον στην ζωή του με φύλακα άγγελο για να τον λυτρώνει από κάθε παγίδα του εναντίου, από προσβολή του πονηρού, από δαίμονα μεσημβρινό και από κακές φαντασίες».

Ο φύλακας άγγελος δόθηκε από τον Θεό για τη σωματική και ψυχική προστασία του ανθρώπου. Ουδέποτε κοιμάται, κατά τον λόγο του ψαλμωδού: «Μηδέ νυστάξει ο φυλάσσων σε» (Ψαλμ. 120.3).

«Ο φύλαξ άγγελος υπηρετεί την σωτηρία του ανθρώπου» (Εβρ. 1,14),
«λυτρώνει τον άνθρωπο σε επικίνδυνες περιστάσεις» (Πράξ. 5,19. 12,7-8 9, 11), «είναι λειτουργικό πνεύμα του Θεού για την προστασία των ανθρώπων» (Ψαλμ. 102,21. 103,5. Λουκ. 16,22).

Angels Ministering to Christ-William Blake

Χριστιανική παράδοση – Μιχαήλ και Γαβριήλ

Οι άγγελοι στη χριστιανική παράδοση είναι ουράνιες υπάρξεις που δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν από τον υλικό κόσμο και τον άνθρωπο. Είναι δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Θεού, όπως και ο άνθρωπος, δεν έχουν όμως υλικό σώμα, δεν έχουν ανάγκες, δεν υπόκεινται σε φθορά ή θάνατο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δίνει τον εξής ορισμό· «ο άγγελος είναι φύση νοερή, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη. Υπηρετεί τον Θεό και είναι κατά χάριν αθάνατος. Όμως, τα ουσιώδη γνωρίσματα και τη σύσταση της φύσεώς του, μόνον ο Κτίστης τα γνωρίζει. Ονομάζεται βέβαια ασώματος και άυλος σε σχέση με μας, γιατί κάθε τι που συγκρίνεται με τον Θεό, τον μόνον ασύγκριτο, βρίσκεται παχύ και υλικό». Μάλιστα, δεν έχουν φύλο, γιατί η φύση τους είναι πνευματική και είναι κατά χάριν αθάνατοι.

Έχουν πλαστεί με το χάρισμα του αυτεξουσίου όπως και ο άνθρωπος και μπορούν να επιλέξουν υπακοή ή ανυπακοή στον Θεό. «Να μένουν και να προκόπτουν στο αγαθό, αλλά εάν το θελήσουν, να τρέπονται προς το χειρότερο», λέει ο Μέγας Βασίλειος.

Όταν ο Εωσφόρος, λόγω της υπερηφάνειας του, εξεγέρθηκε κατά του Θεού, θέλησε να βάλει τον θρόνο του στον ουρανό και να γίνει όμοιος με τον Θεό. Τον ακολούθησε ένα τάγμα Αγγέλων, το οποίο και αυτό αποκόπηκε από τον Θεό εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Τότε εξέπεσαν και διώχτηκαν από τον ουρανό μαζί με τον αρχηγό τους.

aggeloi angels ti einai oi aggeloi evlampiatsireli
The Good and Evil Angels -William Blake

Ο αρχάγγελος Μιχαήλ, βλέποντας την ελεεινή έκπτωση των Αγγέλων, κατάλαβε την αιτία της πτώσης τους και για αυτό, με την υποταγή και την ταπείνωση την οποία έδειξε στον Θεό, διαφύλαξε τόσο τη δική του δόξα και λαμπρότητα, όσο και τη δόξα των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Για την υποταγή του και την ταπείνωση αυτή, διορίστηκε από τον Θεό Παντοκράτορα να είναι ο πρώτος των Αγγελικών τάξεων.

Κατά την περίοδο εκείνη ο αρχάγγελος Μιχαήλ συγκέντρωσε και ένωσε τις τάξεις των Αγγέλων, και φώναξε σ’ αυτούς το «Πρόσχωμεν. Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες διά την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Kαι ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. O μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Aγγέλων. Hμείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού». Και όλοι μαζί ύμνησαν αναφωνώντας τον θείο και αγγελικό ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Αυτή τη σύναξη των αγγέλων εορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου. Μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ εορτάζεται και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ η παρουσία του οποίου είναι έντονη στην Αγία Γραφή. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που υπηρέτησε το Μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Θεού Λόγου από την αρχή ως το τέλος. Για αυτό και η Εκκλησία του Χριστού αποφάσισε να συνεορτάζει μαζί τους δύο Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και να επικαλείται την χάρη και τη βοήθεια τους.

Εμφανίσεις στην Αγία Γραφή

Ο Αρχάγγελος Mιχαήλ είναι ο πιο ένδοξος και λαμπρός ταξιάρχης. Στην Παλαιά Διαθήκη πρωτεμφανίζεται στον Πατριάρχη Αβραάμ κατά τη θυσία του Ισαάκ. Έπειτα στον Λωτ, όταν τον λυτρώνει μαζί με την οικογένειά του από την καταστροφή των Σοδόμων. Έπειτα παρουσιάζεται στον Ιακώβ, όταν τον σώζει από τον Ησαύ. Αυτός προπορεύονταν μπροστά από τους Ισραηλίτες όταν ελευθερώθηκαν από την Αίγυπτο. Με τη μορφή νεφέλης την ημέρα και φωτιάς τη νύχτα, τους δείχνει τον δρόμο προς τη γη της Επαγγελίας. Αυτός παρουσιάστηκε στον μάντη Bαλαάμ, όταν εκείνος θέλησε να καταραστεί τον Ισραηλιτικό λαό για να μη συνεχίσει τον δρόμο προς τη Χαναάν. Αυτός παρουσιάστηκε και στον Ιησού του Nαυή απαντώντας του «Eγώ αρχιστράτηγος Kυρίου νυνί παραγέγονα».

aggeloi kai arxhaggeloi evlampiatsireli william blake
Jacob’s Dream-William Blake

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζεται στον Δανιήλ και εξηγεί το όραμα που είδε (Δαν. 8,16), φανερώνοντάς του ότι η αιχμαλωσία των Ισραηλιτών θα κρατήσει εβδομήντα χρόνια, και μετά από τετρακόσια ενενήντα επτά χρόνια θα έρθει ο Χριστός (Δαν. 9,21-25). Ο Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στη γυναίκα του Mανωέ, ότι θα γεννήσει τον Σαμψών. Στην Καινή Διαθήκη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στον Ιωακείμ και την Άννα, ότι θα γεννήσουν τη Θεοτόκο.


