Η βλάβη-Το τούνελ-Ο σκύλος | Φρήντριχ Ντύρενματ

Mετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης | Εκδόσεις Αντίποδες, 2020

Βλάβη: «Χιτσκοκικό» το χαρακτηρίζουν, όμως εμένα με πήγε στο Brazil (Τέρι Γκίλιαμ, 1985). Είδα μια παρόμοια σκηνοθεσία, είδα την ψαλίδα της μικροαστικής τάξης και της υψηλής κοινωνίας, είδα γκροτέσκο, πολύ ωραία κοντινά πλάνα, αηδιαστικούς άβολους ήχους με ζουμιά και μασέλες που μασάνε, ζαρωμένα βαμμένα με κρασί χείλη να πλαταγίζουν, όντως απολαυστικά θεατρικός ο Ντύρενματ.

Φοβερό παιχνίδι με τους χαρακτήρες και την απήχηση στον αναγνώστη. Μια παρέα ηλικιωμένων παρουσιάζεται στην αρχή αστεία και συμπαθής, στη συνέχεια γίνεται ενοχλητική με την υπερβολή, την έπαρση και τη φοβερή επίδειξη του καπιταλισμού, οδηγώντας τον Τραπ (παγίδα), έναν μεσοαστό πωλητή να ομολογήσει ένα έγκλημα που… δεν έκανε (;) Η δεξιοτεχνία του συγγραφέα σε κάνει από τη μια να σκέφτεσαι ότι είμαστε όλοι στ’ αλήθεια λίγο-πολύ υπαίτιοι εμμέσως για κάποιον θάνατο, για κάποιο έγκλημα -παίζουν με το μυαλό σου αυτοί οι παππούδες-, αλλά και το πώς μια διεφθαρμένη ρητορική μπορεί να οδηγήσει έναν αθώο στην τρέλα και τις ενοχές -ξεκάθαρα λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Το αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση του αναγνώστη από αυτό που διαβάζει από ένα σημείο και μετά. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να τοποθετηθεί με σιγουριά. Η βλάβη του Ντύρενματ αναδεικνύει μια ευρύτερη κοινωνική και ηθική «βλάβη». Η γλώσσα είναι θεατρική, με ρητορεία, δεν του λείπει όμως και η περιγραφική αφηγηματικότητα.

Τούνελ: Κλειστοφοβικό, αν έχετε θέμα με τα μακριά τούνελ θα ζοριστείτε. Ένας εκτροχιασμός από την καθημερινότητα; Κάπου πολύ παλιά είχα διαβάσει—ειλικρινά δεν θυμάμαι πού— ότι, λέει, όταν περπατάμε σε έναν ίδιο δρόμο για χρόνια και ξαφνικά τον αλλάξουμε, χωρίς λόγο και αιτία, έτσι αν ξαφνικά στρίψουμε αλλού, μπορεί η πραγματικότητά μας εκεί να μην υπάρχει πια και ποιος ξέρει αν υπάρχει και ολόκληρος ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε. Σουρεαλιστικό και πολύ εφιαλτικό, ομολογουμένως, σενάριο. Το τούνελ και το σκοτάδι ως νέα γέννηση: για να έρθει κάτι ολότελα νέο, πρέπει να καταστραφεί κάθε βεβαιότητα του παλιού. Πολύ ωραίος ρυθμός, ταιριαστός με το άγχος και την αγωνία που κορυφώνεται στο διήγημα όσο προχωράει, φοβερή σκηνοθεσία και απόδοση του ανοίκειου χάους του σκοταδιού, του συμβολικού τούνελ της ζωής και της κοινωνίας.

Σκύλος: Το αγαπημένο μου. Ψάχνοντας στοιχεία του βιογραφικού του συγγραφέα, κυρίως για να δω αν μπορώ κάπως να ερμηνεύσω τον Σκύλο — διότι, πραγματικά, το σκεφτόμουν για μέρες—, έπεσα πάνω σε αυτό: Αν και ο Ντύρενματ δήλωνε άθεος, ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα σε πολλά από τα έργα του από την αρχή της καριέρας του. Κάποτε αποκάλεσε τον Χριστό «ίσως τον πρώτο θρησκευόμενο άθεο… που δεν αναζητούσε πλέον τον Θεό σε μεταφυσικές εικασίες αλλά μάλλον στον εαυτό του». (Understanding Friedrich Dürrenmatt by Roger Alan Crockett, 1998, p. 175) Λόγω των αυτοαναιρούμενων δηλώσεων του Ντύρενματ, έχει υποστηριχθεί ακόμη και ότι υπήρχε μια γνήσια θρησκευτική διάσταση πίσω από την παρωδία της πίστης από τον συγγραφέα. (Dürrenmatt: A Study in Plays, Prose, Theory by Timo Tiusanen, 1977, p. 55. Στο authorscalendar.info – Friedrich Dürrenmatt. 1921-1990) Έκανα με τη σειρά τις εξής σκέψεις: Μαρία Μαγδαληνή, Παναγία, Αντίχριστος, Μυστικός Δείπνος, πτωτικός Αδάμ, Εύα, σκύλος αντί για φίδι, ένας αποτυχημένος Παύλος. Γλώσσα αέρινη, αμφίβολη, οι ήρωες είναι και δεν είναι, τα γεγονότα συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν. Μου άρεσε η σημειολογία των χρωμάτων, των επίπλων, του χωροχρόνου. Μου θύμισε λίγο Ντύλαν Τόμας. Εξαιρετικό.

[Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Στήλη “Τι διάβασα” https://eleftherostypos.gr/politismos/ti-diavasa-43]

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Μερκάντο | Μαρία Μαμαλίγκα

Εκδόσεις Εστία

<<μερκάντο>> στη γλώσσα λαντίνο σημαίνει εκείνον/η που εξαγοράστηκε με λύτρα από τον θάνατο.

Εκτός από την αδυναμία που έχω στα εβραιοϊσπανικά (λαντίνο), που σε αυτό το βιβλίο τα ευχαριστήθηκα, έμαθα πολλά για εκείνη την περίοδο της ιταλογερμανικής κατοχής της Ρόδου και ιδιαίτερα για την Τζουντερία, την τοπική εβραϊκή κοινότητα που χάθηκε σε μια στιγμή.

Μια μυθοπλαστική εξιστόρηση ή μια ιστορική μυθοπλασία, πείτε το όπως θέλετε, αυτό το βιβλίο τα είχε όλα. Συναίσθημα, ιστορικές πληροφορίες, ανθρώπινες σχέσεις, χαρά και πόνο, όλα με εικονιστικές ζωντανές περιγραφές και πολύ εύγλωττη ροή.

Μου άρεσε πολύ η ημερολογιακή γραφή σε πρωτοπρόσωπο αφηγητή που διακόπτει τον παντογνώστη. Νομίζω πως σε τέτοιου είδους κείμενα ο πρωτοπρόσωπος είναι απαραίτητος. Σε όλο το κείμενο θα ήταν κουραστικό, οπότε πολύ έξυπνα η συγγραφέας τον διατηρεί διακριτικά, ώστε ο αναγνώστης να γνωρίσει εις βάθος, να συμπονέσει και να ταυτιστεί με την κεντρική ηρωίδα.

Η ταυτότητα που αλλάζει, που διαμορφώνεται και προσαρμόζεται στα γεγονότα για να επιβιώσει. Οι τρεις εαυτοί. Αυτή που ήταν, αυτή που αναγκάζεται να γίνει, αυτή που γίνεται. Το είδα και στα 100 Σάββατα αυτό, στη ζωή της Στέλλας Λεβή (εκδ. Ίκαρος). Όσοι επέζησαν, πέρασαν αναγκαστικά από αυτά τα τρία στάδια. Τουλάχιστον μπόρεσαν κι έκλεισαν έναν κύκλο για να ανοίξουν έναν νέο. Έναν εαυτό που θα κουβαλάει στη μεταμνήμη του όλα όσα έζησε, σε ένα μέρος όπου μπορεί να τα στοιβάξει και να τα κουβαλήσει.

Ευλαμπία Τσιρέλη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο | Μπενχαμίν Λαμπατούτ

Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου | Εκδόσεις Δώμα, 2022

Το «Οταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο» με έφερε ξανά μπροστά σε κάτι που σκέφτομαι συχνά: η διάνοια του ανθρώπου είναι πεπερασμένη, όσον αφορά την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά η δημιουργικότητα και ο στοχασμός, όχι.


Ο Λαμπατούτ γράφει για τον άνθρωπο-δημιουργό, που όμως έχει μια αδυναμία: δεν κατανοεί όσα δημιουργεί και όσα ανακαλύπτει.

Να τολμήσω να το χαρακτηρίσω ελαφρώς «λαβκραφτικό»; Θα τολμήσω. Λόγω της ιδέας της μεγαλοσύνης και της μεγαλοφυΐας, με τους επιστήμονες σχεδόν απόβλητους, ακατάλληλους για τη λειτουργική κοινωνία, που παρασέρνονται στην τρέλα και την εμμονή όταν συλλαμβάνουν το ασύλληπτο, το αχανές, έστω και στιγμιαία – αυτό στον Χ.Φ. Λάβκραφτ γίνεται μέσα στα όνειρα. Θα το πω όμως και «μαχενικό» (Αρθουρ Μάχεν). Βλέπε περί ονειρευτή-θεού.

Σβάρτσιλντ και Αϊνστάιν, Γκρότεντικ, Χάιζενμπεργκ και Σραίντινγκερ στις ιστορίες, με αληθινά στοιχεία της βιογραφίας τους, ξεκάθαρα στο είδος της λογοτεχνίας της επιστήμης, υβριδικό, συνδυάζοντας δηλαδή δοκίμιο, βιογραφία και μυθοπλασία, και με συγγραφέα Χιλιανό, σαφώς επηρεασμένο από το ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού το οποίο φέρνει όμως στα μέτρα του, είναι ομολογουμένως απαιτητικό αναγνωστικά.

