Ασυνήθιστοι αφηγητές

Αποκάλυψη

Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε τόσο πολύ ερωτευμένος. Δεν έβλεπε σε αυτήν τη γυναίκα απλά κομμάτια του εαυτού του, μα κι ένα φως που θα τον έβγαζε από την άβυσσό του. Ο πόνος εκείνης της νύχτας δεν ήταν τόσο έντονος πια, από τη μέρα που την είχε γνωρίσει. Όμως, η ελπίδα για μια ζωή μαζί της έμοιαζε να χάνεται μπροστά του, όσο η Σελίνα βούλιαζε στην αυτοκαταστροφή της. Κι εκείνη, πράγματι, ήθελε να προχωρήσει μαζί του, όμως η δίψα της εκδίκησης την κρατούσε πίσω. Ενώ ήταν έτοιμη να σκοτώσει το αφεντικό της, επιθυμώντας μια εξιλέωση από τα τόσα χρόνια καταπίεσης που είχε βιώσει, ο Μπρους πήρε την απόφαση να με αφαιρέσει από το πρόσωπό του. Δεν τον ενδιέφερε αν τον έβλεπε κάποιος, μονάχα εκείνη τον ένοιαζε. Πίσω από μένα φρόντιζε πάντα να κρύβει τους πιο βαθιούς του φόβους, τις πιο τρομακτικές του αναμνήσεις και τα μεγαλύτερα σκοτάδια της ψυχής του. Όμως, για πρώτη φορά στεκόταν μπροστά σε κάποιον γυμνός, δείχνοντας τον πραγματικό του εαυτό. Την ήθελε να κοιτάζει την αληθινή του όψη όσο την παρακαλούσε να τα αφήσει όλα πίσω της και να τον ακολουθήσει.

Δημήτρης Τάσκου


Η Νύφη

Ίσα που την ένιωθα επάνω μου πλέον. Θαρρείς και είχε γίνει ένα με εμένα. Ήταν μήνες που δεν είχε κουνηθεί καθόλου. Πότε πότε, ένιωθα την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά και νομίζω ότι ένα μεσημέρι κούνησε τον αριστερό αντίχειρά της. Νοσοκόμες έμπαιναν και έβγαιναν, έπλεναν το λευκό λεπτό κορμί της με πανιά και έσταζαν πάνω μου βρώμικες σταγόνες. Κατά τα άλλα, η Νύφη είχε μια ουδέτερη μυρωδιά ανθρώπου σε κώμα. Έχουν περάσει από πάνω μου πολλοί που με έκαναν να αηδιάζω μόνο που με ακουμπούσαν με το λιγδιασμένο κορμί τους. Αυτό κάπως με είχε κάνει να τη συμπαθήσω. Επισκέπτες δεν είχε να με ενοχλούν με τα πάνω κάτω και τα κλάματά τους, και ο σιχαμερός άντρας που επισκεπτόταν συχνά τον θάλαμο δεν την είχε παρατηρήσει ακόμα. Όλα αυτά, μέχρι χθες.

Περασμένα μεσάνυχτα, η πόρτα άνοιξε και τον είδα μαζί με τον Μπακ να έρχονται προς το μέρος μας. Στάθηκαν μπροστά μας. Του είπε πως μπορεί να τελειώσει μέσα της άφοβα αλλά τον έβαλε να υποσχεθεί να μην της αφήσει σημάδια και έχει μπλεξίματα. Έπειτα ο Μπακ έβαλε στη μπλε ρόμπα του τα εβδομήντα πέντε δολάρια και έφυγε. Την κοστολόγησε πιο ακριβά από τις άλλες γιατί ήταν ψηλή, αδύνατη και ξανθιά. Ένιωσα το σώμα της για ένα δεύτερο να τρέμει, λες και της είχαν κάνει ηλεκτροσόκ. Αν μπορούσα θα άρχιζα να κουνιέμαι υστερικά για να τη βοηθήσω. Ξεκούμπωσε το παντελόνι του και ανέβηκε από πάνω μας με τα γόνατα. Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της. «Είσαι το πιο όμορφο κορίτσι που είχα σήμερα» είπε με βρωμερή ανάσα και πήγε να τη φιλήσει. Ακούστηκε μια απόκοσμη κραυγή. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι την κομμένη γλώσσα του πάνω μου και το καυτό αίμα του να εισχωρεί αργά αργά στον αφρό μου. Η Νύφη είχε ήδη καταφέρει, σέρνοντας το κορμί της, να φτάσει μέχρι την πόρτα.