Αυτός είναι που έφερε την είδηση στον Ζαχαρία ότι θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε τη χαρμόσυνη είδηση στην Θεοτόκο ότι θα γεννήσει από Πνεύμα Άγιο τον Yιό και Λόγο του Θεού. Αυτός παρουσιάστηκε στο όραμα του Ιωσήφ και του είπε να μη φοβηθεί, αλλά να παραλάβει τη Mαριάμ ως γυναίκα του, επειδή το παιδί που θα γεννήσει προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Αυτός παρουσιάστηκε και στους ποιμένες και τους έφερε την είδηση ότι γεννήθηκε ο Xριστός. Και αυτός σε όραμα είπε στον Ιωσήφ να πάρει το Θείο Βρέφος και τη Μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο. Και πάλι αυτός ξαναείπε στον Ιωσήφ να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Πολλοί από τους ιερούς μελετητές και ασματογράφους σημειώνουν ότι ο Γαβριήλ ήταν ο Άγγελος ο οποίος κύλησε τον βράχο από το μνημείο του Ιησού. Και αυτός ήταν που έφερε το μήνυμα στις Μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου.


Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, λειτουργοῖ θείας δόξῃς, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοί, καὶ ἀρχηγοὶ Ἀσωμάτωv, τὸ συμφέροv ἡμῖv αἰτήσασθε, καὶ τὸ μέγα ἔλεος, ὡς τῶν Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγοι.

(Κοντάκιο, ήχος β’)

Πηγές:

pemptousia.gr, Wikipedia, Περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», users.sch.gr

Εικόνες: http://www.blakearchive.org

©Ευλαμπία Τσιρέλη

E.A.Poe – Άγνωστες πτυχές της ζωής και του θανάτου του

Σήμερα είναι η επέτειος θανάτου του E.A. Poe (19 Ιανουαρίου 1809 – 7 Οκτωβρίου 1849.)  Ο Poe μάς άφησε εξαιρετικά σκοτεινά ποιήματα με ένα είδος δικής του ιδιάζουσας τρυφερότητας και ρομαντισμού. Επίσης, διηγήματα μυστηρίου, γοτθικά, ρομαντικού τρόμου, σκοτεινής φαντασίας, μακάβριου και αλλόκοτου, όλα πύλες προς τον ψυχισμό αυτού του ιδιαίτερου ανθρώπου και συγγραφέα.

Ο Poe πολλαπλασίασε εκείνη την ικανότητα του ποιητή να βρίσκει την ομορφιά του κόσμου στα πιο απίθανα μέρη. Εντόπισε την ομορφιά στα κλειστά βλέφαρα και στο πελιδνό δέρμα των νεκρών, στα γυμνά δέντρα και στα δυσοίωνα σπίτια. Στην άγονη γη, στη μοναξιά και στην τσακισμένη καρδιά.

Ξέρατε όμως ότι:

✔ …το 1848, ο Poe έδωσε μια διάλεξη με τίτλο “On the Cosmography of the Universe” σε ένα πλήθος 60 ακροατών; Αυτή η διάλεξη αποτέλεσε τη βάση για το “Eureka: A Prose Poem”, ένα σκοτεινό μικρό αριστούργημα που εκδόθηκε αρχικά σε μόλις 50 αντίγραφα.

✔ …ως παράδειγμα για το πώς λειτουργούσε το μυαλό του, ο Poe περιγράφει σε δοκίμιο του ότι το πουλί που υπήρχε αρχικά στη θλιβερή σκηνή που αθανατοποιήθηκε στο ποίημα ήταν στην πραγματικότητα… παπαγάλος; Εξ ου και η επανάληψη της λέξης “nevermore”. Ωστόσο, λόγω του σκοτεινού ύφους του ποιήματος, ο Poe έκανε προσαρμογές στο φτέρωμά του, μετασχηματίζοντας συνολικά τον παπαγάλο και προσδίδοντάς του τη μαύρη “ενδυμασία” του κορακιού.

✔ …κανείς δεν ξέρει με σιγουριά πώς πέθανε; Ο κατάλογος των πιθανών αιτιών συνεχίζεται, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων παθήσεων όπως η λύσσα, ο όγκος στον εγκέφαλο, η γρίπη, ο αλκοολισμός, η δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα και η φρενίτιδα.

Χόμπιτ του J.R.R. Tolkien -21 Σεπτεμβρίου επέτειος έκδοσης

Σαν σήμερα, στις 21 Σεπτεμβρίου, το 1937, εκδόθηκε η αρχή του έργου του αγαπημένου μας Καθηγητή, το «Χόμπιτ».

Βιογραφικά στοιχεία και χρονικό της έκδοσης

Τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα είναι απαραίτητο να αναφερθούν καθώς, όπως καταλαβαίνει κανείς, το έργο του είναι στενά συνδεδεμένο με τη ζωή του αλλά και την καθηγητική του ιδιότητα. Καθάριο παράδειγμα  βιβλίου μέσα στο οποίο γνωρίζουμε όψεις του συγγραφέα.

Ο Τζον Ρόλαντ Ρούελ Τόλκιν (3 Ιανουαρίου 1892 – 2 Σεπτεμβρίου 1973)  ήταν συγγραφέας, γλωσσολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λιντς και της Οξφόρδης, λεξικογράφος για το Oxford English Dictionary, και μεταφραστής βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης.

Νωρίς έχασε τον πατέρα του. Την πρώτη παιδική του ηλικία της έζησε στις εξοχές του Γουόρικσάιρ, όπου γνώρισε και αγάπησε τη φύση χάρη στη μητέρα του η οποία του έμαθε τα πάντα για τα βότανα και τα δέντρα. Το μόνο που δεν αγαπούσε πολύ, ήταν οι αράχνες. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα δέντρα και ένα περιστατικό με το κόψιμο ενός γέρικου δέντρου τον σημάδεψε για πάντα.  (για περισσότερα βλ. Δέντρα  και Δάση της Μέσης Γης, Μυθολογία, Συμβολισμός, Αναφορικότητα, Ευλαμπία Τσιρέλη)

Όταν αυτός και τα αδέρφια του έχασαν και την πολυαγαπημένη τους μητέρα, την κηδεμονία τους ανέλαβε ο Καθολικός ιερέας και οικογενειακός φίλος,  Φράνσις Μόργκαν. Μαζί του ο Τόλκιν ήρθε σε επαφή με τη Βίβλο την οποία γνώριζε σύντομα πολύ καλά. Αργότερα, η στενή του φιλία με τον Κλάιβ Στέιπλ Λιούις θα τον οδηγήσει σε όμορφες σχετικές συζητήσεις.