Οσο προχωρούν οι ιστορίες, καταλήγουν σε έναν κοινό παρονομαστή, και από τον μακρόκοσμο καταδυόμαστε στον μικρόκοσμο·στη μικρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στο αχανές του αγνώστου. Κι όμως, ο Λαμπατούτ, σχεδόν υπερβατικά, με μια γλώσσα απλή και καθόλου φορτωμένη με τεχνάσματα και λυρισμούς, μετατρέπει αυτόν τον μικρόκοσμο σε μεγάκοσμο, αφού ανοίγει το παράθυρο προς την ανθρώπινη ψυχή και διάνοια.

[Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Στήλη “Τι διάβασα” https://eleftherostypos.gr/politismos/ti-diavasa-41]

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά | Μax Porter

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου | Εκδόσεις Πόλις, 2018

Το διάβασα σε μία μέρα. Δεν ξέρω αν είμαι σε περίοδο θλίψης και μπόρεσα να το βιώσω καλύτερα ή σε περίοδο ηρεμίας ώστε να το αντέξω και να το απολαύσω αναγνωστικά σε όλες του τις διαστάσεις. Μάλλον κάπου στη μέση.

Διότι, πρέπει να το αντέξεις. Άλλη μια καλή σφαλιάρα στο θέμα της στερεοτυπικής κλασικής αφήγησης. Απελευθέρωση. Τεχνική κολλάζ, αχρονία, άλλοτε πεζό, άλλοτε ποίηση, όνειρο, παραλήρημα, θεατρικότητα, μυθιστόρημα, διαλεκτικότητα, ημερολόγιο. Η μετάφραση θα πρέπει να ήταν κάποιο είδος τεράστιου άθλου, και συγχαρητήρια.

Όχι ότι είναι απαραίτητο, αλλά καλό θα ήταν ο αναγνώστης να έχει μια ιδέα από Σύλβια Πλαθ, Ντύλαν Τόμας και Τεντ Χιούζ, γιατί υπάρχει αρκετή διακειμενικότητα. Είναι δομικά στοιχεία στον Πόρτερ. Ή έστω να υπάρχει μια ιδέα για το ύφος και τον ρυθμό, αλλά και τα θέματα φυσικά.

Αν κάποιος δεν έχει πενθήσει μέσα στο σπίτι του, ίσως να μη καταλάβει και πολλά από το βιβλίο, μπορεί μάλιστα να τρομάξει.

Το φινάλε ήταν τόσο αναμενόμενο, που δεν το περίμενα για αυτό το βιβλίο. Όμως το κατανοώ διότι, διαφορετικά, θα ήταν τόσο βαρύ που θα καταντούσε μη ρεαλιστικό, λες κι ο συγγραφέας μας έλεγε ψέματα. Γιατί, μυθοπλασία γράφουμε, αλλά ψέματα δεν λέμε.

Με βοήθησε να πετάξω κι εγώ μερικές <<στάχτες>>.

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Οι Ιτιές | Άλτζερνον Μπλάκγουντ

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου | Εκδόσεις: ΔΩΜΑ, 2025

Αυτό που βλέπεις να συμβαίνει, αλλά δεν ξέρεις αν συμβαίνει. Αυτό που φλερτάρει με την τρέλα και διψάει για τη λογική. Αυτό που φοβάσαι τόσο πολύ, που στο τέλος το δημιουργείς και το αφήνεις να σε απειλήσει.

Και η φύση. Η φύση ως οντότητα, ο άλλος νους. Ο άνθρωπος ως ανεπιθύμητος εισβολέας. Όπως αυτός θα ξεχορταριάσει ενοχλημένος την αυλή του, έτσι κι ένα δάσος θα προσπαθήσει να τον αποβάλει σαν παράσιτο.

Απλή γραφή, γεμάτος λόγος, εικόνες και κινήσεις ονείρου. Ιδανική έκταση. Κάπως έτσι τις περίμενα τις Ιτιές, που ήθελα καιρό να τις διαβάσω. Δεν ενθουσιάστηκα ούτε απογοητεύτηκα. Παραξενεύτηκα. Ο στόχος της Λογοτεχνίας του Παράξενου/Αλλόκοτου είναι ακριβώς αυτός. Να φέρει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας. Το παράξενο να σε καταλάβει τόσο, ώστε να μην μπορείς να βρεις τις λέξεις να το εκφράσεις. Και έτσι, χωρίς να έχεις κανένα σίγουρο συναίσθημα, καμία επικύρωση της πραγματικότητας, να καταδυθείς σε διαφορετικές εκδοχές του κόσμου.

Με στοιχεία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας αλλά και γοτθικής, με έντονο τον μαγικό ρεαλισμό και το ανοίκειο, το βιβλίο μάς παραπέμπει εύκολα στον Ε.Α. Πόε, στον Χ.Φ. Λάβκραφτ και στον Ρ. Τσέημπερς. Πιο πολύ όμως με πήγε στο Χαμένο Νησί του Καραγάτση, να πω την αλήθεια. Τα δύο αυτά βιβλία, σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μου, μου φάνηκαν σαν μία οντότητα και μου άφησαν την ίδια αίσθηση: παράξενο, αποπροσανατολισμό, εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, ανοίκειο.