Μυρτώ Μαυρομάτη


Πίσω στη λίμνη

«Μπέντιβερ», είπε ο αφέντης μου ψυχορραγώντας στο χώμα, με την πλάτη του ακουμπισμένη στο κορμό ενός δέντρου. «Το σπαθί μού δόθηκε απ’ την κυρά της Λίμνης. Τώρα πρέπει να επιστραφεί στο νερό από όπου ήρθε».

Και έτσι, ο ιππότης Μπέντιβερ με σήκωσε απ’ το έδαφος και κατευθύνθηκε προς τη λίμνη. Με κρατούσε σφιχτά στο δεξί του χέρι και, λαβωμένος όπως ήταν απ’ τη μάχη, περπατούσε κάπως ατσούμπαλα και εγώ ζαλίστηκα μέχρι να φτάσουμε. Μουρμούριζε για το πόσο πολύτιμο είμαι και πως καλύτερα να με κρατούσε για χάρη του βασιλείου ή ακόμα και για τον εαυτό του. Φυσικά είχε δίκιο για την αξία μου αλλά δεν περίμενα η απληστία να τον κυριεύσει. Σταμάτησε και με έκρυψε πίσω από μια πέτρα και αποφάσισε να πει ψέματα στον βασιλιά του. Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι που ο ιππότης, γεμάτος μετάνοια και ντροπή, επέστρεψε.

Πώς το ’ξερε; αναρωτήθηκε.

Ο αφέντης μου πάντα ήταν καλός στο να διακρίνει ψεύτες. Με πήρε, λοιπόν, περπάτησε μέχρι την όχθη της λίμνης, και με πέταξε με όλη του τη δύναμη. Το όμορφο χέρι της κυράς μου με έπιασε πριν πέσω έτσι βάναυσα στο νερό, και με τράβηξε μέσα με χάρη. Λυπόμουν για τον Αρθούρο, αλλά η δουλειά μου στον κόσμο των θνητών είχε πλέον τελειώσει. Μπορούσα πλέον να αναπαυτώ κι εγώ σαν τον βασιλιά μου.

Πάνος Παπαδόπουλος


Οι σημειώσεις

Ακούω από μακριά τα βήματα του Νόα να πλησιάζουν αργά και νωχελικά, ακολουθούμενα από τον ελαφρύ γδούπο της μαγκουρίτσας που τον στηρίζει. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα. Δεν ξέρω πόσο καιρό γίνεται αυτό, ίσως και χρόνια. Εγώ δεν γνωρίζω από χρονολογίες παρά μόνο αυτές που βρίσκονται αποτυπωμένες για πάντα στις σελίδες μου. Φαίνεται πάντως να είναι πολλά, γιατί οι σελίδες μου έχουν κιτρινίσει ενώ σε κάποια σημεία έχουν λιγάκι τσαλακωθεί ή και σκιστεί. Δεν με πειράζει όμως, δεν πονάω τόσο. Όχι όσο με πονάνε κάποιες φορές αυτές οι επισκέψεις.