Όταν στην εφηβεία άφησε την εξοχή και μετέβη στο βιομηχανικό κέντρο της πόλης, η εμπειρία τον σημάδεψε ανεξίτηλα. Η μετάβαση αυτή σχεδόν τον σόκαρε, κάτι που είναι  προφανές σε όλο το μετέπειτα συγγραφικό του έργο.

Διέπρεψε στις γλώσσες. Διδάχθηκε Λατινικά, Ελληνικά, Αγγλο-σαξωνικά, Μέσα Αγγλικά, αλλά και τις γλώσσες της Γραφής. Σπούδασε στο κολλέγιο Έξετερ της Οξφόρδης, όπου μελέτησε τους κλασσικούς, Παλαιά Αγγλικά, τευτονικές γλώσσες, Ουαλικά και Φινλανδικά. Εκεί έκανε και τις πρώτες του απόπειρες να δημιουργήσει δικές του γλώσσες, που στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία αφού είχε ένα αξιοθαύμαστο φυσικό ταλέντο.

Μια μελανή περίοδος της ζωής του ξεκίνησε όταν κατατάχθηκε στον στρατό, στους Τυφεκιοφόρους του Λάνκασιρ. Λίγο πριν φύγει για τα μέτωπα της Γαλλίας, παντρεύτηκε τη μοναδική αγάπη της ζωής του και παντοτινή μούσα του, Ήντιθ Μπρατ. Στη Μάχη του Σωμ σχεδόν όλοι οι φίλοι του σκοτώθηκαν. Στα χαρακώματα έχει ήδη ξεκινήσει τη δημιουργία της Μέση Γης, γράφοντας ένα μικρό διήγημα με τίτλο «Η Πτώση της Γκόντολιν».

Μετά τον στρατό προσλήφθηκε ως λεξικογράφος για το Oxford English Dictionary. Παράλληλα, άρχισε να δουλεύει σοβαρά πάνω στη δημιουργία των γλωσσών που είχε φανταστεί ότι μιλούσαν τα Ξωτικά και τις οποίες βάσισε στα Φινλανδικά και τα Ουαλικά.  Το 1920 διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λιντς ενώ, πέντε χρόνια αργότερα, το 1925 πήρε τη θέση του διδάκτορα Αγγλο-σαξωνικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Παρέμεινε εκεί για 30 χρόνια, μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1955. Στην Οξφόρδη ανέπτυξε με τον C. S. Lewis μια ισχυρή φιλία. Μελέτησαν και έγραψαν μαζί, συζήτησαν για ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί (βλ. Tolkien and C.S. Lewis: The Gift of Friendship, by Colin Duriez).

Εκείνη την περίοδο όμως συνέβη ίσως το πιο καθοριστικό γεγονός της ζωής του. Διορθώνοντας διαγωνίσματα, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί: «Σε μια τρύπα στο έδαφος ζούσε ένας Χόμπιτ». Δεν έγραψε τίποτα περισσότερο εκείνη τη στιγμή. Αργότερα, θέλοντας να εξηγήσει στον εαυτό του τι είναι ένας Χόμπιτ, ξεκίνησε να γράφει μια ιστορία. Αρχικά την είπε σαν παραμύθι στα παιδιά του, μετά τη διάβασε στους φίλους του.

Μια οικογενειακή φίλη, η Ελέιν Γκρίφιθς, διάβασε επίσης την ιστορία. Όταν αργότερα έπιασε δουλειά στον εκδοτικό οίκο George Allen & Unwin, αποκάλυψε την ύπαρξη της ιστορίας στη Σούζαν Ντάγκναλ, η οποία στα τέλη του 1936 ζήτησε από τον Τόλκιν να διαβάσει το ημιτελές χειρόγραφο. Αυτός δέχτηκε και της το έδωσε. Έτσι, εντυπωσιασμένη, του πρότεινε να το ολοκληρώσει. Όταν ο Τόλκιν το ολοκλήρωσε, εκείνη παρουσίασε το βιβλίο στον εκδότη Stanley Unwin, ο οποίος ζήτησε από τον 10χρονο γιο του, Ράινερ, να γράψει μια κριτική. Ο Ράινερ έγραψε μια τόσο ενθουσιώδη κριτική για το βιβλίο, ώστε τελικά αποφασίστηκε η δημοσίευση του «Χόμπιτ» από τους Allen & Unwin.

Το βιβλίο εκδόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1937. Ήταν εικονογραφημένο, με πολλά ασπρόμαυρα σχέδια από τον ίδιο τον Τόλκιν. Η αρχική εκτύπωση βγήκε σε 1.500 αντίγραφα που ξεπουλήθηκαν μέχρι το Δεκέμβριο με διθυραμβικές κριτικές. Ο εκδοτικός οίκος Houghton Mifflin στη Βοστόνη και τη Νέα Υόρκη ετοίμασε την αμερικανική έκδοση που εκδόθηκε στις αρχές του 1938. Η επιτυχία του «Χόμπιτ» φυσικά έκανε τους εκδότες να ζητήσουν από τον Καθηγητή μια συνέχεια.

Ξεκινώντας λοιπόν τη συγγραφή του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και τον εμπλουτισμό της Μέσης Γης αναφορά στην οποία είχε γίνει ήδη φυσικά στο «Χόμπιτ», άρχισε να αναθεωρεί σημαντικά το σημείο της ιστορίας του «Χόμπιτ» που είχε να κάνει με τον Μπίλμπο και το Γκόλουμ προκειμένου να συνδυάζεται καλύτερα με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Η συγγραφή του «Άρχοντα» διήρκεσε σχεδόν 17 χρόνια. Τελικά εκδόθηκε τμηματικά, σε τρεις τόμους, το 1954 και το 1955.  Έτσι ο Τόλκιν ξεκίνησε να αξιοποιεί πολλά κομμάτια του κόσμου του και να συνθέτει το «Σιλμαρίλλιον» που είναι στην ουσία η μυθολογία και κοσμογονία του.