Γι’ αυτό τα προτείνω παρέα, όπως παρέα τοποθετήθηκαν και στη βιβλιοθήκη μου.

Ευλαμπία Τσιρέλη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Γράμματα στην Παναγία | Κυριάκος Χαρίτος

Εκδόσεις Πατάκη, 2025

Δεν κατάφερα να το διαβάσω εξαιρώντας τη βιβλική μου ιδιότητα και τη θεολογική σκοπιά. Και καλά έκανα.

Ο Κυριάκος Χαρίτος δεν γράφει για να καταρρίψει τη θεϊκή φύση του Ιησού, αλλά ούτε και για να εξυψώσει την ανθρώπινη. Βασικά γράφει για Εκείνον χωρίς να μας λέει καν ποιος είναι. Γιατί ο Εκείνος θα μπορούσε να είναι όλοι και οποιοσδήποτε. Ο γιος, ο χαμένος, ο περιθωριακός, ο δυνατός, ο αδύναμος, ο φίλος, ο πεινασμένος, ο χαμένος, ο περιπλανώμενος.

Και αυτό ήταν. Ένας για όλους.

Τα γράμματα είναι ό,τι του έχει απομείνει ως γέφυρα με τη μήτρα, την πηγή, την αρχή, τη χαμένη Εδέμ, το Θηλυκό.

Ξεχώρισα: “<<“Πρέπει να βρω τη γλώσσα, μάνα. Πρέπει να βρω μια γλώσσα που δεν θα έχουν ξανακούσει οι άνθρωποι. Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω. Αν καταφέρω και αναστήσω τις λέξεις, μπορώ να σηκώσω και το σώμα τους από το χώμα”>>”.

Ναι. Διότι “στην αρχή ήταν ο Λόγος, και ο Λόγος ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. Αυτός ήταν στην αρχή προς τον Θεό. Όλα έγιναν διαμέσου αυτού· και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα το οποίο έχει γίνει. Mέσα σ’ αυτόν ήταν ζωή, και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων. Kαι το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει, και το σκοτάδι δεν το κατέλαβε”. [Κατά Ιωάννη 1:1-5]

Στα σύντομα αυτά επιστολικά κείμενα βρίσκουμε μια απλή και άμεση γλώσσα, όπως οφείλει να είναι η γλώσσα της λογοτεχνικής αλήθειας. Τα βαθιά νοήματα που επικοινωνούν, φτάνουν στην καρδιά και είναι σχεδόν θεραπευτικά. Καταπραϋντικά. Αναστάσιμα.

Ευλαμπία Τσιρέλη

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Λογοτεχνία: Τέχνη ή εγχειρίδιο;

Οι παρακάτω σκέψεις και προβληματισμοί δεν έχουν χαρακτήρα επίκρισης, αλλά περισσότερο ενημέρωσης, γιατί δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να έχουν γνώση της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των ειδών. Θεωρώ υποχρέωση των δασκάλων, των συγγραφέων, αλλά και του κόσμου του βιβλίου γενικότερα, να επιμορφώνει το κοινό με κάθε ευκαιρία.

Άξια μελέτης είναι η προσέγγιση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην αναγνωστική κουλτούρα μας. Φαίνεται πως έχουμε μπερδέψει τη λογοτεχνία με το δοκίμιο. Συχνά, υποψήφιοι αναγνώστες ζητούν από τον βιβλιοπώλη ή σε ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βιβλία για συγκεκριμένο σκοπό και με συγκεκριμένο δίδαγμα. Αναζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις: Ένα βιβλίο για την πρώτη μέρα στο σχολείο ή Ένα βιβλίο για τη διαχείριση του χωρισμού. Και άλλοι ‒βιβλιοπώλες που δεν είναι «διαβασμένοι» ή απλοί αναγνώστες που θέλουν απλά να βοηθήσουν‒ απαντούν με τίτλους δηλωτικούς του θέματος και εκεί σταματούν οι προτάσεις. Π.χ.: <<Πρώτη μέρα στο σχολείο>> ή <<Το ηλιοβασίλεμα μιας σχέσης>> (Οι τίτλοι είναι εντελώς φανταστικοί).

Η λογοτεχνία δεν λέει, αλλά δείχνει

Ας καταλάβουμε ότι τα θέματα που αγγίζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να είναι πολλά και όχι μόνο ένα. Ή ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν γράφεται από τον συγγραφέα του για να λύσει ένα πρόβλημα ή για να δώσει απαντήσεις. Το αν επικοινωνεί προβληματισμούς και δίδει κάποιες απαντήσεις μέσα από τη δράση των ηρώων, αυτό είναι άλλο πράγμα. Εννοείται πως περιέχει και απόψεις του συγγραφέα ο οποίος, μέσω της μυθοπλασίας του, μπορεί π.χ. να πάρει θέση απέναντι σε ένα κοινωνικό φαινόμενο (και καλό είναι να γίνεται αυτό). Εξάλλου, πολλά λογοτεχνικά βιβλία έχουν επηρεάσει συνειδήσεις και έχουν ανατρέψει καθεστώτα.