Η ανάγνωση των αναμνήσεων στην Άλι συχνά είναι πολύ επώδυνη. Δυσκολεύομαι να σηκώσω το βάρος τόσων πολλών λανθασμένων και δειλών επιλογών. Επιλογών που στέρησαν χρόνια ευτυχίας και πρόσθεσαν χρόνια μιζέριας στο πλάι ανθρώπων που δεν ήταν γραφτό να είναι μαζί. Όποτε όμως βλέπω το χαμόγελο της Άλι ή ακούω τη νότα ελπίδας στη φωνή της κάθε φορά που θυμάται κάτι, τα ξεχνάω όλα. Πάντα στα ίδια σημεία των πυκνογραμμένων σελίδων μου, ξανά και ξανά. Κι όμως, δεν κουράζομαι ποτέ. Γιατί αυτές είναι οι στιγμές για τις οποίες υπάρχωˑ οι στιγμές που δικαιολογούν την ίδια μου την ύπαρξη. Και γι’ αυτές είμαι ευγνώμων.

Χριστίνα Λουϊζάκη


Τύχη

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στα δέκατα γενέθλιά του. Τότε ήμουν πολύ νέα, μόλις δύο χρονών και χωρίς καμία δουλειά στη Σκωτία. Από τότε γίναμε αχώριστοι. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τον είδα να εξελίσσεται από αγόρι σε έφηβο, σε νεαρό άντρα και, τέλος, στην ισχυρότερη δύναμη του κόσμου. Δοκιμάστηκε, πόνεσε, απέτυχε, έχασε, αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Σε κάθε επιτυχία και πρόκληση που συνάντησε, ήμουν εκεί. Γνώρισε μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του περασμένου αιώνα. Από όπου περνούσε, κέρδιζε προσωνύμια, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο ακριβή. Ήρθε αντιμέτωπος με την ίδια τη μοίρα και βγήκε νικητήςˑ δεν λησμόνησε όμως ποτέ τις αξίες και την καταγωγή του. Στις πιο δύσκολες στιγμές του, ήμουν εκεί. Όταν έχασε τη μητέρα του, αισθάνθηκα και εγώ τον πόνο του, ράγισα. Στο τέλος, παρά τις όλες επιτυχίες του, βίωσε τη μεγαλύτερη και μακροβιότερη αποτυχία του. Απομακρύνθηκε από την οικογένειά του και κλείστηκε στον εαυτό του, χάνοντάς τον σιγά-σιγά. Συνέχισα να είμαι στο πλάι του, στην παρακμή του. Χάσαμε τη λάμψη μας.

Ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει, και εκεί που πίστευα ότι είχε πέσει δραματικά η αυλαία, επέστρεψε δριμύτερος για μία τελευταία θεαματική υπόκλιση. Η επανένωση με την οικογένειά του, του έδωσε καινούργια ζωή. Ήμουν ξανά περήφανη μαζί του. Οι περιπέτειες που ακολούθησαν ήταν μεγαλειώδεις. Μάγισσες και μυθικά τέρατα, βασιλιάδες, κροίσοι και πειρατές, χαμένοι πολιτισμοί και θησαυροί. Ταξίδεψα μαζί του στα πέρατα του κόσμου και ακόμα παραπέρα. Στα έγκατα της Γης και στα όρια του διαστήματος. Τώρα που φτάσαμε στο τέλος, μπορώ να πω μονάχα ένα πράγμα: Ήταν τιμή μου που ήμουν η έμπνευσή του όλα αυτά τα χρόνια.

Απόστολος Σαμαράς


Μετουσίωση

Δημιουργήθηκα για να προσφέρω αιώνια ζωή. Αθανασία. Τι όμορφη λέξη! Γεμίζει το στόμα όταν την προφέρεις. Πολλά μπορείς να κάνεις όταν είσαι αθάνατος και εγώ είμαι πολύ χαρούμενη που μπορώ να δώσω απλόχερα αυτό το δώρο. Όχι να το παινευτώ, αλλά δεν μετράει μόνο ο εσωτερικός μου πλούτος. Η εμφάνισή μου, από μόνη της, τραβάει τα βλέμματα και διεγείρει τις αισθήσεις. Είμαι πορφυρή και λάμπω μέσα στο σκοτάδι. Το φως από τις φλόγες των κεριών αγκαλιάζει το  κορμί μου κάνοντάς με ακόμα πιο ακαταμάχητη. Δεν είμαι μια οποιαδήποτε λίθος. Είμαι πολύτιμη και μου αρέσει.

Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι ότι κινδυνεύω. Πολλοί είναι αυτοί που με κυνηγούν και πιο πολύ από όλους εκείνος ο πανούργος μοχθηρός μάγος τον οποίο όλοι τρέμουν. Ακόμα και ο ιδιοκτήτης μου, αυτός ο ταλαντούχος αλχημιστής, που με τόση αγάπη ξεζουμίζει από μέσα μου το λίκνο της ζωής, ακόμα και αυτός φοβάται τις σκοτεινές δυνάμεις του ακατανόμαστου. Εγώ όμως δεν ανησυχώ. Έχω την ικανότητα να κρύβομαι και να εμφανίζομαι μόνο σε όσους το έχουν πραγματική ανάγκη. Στους καλούς. Στους τίμιους. Σε αυτούς που αξίζει να ζουν για πάντα. Όπως το αγόρι που επέζησε. Έχω ακούσει πολλά για αυτόν και ελπίζω να είναι πράγματι ο εκλεκτός που θα νικήσει το κακό. Μέχρι τότε, θα παραμείνω αόρατη, ανάμεσα σε τόσα και τόσα αντικείμενα που κινδυνεύουν από την απληστία του ανθρώπου.

Θάνος Μολούδης

Οι παραπάνω συγγραφείς ανήκουν στο Τμήμα των Προχωρημένων του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium – Φθινόπωρο 2022

Χάλογουιν 1993 – Δανάη Κοτζαμάνογλου

[Αφιέρωμα Halloween 2022]

Το φεγγάρι θαρρείς έλαμπε περισσότερο από κάθε άλλη φορά εκείνη τη νύχτα. Το ελαφρύ αεράκι έκανε τα πεσμένα πορτοκαλί φύλλα των δέντρων να κινούνται σαν να εκτελούσαν κάποιου είδους μυστηριακό χορό. Παρόλο που ήταν ένα χαρούμενο βράδυ για όλους, κυρίως για τα παιδάκια που ξεχύθηκαν για το “φάρσα ή κέρασμα”, κάτι απόκοσμο και ανατριχιαστικό υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Μέσα στο πλήθος των μεταμφιεσμένων διακρινόταν μια γυναικεία φιγούρα διαφορετική από τις άλλες. Έμοιαζε αέρινη παρά την αποκρουστική όψη της. Το φως του φεγγαριού έλουζε το όμορφο μεν αλλά γκρίζο πρόσωπο της, και τόνιζε τις πληγές της. Φορούσε ένα μακρύ βελούδινο μωβ φόρεμα, με μακριά μαύρη κάπα η οποία ανέμιζε μαζί με τα μαύρα της μαλλιά. Τα τακούνια της αντηχούσαν αφύσικα μέσα στη φασαρία. Σκιά δεν είχε, λες και δεν ανήκε σε αυτόν τον κόσμο. Περπατούσε σαν υπνωτισμένη, αγέλαστη και ανέκφραστη, με μόνη της έγνοια να βρει τον άνθρωπο που άναψε το Μαύρο Κερί. Η καρδιά του την καλούσε.

Σκοπός της ήταν να την ξεριζώσει από το σώμα του και να ολοκληρώσει το μαγικό φίλτρο το οποίο δεν είχε πετύχει καθώς εξερράγη τη στιγμή που πρόσθεσε ως κύριο συστατικό μια άλλη καρδιά, όχι τόσο καλής ποιότητας όπως αποδείχθηκε. Κάπως έτσι η μάγισσα είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν, όμως εκείνη τη νύχτα, χάρη στο Κερί, επανήλθε στη ζωή.