Σήμερα, η πρώτη εκτύπωση της πρώτης αγγλικής έκδοσης του «Χόμπιτ» πωλείται πάνω 10.000 δολάρια, ενώ εκδόσεις που φέρουν την υπογραφή του συγγραφέα συνήθως πωλούνται πάνω από 100.000 δολάρια.

Υπάρχουν 50 τουλάχιστον αγγλόφωνες εκδόσεις του «Χόμπιτ», ωστόσο το κείμενο σε όλες μένει γενικά πιστό στην πρώτη έκδοση των Allen & Unwin, τον καιρό της πρώτης δημοσίευσης. Έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες.

Ο Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν πέθανε σε ηλικία 81 ετών, στις 2 Σεπτεμβρίου 1973 (για βιογραφία βλ. J.R.R. Tolkien: The Making of a Legend, Colin Duriez. Ελληνική μετάφραση εκδ. Κέδρος). Αλλά αυτό δεν σήμανε και το τέλος της Μέσης Γης. Ο γιος του, Κρίστοφερ, συνέχισε το έργο του, συγκεντρώνοντας και ταξινομώντας τα κείμενα του πατέρα του. Εξέδωσε το «Σιλμαρίλλιον» το 1977.

Το βιβλίο

Το «Χόμπιτ» τοποθετείται χρονικά μεταξύ της εποχής των Μαγικών Πλασμάτων (faerie) και της Κυριαρχίας των Ανθρώπων, σε ένα κομβικό μεταίχμιο δηλαδή. Ενσαρκώνει όλα τα ιδανικά του συγγραφέα. Ένας συγγραφέας θα ήθελε να είναι ξωτικό ή πολεμιστής ή Άρχοντας, αλλά ο Τόλκιν μάλλον θα ήθελε να είναι Χόμπιτ. Αν ήμασταν όλοι Χόμπιτ στην ιδιοσυγκρασία, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος.

Οι Χόμπιτ είναι «συγγενείς» με τους Ανθρώπους, για την ακρίβεια ένα «παρακλάδι» των ανθρώπων. Έχουν τις ίδιες ικανότητες, δυνατότητες και αδυναμίες με τους «Μεγάλους Ανθρώπους». Μιλούν καλά τις γλώσσες τους, αν και με το δικό τους τρόπο. Αδιαφορούν για εξουσία και πλούτη και απεχθάνονται κάθε είδος πολύπλοκης μηχανής. Είναι λάτρεις της βουκολικής και απλής ζωής και έχουν στενή σύνδεση με τη φύση. Μπορούν να «εξαφανίζονται» και να κινούνται αθόρυβα. Είναι ντροπαλοί και φιλήσυχοι, ωστόσο όταν καλούνται να υπερασπιστούν το δίκαιο ένα ξεχασμένο περιπετειώδες τους κομμάτι ξυπνάει. Αγαπούν ιδιαίτερα το καλό και άφθονο φαγητό, τις καλλιέργειες, την μπύρα και την κοινωνικοποίηση. Λατρεμένη τους συνήθεια είναι το κάπνισμα του πιπόχορτου. Οι Χόμπιτ του Σάιρ δίνουν δώρα την ημέρα των γενεθλίων τους αντί να λαμβάνουν και αυτό υποδηλώνει την τόσο δοτική τους φύση. Πολλές είναι οι προσωπικές προτιμήσεις και αγάπες του Καθηγητή στην ιδιοσυγκρασία του Χόμπιτ, η σύνδεση με τη ζωή του στην εξοχή και τη φιλήσυχη φύση του.

Συχνά λέγεται πως το «Χόμπιτ» είναι μια παραβολή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τόλκιν δεν έχει δηλώσει ανοιχτά κάτι τέτοιο, όμως είναι σχεδόν απίθανο να μην επηρεάστηκε από τα βιώματά τος. Εξάλλου είναι γνωστός ο μηχανισμός της δημιουργίας που θέλει τον καλλιτέχνη να μετουσιώνει το σκοτάδι σε τέχνη.  Όπως και ο κεντρικός ήρωας, έτσι και ο Καθηγητής τότε είχε αφήσει την αγαπημένη του γυναίκα και το σπίτι του για να πολεμήσει σε φονικές μάχες και να αντιμετωπίσει τις βιομηχανικές «αράχνες» των φόβων του.

Όμως οι Χόμπιτ δεν είναι πάντα καλοί. Έχουν αδυναμίες και βρίσκονται πολύ κοντά στην ανθρώπινη φύση. Το Γκόλουμ, ένας αλλοιωμένος, σχεδόν μεταλλαγμένος Χόμπιτ αποτελεί το αρνητικό καθρέφτισμα του καλοκάγαθου και αγνού Χόμπιτ που γνωρίζουμε. Ο Τόλκιν τολμά να καταδείξει το σκοτάδι της ανθρώπινης υπόστασης που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το Γκόλουμ, που δεν έχει εαυτό, που έχει διχαστεί, που ονομάζεται «το», έχει δηλητηριαστεί από την απληστία, που δηλώνεται με το δαχτυλίδι. Η σκοτεινή πλευρά κάθε πλάσματος. Η απληστία παίζει κύριο ρόλο στο μυθιστόρημα και είναι η δύναμη που έλκει τους ήρωες προς το σκοτάδι της Μόρντορ.

Βασικό θέμα από την πρώτη μέρα δημιουργίας του σύμπαντος του Τόλκιν μέχρι το τέλος είναι η προαιώνια μάχη του φωτός με το σκότος, και ο αγώνας των ηρώων να διαφυλάξουν το φως, ερχόμενοι αντιμέτωποι όμως όχι μόνο με το γενικότερο σκοτάδι αλλά και με το σκοτάδι μέσα τους, όπου η σύγκρουση είναι και πιο σφοδρή.

Αναγνωστικό κοινό

Ξεκινώντας κανείς με το «Χόμπιτ» και προχωρώντας στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», μελετώντας παράλληλα το Σιλμαρίλλιον -όχι ως λογοτεχνία αλλά όπως θα μελετούσε κανείς μια μεγάλη μυθολογική δομή με τα όλα της-, κατανοεί το μεγαλείο αυτού του έργου και το πόσο επίκαιρο είναι σε κάθε εποχή, πόσο διαχρονικό και απολαυστικά διδακτικό.