Υπάρχει και το ιστορικό μυθιστόρημα ή βιβλία που η δράση τους τοποθετείται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εδώ το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την εποχή ή το είδος είναι επίσης άλλη υπόθεσηˑ ξέρει τι ζητάει, ξέρει τι μελετάει. Είναι προσωπικό γούστο και ενδιαφέρον. Όχι λύσεις σε προβλήματα και συγκεκριμένα θέματα.

Πώς επιλέγω το βιβλίο και πώς γίνομαι συνειδητός αναγνώστης λογοτεχνίας;

Ας απολαύσουμε τις ιστορίες που δεν έχουν διδακτισμό. Ας ανακαλύψουμε και ας αγαπήσουμε συγγραφείς, ας γνωρίσουμε τα είδη, τις φόρμες και τα ύφη, ας αγαπήσουμε και ας ταυτιστούμε με ήρωες γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτά που μας ενώνουν μαζί τους, ας αφήσουμε την αφήγηση και τον χωροχρόνο του βιβλίου να μας συναρπάσουν. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο υπάρχει για να σε μαγέψει με την ομορφιά του λόγου και της αφήγησης. Κι εκεί μέσα, μπορεί να βρεις κάπου τον εαυτό σου, να συνομιλήσεις και να πάρεις τις απαντήσεις που θέλεις. Ας ψάξουμε μέσα στη δράση των ηρώων να βρούμε τι ωφέλιμο μπορούμε να κρατήσουμε.

Η εξειδίκευση και η άμεση απάντηση σε ένα ζήτημα υπάρχει στο δοκίμιο που αναπτύσσει ένα συγκεκριμένο θέμα και εκφράζει ενδεχομένως και τη γνώμη του συγγραφέα, την καθοδήγηση ή τη συμβουλή του. Μπορούμε λοιπόν, την επόμενη φορά που χρειαζόμαστε μια λύση, μία γνώμη σε ένα πρόβλημα, να αναζητήσουμε ένα δοκίμιο, μια επιστημονική μελέτη αντίστοιχης θεματολογίας με αυτό που μας απασχολεί.

Από την πλευρά του συγγραφέα

Ο λογοτέχνης αποφεύγει να λέει, να μιλάει με διδακτισμό για να συμβουλεύσει και να δώσει λύσεις. Αφήνει τους ήρωες και τη δράση να σου δείξουν, να σε προβληματίσουν.

Πολλοί συγγραφείς, βλέποντας την τάση αυτή του κοινού να ζητούν βιβλία με συγκεκριμένο θέμα, πέφτουν στην παγίδα και ξεκινούν ανάποδα. Δηλαδή ασχολούνται με το δίδαγμα (το θέμα που θα τραβήξει και θα πουλήσει) και όχι με τη σωστή ανάπτυξη των ηρώων και της ιστορίας. Έχουν γεμίσει τόσο πολύ τα ράφια των βιβλιοπωλείων με τέτοια “δοκιμιακή” λογοτεχνία που δίνει απαντήσεις, ώστε πλέον η τέχνη μοιάζει αχρείαστη και ακατανόητη μάλιστα πολλές φορές.

Είναι πολύ εύκολο να πέσει ένας συγγραφέας σε αυτή την παγίδα του «ανάποδα». Το αποτέλεσμα, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι μια ιστορία χωρίς προσωπικότητα, αφού οι ήρωες θα φέρονται και θα δρουν σαν φελλοί ή νούφαρα, δηλαδή θα υπάρχουν μόνο στην επιφάνεια για να επιτελέσουν έναν και μόνο σκοπό: να δώσουν την απάντηση στο πρόβλημα που έχει τεθεί. Θα είναι πιθανότατα μονοδιάστατοι, πολυλογάδες και θα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με την εστίαση.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν μπορεί ένα συγκεκριμένο θέμα να εμπνεύσει τον συγγραφέα ως αφορμή. Από εκεί και πέρα όμως είναι θέμα διαχείρισης, ικανότητας και τεχνικής το αν το θέμα θα καταπιεί εν τέλει την ιστορία.

Τι γίνεται με τα παιδικά βιβλία;

Σε όλο αυτό, επιφυλάσσομαι για κάποια παιδικά βιβλία που απευθύνονται σε μικρές ηλικίες και εστιάζουν σε ανάπτυξη δεξιοτήτων, αυτοφροντίδα κ.λπ. Εκεί, ναι, μπορώ να τα αναζητήσω ανάλογα με το θέμα τους ίσως. Όμως και εδώ παρατηρώ ένα άλλο πρόβλημα: τα περισσότερα απευθύνονται στους γονείς ή στους νηπιαγωγούς και τους δασκάλους, δίδοντας οδηγίες στην ουσία. Δεν επικοινωνούν απευθείας με το παιδί. Και εδώ χωράει μεγάλη συζήτηση. Θέλουμε παιδιά που θα τους λέμε τι να κάνουν και θα τα καθοδηγούμε μια ζωή ή θέλουμε παιδιά σκεπτόμενα που θα προβληματίζονται και θα αναπτύσσουν δεξιότητες μέσα από την ανακάλυψη; Ας στοχαστούμε, γονείς, εκπαιδευτικοί και συγγραφείς. Η ευθύνη εξάλλου είναι κοινή.