Λίγο πριν φτάσει έξω από το σπίτι του υποψήφιου θύματος, εμφανίστηκε από το πουθενά μια γάτα. Μπλέχτηκε στα πόδια της, την έκανε να χάσει την ισορροπία της και να πέσει μέσα σε μια βαθιά λακκούβα. Δεν κατάφερε ποτέ να βγει από κει. Κι αν τα πράγματα δεν έπαιρναν αυτή την τροπή, μετά από κείνο το βράδυ του Χάλογουιν του 1993, τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο.

Η Δανάη Κοτζαμάνογλου είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Παράξενες Ιστορίες Ονείρων και Μαγικού Ρεαλισμού”.

Τίποτα – Άννα Τσιαπούρη

[Αφιέρωμα Halloween 2022]

Η Λάρα λίγο ενδιαφερόταν για τη γιορτή. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ξελογιάσει τον Μάικ. Όταν συναντήθηκε με την παρέα, έτρεξε κοντά του. Κάθισαν όλοι μαζί στα σκαλιά της εκκλησίας χαζεύοντας στον δρόμο τα μασκαρεμένα παιδιά με τα φαναράκια και τα καλαθάκια τους. Η ώρα περνούσε και είχαν αρχίσει να βαριούνται.

«Πάμε στο Νέλσονς;» πρότεινε κάποια στιγμή ο Τζακ.

Μόλις άκουσαν το όνομα “Νέλσονς”, όλοι τους ανατρίχιασαν. Επρόκειτο για ένα εγκαταλειμμένο αρχοντικό στην άκρη της πόλης. Πριν από πολλά χρόνια είχε ξεκληριστεί ολόκληρη η οικογένεια που κατοικούσε εκεί και η υπόθεση είχε παραμείνει ανεξιχνίαστη. Κυκλοφορούσε ο θρύλος ότι τα πνεύματα των δολοφονημένων είχαν παραμείνει στο σπίτι και διψούσαν για εκδίκηση.

«Μην είστε κότες, ρε βλαμμένα. Αν δε πάμε απόψε, πότε θα πάμε;» επέμεινε ο Τζακ.

Με τα πολλά, αποφάσισαν να το τολμήσουν.

Η τρομακτική όψη του κτιρίου που ξεπρόβαλλε στο σκοτάδι, σε συνδυασμό με το δαιμονισμένο σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στα δέντρα, τους αφαίρεσε κάθε διάθεση για τολμηρές πρωτοβουλίες. Απλώς στέκονταν στην ομίχλη και κοίταζαν τα σπασμένα παράθυρα μήπως διέκριναν μέσα τους κάτι να κινείται. Τίποτα.

Η Λάρα, για να εντυπωσιάσει τον Μάικ, έκανε την πρώτη κίνηση. «Θα πάω εγώ. Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει», είπε και τον κοίταξε με νόημα. Τα ετοιμόρροπα σκαλοπάτια έτριζαν κάτω από τα πόδια της. Έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα και μπήκε μέσα. Τίποτα. Δεν έγινε τίποτα.

Η παρέα της απ’ έξω, αποσβολωμένη, περίμενε να τη δει να βγαίνει τρέχοντας από τον φόβο, αλλά τίποτα.

Ο Μάικ πρότεινε στον Τζακ να πάει να τη βρει, εφόσον εξαιτίας του άλλωστε είχαν βρεθεί εκεί. Όταν τον είδε να διστάζει, ξεκίνησε δειλά ο ίδιος. Γύρισε το καπέλο του ανάποδα για γούρι. Μόλις πέρασε από την πόρτα, διέκρινε τη σιλουέτα της. Τον άρπαξε από την μπλούζα και κόλλησε τα χείλη της επάνω στα δικά του. Το φιλί της τον διαπέρασε σαν ηλεκτρισμός. Τον τύλιξε με τα χέρια της, και μια παγερή αίσθηση ένιωσε να απλώνεται σε όλο του το κορμί. Ξαφνιάστηκε.