Χόμπιτ για παιδιά από 13, Άρχοντας στα 16-17, Σιλμαρίλλιον μετά τα 18-20 θα έλεγα, σε πιο ώριμη ηλικία για να μπορεί το άτομο να κάνει και κάποιες αντιστοιχήσεις σε παγκόσμιες μυθολογίες και θρησκείες.

Διαβάστε: Δέντρα και Δάση της Μέσης Γης, Ευλαμπία Τσιρέλη, εκδόσεις iWrite, 2018.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

47η μέρα καραντίνας ή “κάτι μας κρύβουν”!

tsirelievlampia-karantina-quarantine-writing-dystopia-reality-covid-coronavarious-diary-chronicle

Inventor of the Isolator: Hugo Gernsback

Δευτέρα, 27 Απριλίου, 2020

Οδεύοντας προς την “απελευθέρωσή” μας, δεν είναι ψέμα πως όλοι νιώθουμε αρκετά ξαλαφρωμένοι, όμως και επιφυλακτικοί, φοβισμένοι. Τίποτα δεν θα είναι ξανά ίδιο -τουλάχιστον για ένα εύλογο χρονικό διάστημα.

Πολλοί αναθεωρήσαμε σχέσεις, φιλίες, ακόμα και πεποιθήσεις αυτή την περίοδο του εγκλεισμού. Άλλοι άλλαξαν φιλοσοφία ζωής, ακόμα και κοσμοθεωρία. Πολλοί είναι εκείνοι -εκτός από αυτούς που μιλούσαν έτσι από πριν- που στράφηκαν σε θεωρίες συνωμοσίας για να εξηγήσουν το δυσάρεστο, την αναπάντεχη και παράξενη συμφορά. Εξηγούμε δηλαδή το παράξενο -τη συνθήκη ενός θανατηφόρου ιού που πλήττει την ανθρωπότητα εν προκειμένω- με παράλογα σενάρια. Λίγο-πολύ, τα ακούσαμε όλοι: 5G, Bill Gates, εβραιομασώνοι, ντρόουνς, τσιπάκια, κατασκευασμένοι ιοί, θανατηφόρα εμβόλια, ερπετοειδείς πράκτορες και κυβερνήσεις (!), γαλαξιακοί πόλεμοι (!). Μια σύγχρονη μορφή αλλόκοτης μυθοποιίας.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο φυσικά, είναι αρχέγονο. Η συνωμοσιολογία είναι διαχρονική. Κρατά τη σκούφια της από την αυγή της ανθρωπότητας. Είναι το φαινόμενο κατά το οποίο όταν ο άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει ή φοβάται υπερβολικά να αποδεχτεί και να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, προσπαθεί να την εξηγήσει με τέτοιον τρόπο που του επιτρέπει να αισθανθεί ανώτερος, επαναστάτης, αντιστασιακός -ικανός δηλαδή να τη νικήσει. ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΤΑΙ. Ο βαθμός της διαστρέβλωσης και της αντιστροφής της κατάστασης, των ρόλων και των ευθυνών είναι τόσο μεγάλος, που αφήνει μετέωρους τους υπόλοιπους να κοιτάζουν με ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ στα μάτια.

Φυσικά πρόκειται για την εύκολη λύση, που δεν είναι όμως λύση εν προκειμένω δυστυχώς. Η λύση είναι να μελετήσουμε, να κατανοήσουμε, να διασταυρώσουμε και, το πιο δύσκολο, να αναθεωρήσουμε, να αποδεχτούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης και να την αντιμετωπίσουμε με λογική και ωριμότητα.

Συνωμοσιολόγοι υπάρχουν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και μορφωτικά επίπεδα, και όλοι έχουμε υπάρξει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό κάποια στιγμή στη ζωή μας. Ίσως το θέμα να είναι βαθύτερο, ψυχολογικό. Να πατάει στο προφίλ “εγώ είμαι καλύτερος και εξυπνότερος, δεν μπορεί κανείς να με κοροϊδέψει”, στην αίσθηση δηλαδή της υπεροχής και στην υπεροψία που από κάτω της κρύβει φυσικά την αίσθηση της ανεπάρκειας και το αίσθημα το φόβου.

Η καλλιέργεια του προφίλ “είμαστε καλύτεροι, εξυπνότεροι, εκλεκτοί”, ξεκινάει από την οικογένεια, όταν ένα παιδί μεγαλώνει με γονείς που είναι “καλύτεροι από τον γείτονα” και το παιδί τους είναι “το ομορφότερο, καλύτερο, εξυπνότερο από τους συμμαθητές του” και η οικογένεια γενικά είναι “ανώτερη και εκλεκτή”. Στο μοτίβο αυτό πατάει ακόμα και ο εθνικισμός φυσικά, αλλά και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός.

Η μελέτη και αγάπη για γνώση προϋποθέτει μιας κάποιας μορφής ταπείνωση. “Δεν γνωρίζω, θέλω να μάθω, να γίνω καλύτερος”. Όμως, αν είμαι ήδη καλύτερος, γιατί να διαβάσω; Ή “θα διαβάσω μόνο αυτό που συμφωνεί με αυτό που λέω εγώ γιατί εγώ ξέρω”. Ταπείνωση και σεμνότητα επίσης προϋποθέτει και το να αποδεχτώ πως κάποιος είναι καλύτερος από μένα και ξέρει καλύτερα.

Δεν γίνεται ωστόσο να έχουμε μπει στον 21ο αιώνα, να μεγαλώνουμε παιδιά του 21ου αιώνα και να λέμε ότι “ένας σαυράνθρωπος κινεί τα νήματα στον πλανήτη”. Μπορούμε να ανησυχήσουμε ότι ο πλούτος έχει συσσωρευτεί στα χέρια λίγων, ναι, μπορούμε να κατηγορήσουμε τον καπιταλισμό, την κοινωνική ανισότητα, τον πόλεμο, να αγωνιστούμε ενάντια σε αυτά, να υπερασπιστούμε τους αδύναμους, να μην ψηφίζουμε επικίνδυνους κυβερνήτες. Όπως βλέπετε, η πραγματικότητά μας είναι αρκετά ακραία και περιλαμβάνει ουκ ολίγα “τέρατα” ήδη. Δεν θέλουμε άλλα.