Ευλαμπία Τσιρέλη

συγγραφέας, Δρ Α.Π.Θ., δασκάλα συγγραφής.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό viewtag.gr

[Απαγορεύεται η αναδημοσίευση –σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή- του συνόλου ή μέρους του παρόντος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος της συντάκτριας.]

Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει | Irene Solá

Μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου | Εκδόσεις: Ίκαρος

Μύθοι και θρύλοι μπλέκονται με την πραγματικότητα, το ζώο συνδέεται με τον άνθρωπο, το αόρατο με το ορατό, το όσιο με το μαγικό, η φύση με την ψυχή. Ενδιαφέρον παιχνίδι με τους αφηγητές, άγρια γραφή, χειμαρρώδεις συλλογισμοί και αυθεντικός λόγος χωρίς εντυπωσιασμούς.


Δύο είναι τα δυνατά σημεία: Πρώτον, οι πολυάριθμες οπτικές γωνίες στην αφήγηση, με παντογνώστες μη ανθρώπινους αφηγητές που έχουν συνήθως μηδενική εστίαση. Δεύτερον, ο ανιμισμός που διατρέχει όλο το βιβλίο. Τα πάντα έχουν ψυχή και μιλούν σε μια γλώσσα αρχέγονη. Η φύση, ένας ξεχασμένος -από τον άνθρωπο- κόσμος, δεν έχει αρχή και τέλος, δεν έχει γραμμές, μόνο κύκλους. Η γέννηση και ο θάνατος έχουν άλλη διάσταση, μοιράζονται σε μια φυσική διαδικασία. Δεν υπάρχει μιζέρια, τραγωδία, μελοδραματισμοί – ό,τι δηλαδή εμπεριέχει εγωισμό.

Η αφηγηματική ανάμειξη των θρύλων της Καταλονίας με τη σκληρή πραγματικότητα της αγροτικής ζωής και τα τραύματα του Ισπανικού Εμφυλίου, είναι εμβληματική τεχνικά. Οι μάγισσες είναι σάρκα της γης, τα πνεύματα οι φωνές του αέρα, οι θεοί το βουνό.

Αν και είναι αρκετά πυκνό, διαβάζεται γρήγορα σαν να σε παίρνει η κατηφόρα και μάλιστα σε ολισθηρό έδαφος. Eξαιρετική η μετάφραση. Θεωρώ πως ήταν πολύ δύσκολο να αποδοθούν φράσεις, εικόνες, καταστάσεις και η γενικότερη αίσθηση αυτού του βιβλίου που τα περιέχει πραγματικά όλα.

Από τα βιβλία που σου αφήνουν ένα σημαδάκι και σου θυμίζουν πως δεν είναι ο άνθρωπος το κέντρο του κόσμου, παρά ένα πολύ μικρό -και ασήμαντο, σχεδόν περιττό- μέρος του συνόλου της φύσης όπου τα πάντα έχουν ανάσα και ψυχή, από το ζώο ως την πέτρα και από το σύννεφο μέχρι τον ποταμό.

[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]

Οι κελτικές ρίζες του Halloween

(english text follows)

Οι πιο σημαντικοί εορτασμοί των Κελτών λάμβαναν χώρα κατά τις ημέρες που άρχιζαν οι εποχές, δηλαδή στις αρχές Νοεμβρίου, Φεβρουαρίου, Μαΐου και Αυγούστου. H πρώτη από αυτές ήταν το Samhain (Σόουιν, “Νοέμβρης” ή “ τέλος καλοκαιριού”), η σημερινή εορτή των Αγίων Πάντων, ευρύτερα γνωστή ως Halloween.

Η αρχαία γιορτή του Samhain σηματοδοτούσε το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή του κελτικού Νέου Έτους.

Ο θάνατος

Σύμφωνα με τον μύθο, τη νύχτα του Samhain, της 31ης Οκτωβρίου, Γιορτής των Νεκρών, οι θεοί κατέβαιναν στη γη για να προκαλέσουν αναστάτωση στους ζωντανούς. Το “πέπλο” που χώριζε τους δύο κόσμους εκείνη τη νύχτα γινόταν πολύ λεπτό.

Αρχικά  η γιορτή γινόταν προς τιμή του θανάτου του Ηλιακού Θεού και της μετάβασής του στις σκοτεινές χώρες του “Κάτω Κύματος” όπου έπειτα κατοίκησε ως “Κύριος του Θανάτου”.