«Έλα, πάμε τώρα στους άλλους», είπε και άρχισε να βαδίζει προς τα έξω.

Αντίκρυσε τη Λάρα απέναντί του, γαντζωμένη επάνω στον Τζακ, να φωνάζει απελπισμένη το όνομά του. Επέστρεψε ως την πόρτα και έχωσε μέσα το κεφάλι του για να δει ποια στην ευχή τον είχε φιλήσει. Τίποτα.

Η Άννα Τσιαπούρη είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Εφιαλτικές Ιστορίες”. Είναι επίσης συγγραφέας διηγημάτων και παιδικών βιβλίων.

Κλειδί από κόκκαλα – Ραφαέλα Δ. Svensson

[Αφιέρωμα Hallloween 2022]

30 Οκτωβρίου 23:50 Σκοτεινό βασίλειο των ψυχών

Φανερά εξαντλημένος και κατάκοπος, ο άντρας με τα λιγδωμένα μαλλιά και το σκανδαλιάρικο βλέμμα κοίταζε βιαστικός το ρολόι του. Είχε διανύσει πολλά χιλιόμετρα μακριά από τον άρχοντα του ερέβους αλλά ακόμη ίδρωνε στη σκέψη κάποιας αλλαγής. Ακούστηκε το μαγικό κλικ ανάμεσα στους δείκτες και ο χρόνος επέτρεψε τη μεταφορά ανάμεσα στις διαστάσεις.

Το σαρδόνιο χαμόγελο κάλυψε σχεδόν ολόκληρη την έκταση του προσώπου του. Αμέσως μόλις κατάφερε να εισχωρήσει στον κόσμο των ανθρώπων μέσω της κοντινότερης πύλης, βρέθηκε σε ένα σκοτεινό δάσος με μια ξύλινη καλύβα στη μέση. Το αλλόκοτο κτίσμα στηριζόταν σε πόδια κότας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άρπαξε με λαιμαργία και καταβρόχθισε το ένα πόδι. Έπειτα ξεκίνησε την αναζήτηση κάποιου σπιτιού χωρίς σκαλισμένες κολοκύθες.

Στο τέλος του δρόμου, πίσω από μια κλαίουσα ιτιά, βρισκόταν ένα σπίτι παντελώς κενό. Δεν είχε ιδιοκτήτη ούτε φαντάσματα. Τα λιγοστά έπιπλα πάλιωναν κάτω από ένα στρώμα παγωμένης σκόνης. Ο Τζακ εισέβαλε και κρύφτηκε κάτω από τη στριφογυριστή ξύλινη σκάλα του σαλονιού.

Λίγα λεπτά μετά, άκουσε γιγάντια βήματα και ένιωσε το έδαφος να τρέμει. Η θεόρατη μορφή έσπασε τη φθαρμένη πόρτα και ψιθύρισε τραγουδιστά: «Αναζητώ τον επιδρομέα του σπιτιού μου και τον καλώ να εμφανιστεί, ειδάλλως εγώ η ίδια θα τον φάω ζωντανό».

Ο Τζακ όμως δεν έβγαινε από την κρυψώνα του, προκαλώντας την απόλυτη αγανάκτηση της μάγισσας. Τέντωσε τα λασπωμένα μακριά της δάχτυλα και το σπίτι διαλύθηκε στον αέρα με μιας. Η Baba Yaga, εξαγριωμένη που ο άντρας έκλεψε και έφαγε το πόδι της καλύβας της, τον μεταμόρφωσε σε γιγάντια κότα. Ξερίζωσε το ένα του πόδι με πάθος και στη συνέχεια άναψε φωτιά κάτω από το καζάνι που κουβαλούσε. Μαγείρεψε και έφαγε το πόδι του. Από τα κόκκαλά του κατασκεύασε ένα κλειδί που άνοιγε κάθε πόρτα σε κάθε διάσταση, ώστε να μην την ξανακλέψουν.