Επιστρέφοντας στο ψυχολογικό υπόβαθρο της οικογένειας -και δεν αναφέρομαι μόνο στην ελληνική οικογένεια βέβαια-, ίσως το αίσθημα της συλλογικότητας και της ταπείνωσης να είναι κάποια λύση. Ας μην είναι το παιδί μας “το καλύτερο”, ας μην προσπαθούν “να του κάνουν κακό όλοι επειδή το ζηλεύουν”, ας μην είναι η οικογένειά μας “η πιο εκλεκτή στη γειτονιά και στο χωριό”. Ας μην είναι το παιδί μας “εξυπνότερο από τον βλάκα τον δάσκαλό του”, ας μην είναι “ομορφότερο από τις φίλες του”, ας μην είναι “το μεγαλύτερο ταλέντο στο σχολείο”.

Ο μελλοντικός αυτός ενήλικας δεν θα μπορεί να κάνει φίλους, δεν θα μπορεί να αγαπήσει χωρίς να απαιτεί, δεν θα μελετά εις βάθος, δεν θα μπορεί να ακούσει τον άλλον με προσοχή και ενδιαφέρον, δεν θα αποδέχεται την ήττα και την απόρριψη και, μέχρι τα σαράντα του -αν η αίσθηση ανωτερότητάς του το αφήσει να κατανοήσει ότι έχει προβλήματα- θα μετρήσει πολλές ώρες ψυχοθεραπείας. Δεν θα είναι ποτέ πλήρης και ευτυχισμένος άνθρωπος. Πάντα θα αισθάνεται ότι κάποιος το κοροϊδεύει και θέλει το κακό του, ότι το υπονομεύουν, ότι του λένε ψέματα, ότι… κάτι του κρύβουν!

Η κοινωνία έχει διχαστεί σε “επιστήμονες” και “συνωμοσιολόγους” -αυτό είναι σίγουρα μια μεγάλη συνέπεια όσων ζούμε. Και μερικοί είμαστε χαμένοι. Τουλάχιστον να σωθούν τα παιδιά. Οι υπόλοιποι ας βρούμε το σθένος να βγούμε από τα σπίτια μας χωρίς να επιρρίπτουμε τις ευθύνες στα ερπετά και στους σιωνιστές.

Λένε ότι η οικογένεια είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας και η κοινωνία μια μικρογραφία της ανθρωπότητας ολόκληρης. Ας δεχτούμε ότι μας βρήκε μια συμφορά και ότι όλοι προσπαθούμε να την ξεπεράσουμε. Ας αποφύγουμε τα ακραία συμπεράσματα στα όρια της παράνοιας. Δεν υπάρχουν μυστικοί διαγαλαξιακοί πόλεμοι. Οι πόλεμοι και οι “σαύρες” είναι μέσα μας. Είναι τα θηρία της ανθρώπινης υπεροψίας και της αίσθησης ανωτερότητας που, σε παγκόσμια κλίμακα, βρίσκονται πίσω από τα μεγάλα δεινά της ανθρωπότητας.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

42η μέρα καραντίνας

tsirelievlampia-karantina-quarantine-writing-dystopia-reality-covid-coronavarious-diary-chronicle

Inventor of the Isolator: Hugo Gernsback

Τετάρτη, 22 Απριλίου, 2020

Ο άνθρωπος θα ‘πρεπε να είναι ικανός να σχεδιάζει μια εισβολή, να γράφει μια σονάτα, να σχεδιάζει ένα κτίριο, να κουμαντάρει ένα πλοίο, να κλείνει ένα ισοζύγιο, να αλλάζει ένα μωρό, να παίρνει και να δίνει διαταγές, να παλεύει, να πεθαίνει γενναία. Η εξειδίκευση είναι για τα έντομα. Ρόμπερτ Χενλάιν, 1907-1988, Αμερικανός συγγραφέας επιστ. φαντασίας

Πληκτρολογώντας τον τίτλο του σημερινού ημερολογίου καραντίνας, αρχικά στάθηκα λίγο να συνειδητοποιήσω το νούμερο ως εξωτερικός παρατηρητής. Πολλές οι μέρες. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε εγκλιματιστεί, και νομίζω πως λειτουργεί ένας εκπληκτικός αυτόματος μηχανισμός προσαρμογής στις συνθήκες που, προφανώς, μας προστατεύει από την τρέλα και τον αποσυντονισμό.

Η απώλεια του ελέγχου, η αδυναμία προγραμματισμού, το ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα συμβεί σε έναν μήνα ή δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά τι θα κάνουμε σε τρεις μήνες από τώρα, είναι ένα τεράστιο σοκ, ένας πλήρης αποσυντονισμός της μέχρι τώρα τακτοποιημένης μας ζωής. Αν το καλοσκεφτούμε όμως, πότε δεν ήμασταν σίγουροι για το τι θα συνέβαινε στη ζωή μας σε έναν μήνα. Συνηθίζαμε να κάνουμε σχέδια με τυφλή πρόβλεψη -ποιος ξέρει ποτέ πραγματικά αν είναι ζωντανός σε έναν μήνα; Αυτό λέγεται ελπίδα. Πορευόμαστε κάνοντας σχέδια και προγραμματισμούς ελπίζοντας πως θα είμαστε εδώ, ελπίζοντας πως θα είμαστε ζωντανοί, ελπίζοντας πως θα ξυπνήσουμε το επόμενο πρωί γεροί, ενεργοί. Και ήταν περισσότερο το σύστημα, το πλαίσιο που λειτουργούσε και μας διαβεβαίωνε πως θα συνεχίσει να λειτουργεί ώστε εμείς να προγραμματίσουμε τις διακοπές, ένα ταξίδι, μια επαγγελματική συνάντηση, έναν γάμο, μια αποφοίτηση. Το σύστημα τώρα δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει, δεν υπάρχει ο εξωσκελετός που συγκρατεί τα όργανα και άρα επέρχεται η αποδιοργάνωση. Δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε. Ή προγραμματίζουμε ελπίζοντας. Στην ουσία, βλέπετε, στον προσωπικό μας προγραμματισμό ο άξονας είναι ίδιος: η ελπίδα. Δεν έχει αλλάξει κάτι.