Αν και ο θάνατος είναι ο κεντρικός πυρήνας της γιορτής, η οποία αποτελούσε το μέγα μνημόσυνο των νεκρών, αυτό δε σημαίνει ότι πρόκειται για ένα μακάβριο γεγονός. Εξάλλου ο θάνατος δεν προκαλούσε φόβο στους Κέλτες, παρά αποτελούσε μια ομαλή και χαρούμενη μετάβαση.

Η γιορτή αυτή εκτός από τον θάνατο, είχε να κάνει και με το πέρασμα από μια φάση της ζωής σε μια άλλη, όσον αφορά τις σχέσεις, την εργασία και άλλες μεταβάσεις στη ζωή των ανθρώπων. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και “τελετουργικό μετάβασης”, πολύ συχνό μοτίβο στις ζωές των ανθρώπων, που λαμβάνει χώρα εκούσια ή ακούσια.

Η φωτιά

Οι υπαίθριες φωτιές έπαιζαν σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια των εορτασμών. Λέγεται πως οι χωρικοί έριχναν τα κόκαλα των σκοτωμένων ζώων στις φλόγες, κι έπειτα, όταν η φωτιά δυνάμωνε, κάθε οικογένεια έπαιρνε με έναν δαυλό φωτιά για την οικογενειακή εστία. Έτσι δένονταν μαζί όλες οι οικογένειες του χωριού. Οι φωτιές αυτές ονομάζονταν Mπόνφαϊρς (Bonfires: bone-κόκαλο+fire-φωτιά).

Όλοι συνήθιζαν να κάθονται γύρω απ’ τη Μπόνφαϊρ και να λένε ιστορίες. Ένα Ιρλανδικό έθιμο επίσης ορίζει οι άνθρωποι να πηδούν από πάνω της, πρακτική που μας θυμίζει δικά μας έθιμα, αλλά και άλλα παρόμοια σε όλο τον κόσμο που έχουν να κάνουν με τη φωτιά.

Στην Ιρλανδία, η συνήθεια κατά το Samhain να ανάβουν φωτιές στις κορυφές λόφων παραλληλίστηκε με το φως και το χρώμα του ήλιου στον ουρανό, κάτι που ίσως να υπονοεί κι ένα είδος ηλιολατρευτικής θρησκείας.

Η μεταμφίεση και οι κολοκύθες

Ο άνθρωποι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται σε φαντάσματα για να υποδεχτούν τους νεκρούς που μετέβαιναν στον κόσμο μας, αλλά και για να μην τους αναγνωρίσουν τα κακοποιά πνεύματα και τους βλάψουν. Ήταν δη

Η κολοκύθα, που συνήθως σκαλίζουμε ή κρατούν τα παιδιά ως φαναράκι, είναι γνωστή ως Jack o’ Lantern. Αποτελεί ωστόσο Αμερικανικό έθιμο. Κατά το παλαιό, όμως, Ιρλανδικό έθιμο, εκείνη τη νύχτα οι άνθρωποι σκάλιζαν σε ένα γογγύλι ανθρώπινα χαρακτηριστικά, και μέσα τοποθετούσαν ένα αναμμένο κερί. Το φαναράκι αυτό είχε διπλό ρόλο: το φως που άναβε μέσα του πρώτον καθοδηγούσε τους νεκρούς προγόνους -που εκείνη τη νύχτα περιδιάβαιναν στον κόσμο μας για να συναντήσουν τους συγγενείς τους- ώστε να μη χάσουν τον δρόμο τους και, δεύτερον, απωθούσε κακόβουλες υπερφυσικές δυνάμεις.

Το Samhain, στην παλαιά του μορφή, με τις Mπόνφαϊρς, εορτάζεται με μεγαλοπρέπεια σήμερα στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, εορτάζεται το εξελιγμένο και πιο γνωστό σε μας Halloween.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη,  μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση.

Πηγή εικόνας: history.com

HALLOWEEN’S CELTIC ORIGINS

The most important celebrations of the Celts took place the first days of every season: the first days of November, February, May and August. The first among them was the Samhain (November or end of the summer), nowadays celebration of “All Saints” or also known as Halloween. The ancient festival of Samhain marked the end of summer and the beginning of the Celtic New Year, thus the death of a season (summer) and the birth of another one (winter).

According to the myth, which includes later aspects of the Underworld, during the night of the October 31st, the night of Samhaim, Celebration of the Dead, gods walked the earth and caused disruption with their magic. During that night the “veil” that separated the two worlds was very thin and permeable. At first, the festival was in honor of the Solar God’s death and his transition to the dark lands of the Under Wave, where he later dwelt as Lord of Death. Although death is the central core of the festival, which was the great memorial of the dead that does not mean it’s a macabre event. Furthermore, death, as we mentioned before, caused no fear to the Celts. This celebration, apart from death, had to do with the passage from one phase of life to another, concerning relations, work and other transitions in people’s lives. We could characterize it also as “ritual of transition”, a very common pattern in the everyday life that takes place voluntarily or involuntarily.