Η Ραφαέλα Δ. Svensson είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Παράξενες Ιστορίες Ονείρων και Μαγικού Ρεαλισμού”.

Επανένωση – Αίγλη Κωνσταντά

[Aφiέρωμα Halloween 2022]

Η γυναίκα περπατούσε με βήματα βαριά. Διέσχιζε το απομονωμένο δρομάκι που την οδηγούσε στα όρια της πόλης. Γύρω της, εγκαταλελειμμένα σπίτια, ξερά φύλλα και υγρασία, σαν να περνούσε από το μέρος ο θάνατος. Υπήρχε απόλυτη ησυχία, τόσο που η γυναίκα άκουγε μόνο τη λαχανιασμένη της ανάσα. Είχε περπατήσει τόσα χιλιόμετρα για να φτάσει εκεί… Κάθε βήμα όμως άξιζε τη θυσία. Μπροστά σε αυτό που της υποσχέθηκε εκείνη πως θα αντίκριζε, άξιζε κάθε θυσία. Εκείνη η μέρα ήταν η τελευταία της ελπίδα.
Μέσα στο μυαλό της επανέλαβε άλλη μια φορά τις οδηγίες που της έδωσε εκείνη.

«Στα άκρα της πόλης θα βρεθείς,
εκεί όπου νομίζεις πως φαντάσματα θα δεις.
Θα δεις το φεγγάρι να λάμπει δειλά
και θα απαγγείλεις λόγια τρυφερά.
Η ώρα να είναι δώδεκα ακριβώς
αλλιώς η πύλη δεν θα ανοίξει δυστυχώς…»

Δεν είχε την επιλογή να μην τα καταφέρει. Θα έπρεπε να περιμένει πάλι τον επόμενο χρόνο, όταν οι Παλιές Ψυχές θα δυνάμωναν και πάλι.

Η πόλη και τα φώτα της απλώνονταν μπροστά της. Βρισκόταν πλέον πολύ μακριά. Στάθηκε στο πιο σκοτεινό άκρο, εκεί όπου το φεγγάρι θα την έλουζε με το φως του μόλις εμφανιζόταν δειλά από τα σύννεφα. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ακριβώς δώδεκα. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά, όπως τότε. Τότε που όλα είχαν τελειώσει.

«Κόρη μου, σε παρακαλώ,
μέσα στην ομίχλη, κάνε να σε δω…
Της μαμάς της λείπεις πολύ,
βλέπει πεταλούδες και νομίζει ότι είσαι εσύ.
Κόρη μου μονάκριβη, εγώ δεν σε ξεχνώ.
Η ψυχή μου πάντοτε είναι μαζί σου, εδώ.
Ξέρω πως θα έρθεις σήμερα στο φως,
εκεί που τελειώσαν όλα σαν καπνός.»

Έσφιξε τα μάτια και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν καθώς επανέφερε στο μυαλό της την εικόνα που μισούσε. Το μικρό της στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Οι προβολείς την τύφλωσαν. Σύγκρουση.

Άνοιξε τα μάτια. Το φεγγάρι τη φώτιζε όσο ποτέ. Πίσω της, μια μικρή σκιά. Μεσάνυχτα της 31ης Οκτωβρίου 2000. Και οι ψυχές, για λίγο, επέστρεφαν σπίτι.

Η Αίγλη Κωνσταντά είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Εφιαλτικές Ιστορίες”.