Μεγάλη δυσκολία αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στο προφίλ του πολυμήχανου ανθρώπου. Ποιος να το φανταζόταν πως η κοινωνία του 2020, η κοινωνία της εξειδίκευσης, θα ανατρεπόταν και ο καθένας μας ξαφνικά θα καλούνταν να θυμηθεί ή να αναπτύξει εξ αρχής δεξιότητες απαραίτητες για την καθημερινότητά του. Εδώ θυμήθηκα τα λόγια του Χενλάιν: “Ο άνθρωπος θα ‘πρεπε να είναι ικανός να σχεδιάζει μια εισβολή, να γράφει μια σονάτα, να σχεδιάζει ένα κτίριο, να κουμαντάρει ένα πλοίο, να κλείνει ένα ισοζύγιο, να αλλάζει ένα μωρό, να παίρνει και να δίνει διαταγές, να παλεύει, να πεθαίνει γενναία. Η εξειδίκευση είναι για τα έντομα.” Ο άνθρωπος, λέει, πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει λίγο απ’ όλα, να αυτοσυντηρηθεί, να αυτοεξυπηρετηθεί, να αναπτύξει δεξιότητες για έκτακτες καταστάσεις, να μπορεί να είναι σε θέση και σε ετοιμότητα να ζήσει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Και ίσως και λίγα παραπάνω. Πράγματα που κάνουν τη ζωή του πιο περιπετειώδη, που δεν είναι στην πρώτη γραμμή των απαραίτητων γνώσεων αλλά -αν τα γνωρίζεις- κάνεις τη ζωή σου πιο ενδιαφέρουσα. Ένα ταξίδι, έστω και εσωτερικό.

Αν κάτι θα μας μάθει ή μας έχει μάθει ήδη αυτός ο εγκλεισμός, είναι πως δεν είμαστε η δουλειά μας, πως δεν είμαστε τα παιδιά μας, πως δεν είμαστε οι πληρωτές λογαριασμών, πως δεν είμαστε μηχανές, δεν μας ορίζουν οι σύντροφοι, ούτε οι γείτονες, ούτε τα αφεντικά μας. Είμαστε μονάδες, άνθρωποι μεμονωμένοι, με προσωπικότητες, με προσωπικούς σκοπούς -ή τουλάχιστον θα ‘πρεπε- και πρέπει να φροντίσουμε ο καθένας μόνος του για τον εαυτό του. Βιώνουμε δηλαδή και συνειδητοποιούμε μια απεριόριστη προσωπική, εσωτερική ελευθερία για πρώτη φορά! Με λίγα λόγια, γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τι είναι λάθος, τι σωστό, τι ουσιώδες και τι περιττό, τι μπορούμε να καταφέρουμε και πού μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι.

Ένα άλλο μεγάλο κέρδος -ή πρόκληση- της κατάστασης είναι ότι έχουμε μάθει να εκτιμούμε καλύτερα τον χρόνο. Ο χρόνος μας είναι πολύ περισσότερος από όσο νομίζουμε. Μια μέση ζωή χωρά πολλές γνώσεις, πολλές ικανότητες και πολλές ανακαλύψεις. Στη μέρα μας χωρούν πολλά πράγματα. Η βαθιά σκέψη και περισυλλογή, η ανάγνωση βιβλίων και άρθρων, η απόκτηση δυο-τριών νέων γνώσεων που παρατείνουν την ύπαρξή μας και πλαταίνουν την υπόστασή μας στο σύμπαν, ακόμα και η παρασκευή του φαγητού μας που είναι μια αρχέγονη και πολύ σημαντική διαδικασία. Οι διάλογοι επίσης που κάνουμε είναι πια διαφορετικοί -έχετε παρατηρήσει πόσο πιο ουσιαστικές συζητήσεις κάνετε με φίλους έστω και διαδικτυακά; Πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε όλοι τελικά την ανθρώπινη επαφή, την ανταλλαγή απόψεων; Ή πόσο πιο συχνά γελάμε ή επιδιώκουμε να γελάμε;

Οι μέρες που έρχονται, οι μέρες της απελευθέρωσης -όπως λέμε-, ίσως να είναι δυσκολότερες και πιο άγριες από την τωρινή, κατάσταση ασφαλείας στο σπίτι μας. Εκεί θα δοκιμαστούμε σε ανθρώπινες σχέσεις και αντοχές, ανθρωπιά, ικανότητες και ανατροπές. Όμως, αλήθεια, αν βγούμε από την κατάσταση αυτή πιο εξελιγμένοι, θωρακισμένοι νοητικά και συνειδητοποιημένοι υπαρκτικά; Αν αναπτύξουμε νέες δεξιότητες; Αν βγούμε τόσο μετ-αλλαγμένοι, μετ-άνθρωποι, με το βήμα στο επόμενο συνειδησιακό εξελικτικό επίπεδο; Μπορεί κι εμένα η κατάσταση να με έχει κάνει να το παρακάνω με τις ρομαντικές σκέψεις, όμως είναι κι αυτή η ελπίδα που λέγαμε…

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

28η μέρα καραντίνας

tsirelievlampia-karantina-quarantine-writing-dystopia-reality-covid-coronavarious-diary-chronicle

Inventor of the Isolator: Hugo Gernsback

Τετάρτη, 8 Απριλίου, 2020

Κοντεύει μήνας στην καραντίνα. Η ζωή μας κυλάει σε άλλους ρυθμούς. Λίγο πολύ, έχουμε όλοι προσαρμοστεί. Στην ερώτηση “τι κάνεις;”, οι άνθρωποι δεν απαντούν πια εκείνο το αυτόματο και μηχανικό “καλά”, αλλά αναλύουν πραγματικά τι κάνουν και πώς νιώθουν. Το θεωρώ πολύ θετικό αυτό. Μια βαθμίδα ανθρωπινότητας, ακόμα κι αν φαίνεται ότι έχουμε τελείως απανθρωπιστεί και αποκοινωνικοποιηθεί μέσα στα σπίτια μας.

Παράδοξο, αλλά θα έλεγε κανείς πως γίναμε πιο ανθρώπινοι. Φρενάραμε λίγο την ιλιγγιώδη ταχύτητα του ζην, εκείνη την αλλόκοτη τρέλα του να τα προλάβουμε όλα. Η ζωή μάς ανάγκασε να σταθούμε και να ρωτήσουμε τον άλλο αν πραγματικά είναι καλά. Να κοιτάξουμε τον κόσμο από το παράθυρο. Πόσες φορές πριν είχες σταθεί στο παράθυρο να παρατηρήσεις τη γειτονιά σου, τον γείτονα; Τα δέντρα και τα πουλιά; Τον ουρανό;

Ο παρατηρητής γίνεται σκεπτόμενος. Ο σκεπτόμενος, σοφαίνει. Ο σοφός, πράττει.