Outdoor fires also played an important role during the celebration. It is said that villagers threw the bones of killed animals in the flames and then, when the fire grew stronger, each family took a torch for the home fire. Thus, all the families of the village were tied together. These fires were called Bonfires: bone+fire. 

Everyone used to sit around Monfair and tell stories. An Irish tradition also states that people jumped over those fires, a practice that reminds us of our own traditions, and other similar ones around the world. In Ireland, during Samhain, people used to light fires on hilltops, paralleled with the light and color of the sun in the sky. This practice might imply a type of sun-worshiping religion.

People used to masquerade as ghosts to greet the dead, who were coming in our world. This was done in order the living not to be recognized and get hurt by the dead. It was a sort of camouflage.

The pumpkin, known as Jack Lantern (jack-o’lantern), is a posterior American custom, as regards the use of pumpkin. However, according to an old Irish custom that night people carved on a turnip or a beet human characteristics and placed in it a lit candle. The lantern had a dual role: Firstly, the light, which lit inside, guided the dead ancestors who that night were wandering into our world to meet their relatives, so that they won’t lose their way. Secondly, the light frightened malevolent supernatural forces.

(english translation by Ath. Koutoupas)

Πρωτομαγιά, μια πανάρχαια ιστορία

Την Πρωτομαγιά έχουμε μια διάθεση Πρωτοχρονιάς. Στεφάνια κυκλικά την Πρωτομαγιά, στεφάνια κυκλικά την Πρωτοχρονιά. Κύκλοι της φύσης, αναγέννηση και συνέχεια. Έντονη διάθεση ανακαίνισης, φρεσκάδας και προσμονής για κάτι καλύτερο.

Η αίσθηση αυτή που έχουμε δεν είναι τυχαία. Είναι μέσα μας από τα πολύυυυ παλιά χρόνια. Από τότε που ο αρχαίος άνθρωπος και οι πρώτοι πολιτισμοί, λειτουργούσαν εντελώς αυθόρμητα, σύμφωνα με τη φύση και σύμφωνα με τον κύκλο των εποχών. Γι’ αυτούς η Πρωτοχρονιά ήταν την άνοιξη. Όταν η φύση αναγεννάται και όλα ανθίζουν. Όταν δηλαδή εντόπιζαν τη γονιμότητα και τις νέες γεννήσεις αλλά, το πιο σημαντικό, τη γέννηση του φωτός, τον ερχομό του ήλιου και το τέλος του χειμώνα και των βροχών. Βέβαια αυτή την Πρωτοχρονιά την τοποθετούσαν κάπου στον Μάρτιο αν μπορούμε να υπολογίσουμε σωστά.

Στους αρχαίους Βαβυλώνιους έχουμε καταγραφή του φεστιβάλ της Πρωτοχρονιάς (Akitu), περίπου 4000 χρόνια πριν!  Αυτοί ήταν πολύ ακριβείς γιατί ήταν και οι πρώτοι αστρονόμοι. Έτσι, την τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία. Και οι Αιγύπτιοι το ίδιο.

Στον δυτικό κόσμο, το ρωμαϊκό ημερολόγιο επίσης τοποθετούσε την Πρωτοχρονιά την άνοιξη, και συγκεκριμένα τον Μάρτιο.

Στον παγανιστικό δυτικό κόσμο η Πρωτομαγιά ήταν μέρα εορτασμών για τη γονιμότητας της φύσης, ενώ στα χρόνια του Μεσαίωνα ήταν συνδεδεμένη με τη μαγεία και τις μάγισσες. Γνωστή είναι η
Βαλπουργία Νύχτα, η νύχτα των μαγισσών που γιορτάζεται στις 30 Απριλίου, και συμπίπτει με την ονομαστική εορτή της Αγίας Βαλπούργης που βοήθησε στον εκχριστιανισμό των γερμανικών φύλων. Στις μέρες μας, οι παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις με τα στεφάνια, τις νεράιδες και τις μάγισσες, συνοδεύουν τις θρησκευτικές.

Σύμφωνα με τους θρύλους, τη νύχτα της Πρωτομαγιάς το πέπλο μεταξύ των κόσμων είναι λεπτό και διαπερατό, και οι άνθρωποι μπορούν να δουν νεράιδες και ψυχές.

Την Πρωτομαγιά (Beltane) στην Ευρώπη οι εορτασμοί μοιάζουν πολύ με εκείνους του Halloween (Samhain). Σε κάποια μέρη μεταμφιέζονται και ανάβουν μεγάλες φωτιές (bonfires). Μεταμφιέζονται για να μην τους γνωρίζουν τα πονηρά όντα που έρχονται στον κόσμο μας, και ανάβουν φωτιές για να βλέπουν και να μην χάνουν τον δρόμο τους τα αγαθά.

Αγγλικό τραγούδι της Πρωτομαγιάς “Hal An Tow”:
To welcome in the May-o
Summer is a comin’ in,
And Winter’s gone away-o
Invite us to the Fair-o
We’ve come to their merry wood
To see the faeries there-o