Δεν έχω να γράψω κάτι πολύ πρακτικό, δεν βγαίνουμε ιδιαίτερα από το σπίτι, ζούμε περισσότερο μέσα στο κεφάλι μας αυτόν τον καιρό κι όμως μου φαίνεται πολύ ουσιαστικό, για ένα διάστημα τουλάχιστον, να γίνεται αυτό. “Πόσες ζωές έχουμε ζήσει μέσα στο κεφάλι μας λίγο πριν κοιμηθούμε. Τότε, που σκεφτόμαστε όλα τα αν”, έχω γράψει σε ένα βιβλίο μου. Και, σίγουρα, τώρα είναι ο καιρός του αν. Ο καιρός που σκεφτόμαστε όλες τις εναλλακτικές της ζωής μας. Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Τι θα γινόταν αν το είχαμε κάνει τελικά. Και, ίσως, κάποιοι μετά από αυτή την κατάσταση πάρουν πιο ώριμες αποφάσεις, διορθώσουν καταστάσεις, πάρουν το θάρρος να αλλάξουν κάτι που δεν επέλεξαν συνειδητά ή εκτιμήσουν τελικά την επιλογή που έκαναν.

Κι είναι και οι αναμνήσεις που έρχονται, αναμνήσεις που δεν ήξερες ότι έχεις μέσα στο κεφάλι σου ε; Και ξεπηδούν μία μία και ανακαλύπτεις τι θησαυρούς ή τι τέρατα έκρυβες εκεί μέσα. Και αλίμονο αν είναι 3 και 4 η ώρα το ξημέρωμα…

Ή αναμνήσεις από όνειρα, που μπερδεύονται με τις κανονικές. Δεν ξέρω αν σου συμβαίνει αυτό. Εγώ πάντα έβλεπα πολύ ζωντανά όνειρα κι έχω αναμνήσεις από αυτά. Συχνά, μάλιστα, μπέρδευα και μπερδεύω ακόμα αναμνήσεις ονείρων με αναμνήσεις της πραγματικής ζωής όταν πρόκειται για πολύ παλιά πράγματα. Στο βιβλίο που γράφω τώρα, λέω -μεταξύ άλλων- πως “σχεδόν ποτέ οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας δεν είναι αληθινά ατόφιες. Πάντα είναι ενισχυμένες από το φαντασιακό μας, από τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής κατά την οποία ανακαλούμε την ανάμνηση, από την πρακτική ανάγκη ή την ψυχική ανάγκη ενδεχομένως που θέλουμε να καλύψουμε ανακαλώντας την”.

Θυμάμαι πολύ παλιά πράγματα με μεγάλη λεπτομέρεια τελευταία. Πράγματα που δεν ήξερα ότι υπήρχαν μέσα στο κεφάλι μου. Ότι ήταν, ας πούμε, ένα χειμωνιάτικο πρωί, τρίτη δημοτικού, όταν πήγα στο σχολείο με ένα κίτρινο κασκόλ της θειάς μου, πολύ όμορφο. Είδα την πλέξη, τα κροσάκια, μου ήρθε στη μύτη μου ακόμα και η μυρωδιά. Είχε ένα χρώμα κίτρινο, διακριτικό. Ήσυχο. Και ήταν πάρα πολύ απαλό όπως τύλιγε τον λαιμό μου, εκείνο το παγωμένο πρωί. Θυμήθηκα ακόμα και το σκοτάδι του πρωινού, πόσο δεν ήθελα να πάω στο σχολείο, εκείνο το αίσθημα του ζορίσματος να κάνεις κάτι που δεν θέλεις καθόλου – εξάλλου, ποτέ δεν μου άρεσε το πρωί, ούτε τώρα μου αρέσει, αγριεύομαι όταν πρέπει να ξυπνήσω τα χαράματα. Κι έπρεπε να το προσέχω σαν τα μάτια μου μην το χάσω ή το ξεχάσω, γιατί ήταν δανεικό κι η θειά μου τα πρόσεχε πολύ τα πράγματά της. Κι εγώ, για να μην το χαλάσω, στο διάλειμμα δεν το φορούσα και κρύωνα. Και πολύ άγχος το είχα μη μου το κλέψει κανείς και στο σχόλασμα μην το ξεχάσω εκεί όπου το είχα παραχώσει, κάτω από το θρανίο. Και μεγάλη ανακούφιση είχα όταν το επέστρεψα και, παρόλο που ήταν πολύ όμορφο και μυρωδάτο και απαλό, το άγχος που μου προκάλεσε με έκανε να μην θέλω να το ξαναφορέσω -αν και η θεία ήταν ξεκάθαρο πως είχε αναγκαστεί να μου το δώσει και δεν θα το ξανάκανε.

Ίσως το κασκόλ είναι η αγκαλιά, ίσως η ζεστασιά η ανθρώπινη, ίσως και ένα άγχος, μια εκκρεμότητα, ίσως να μην το έζησα ποτέ, ίσως να έφτιαξα αυτή την ανάμνηση για να καλύψω κάτι δυσάρεστο που είχε συμβεί εκείνη τη μέρα τότε ή ίσως να το είδα παλιά στο όνειρό μου -αν έγινε αυτό, οι λεπτομέρειες είναι καταπληκτικές και το μυαλό μας ακόμα πιο καταπληκτικό.

Κατά τα άλλα, τα εξωτερικά της πραγματικότητάς μας, εξακολουθούμε να κινούμαστε με αριθμούς, γάντια και μάσκες, με λίγο φόβο. Τα βράδια βλέπουμε με κάμερα τους φίλους μας, γινόμαστε ψηφιακές παρέες και πίνουμε μπυρίτσες και γελάμε. Στα μάτια μας έχουμε όλοι μια θλίψη. Όχι γιατί πιστεύουμε ότι θα πεθάνουμε ή ότι δεν θα ξαναβγούμε από το σπίτι, αλλά γιατί συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικοί είμαστε εν τέλει ο ένας για τον άλλον. Και πόσο σημαντικές είναι οι πραγματικές αναμνήσεις, αυτές που σου δίνουν υπόσταση, που χτίζουν ζωή, που λένε την ιστορία σου.

©Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.