Η μαθητευόμενη – Ντόρα Βλάχου

[Αφιέρωμα στο Halloween 2022]

Μου είπε να την επισκεφτώ την ώρα που το φεγγάρι θα βρισκόταν στο μέσο του ουρανού. Το κακό ήταν βέβαια ότι τότε έβγαιναν βόλτα οι σκιές, οι φωνές και η ομίχλη. Ένας συνδυασμός που έκανε μόνο τους απελπισμένους και τους ανόητους να κυκλοφορούν.
Στη διαδρομή ήμουν προσεκτική και τρομοκρατημένη. Το υγρό πλακόστρωτο δεν μου επέτρεπε να τρέξω τα πέντε τετράγωνα απόσταση μέχρι τον τελικό μου προορισμό.
Προς έκπληξή μου, είδα περισσότερες, από όσες περίμενα, γυναίκες στους δρόμους. Κάποιες από αυτές δυστυχώς ήξερα ότι δεν ήταν χαζές, οπότε το ότι δεν ήμουν η μόνη απελπισμένη στην πόλη, μου έδωσε δύναμη να φτάσω στην ξύλινη μικρή πόρτα στο σοκάκι.
Η χαρτορίχτρα με κοίταξε από το μικρό συρταρωτό άνοιγμα. Όταν βεβαιώθηκε ότι είμαι μόνη, με άφησε να μπω. Η ζωή μου ως μαθητευόμενη είχε μόλις ξεκινήσει.

Η Ντόρα Βλάχου είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Μυθιστορίες Φαντασίας από Παγκόσμιους Μύθους”.

Νύχτα γιορτής – Έφη Γκροσδάνη

[Αφιέρωμα στο Halloween 2022]

Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία. Κάθισε στο κρεβάτι της και τεντώθηκε. Ήταν πολύ πιασμένη από την κούραση, αλλά παρόλα αυτά σηκώθηκε με όρεξη. Έπρεπε να ετοιμάσει το σπίτι καθώς σύντομα θα την επισκέπτονταν οι φίλοι της. Ήταν η μικρή τους παράδοση κάθε χρόνο τέτοια νύχτα να συναντιούνται και να ξεφαντώνουν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Ίσως φέτος να έρθει και ο Τομ, σκέφτηκε και το χλωμό της πρόσωπο σαν να ζωήρεψε. Το φεγγάρι είχε γεμίσει και από το βουνό ακουγόταν το κλάμα των λύκων. Άφησε ένα βάζο με λουλούδια στο τραπέζι και έστρωσε το φόρεμά της. Ύστερα έβαλε στο παλιό πικάπ έναν δίσκο και άφησε τη βελόνα να ακουμπήσει την άκρη του. Ακούστηκε ένα ελαφρύ τρίξιμο και ύστερα μουσική από πιάνο. Άρχισε να χορεύει μόνη με απαλές κινήσεις. Στριφογυρνούσε γύρω από τον εαυτό της όταν μια σκιά γλίστρησε κάτω από το φως του φεγγαριού και την τύλιξε τρυφερά. Το ήξερα πως θα έρθεις… ψιθύρισε και συνέχισε να κινείται αρμονικά με τη σκιά. Σύντομα το δωμάτιο γέμισε με κόσμο. Όλοι μαζί χόρευαν, γελούσαν και διασκέδαζαν.

Ένα κοράκι ήρθε και στάθηκε στο ανοιχτό παράθυρο. Παρακολουθούσε για ώρα μέχρι που κάποια στιγμή τίναξε τα φτερά του. Μόλις είχε αρχίσει να χαράζει. «Κοίτα! Κοίτα!» έκρωξε δείχνοντας έξω. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τρύπωσαν στο δωμάτιο. Η μουσική έπαψε. Ο χορός σταμάτησε. Η γυναίκα κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Το φόρεμά της ήταν σκονισμένο, γεμάτο χώματα. Τα μαλλιά της ανακατεμένα. Το δεξί της μάτι δεν υπήρχε και στη θέση του υπήρχε μια σκοτεινή τρύπα. Το αριστερό της χέρι ήταν διάτρητο από σκουλήκια. Ακούμπησε το μάγουλο της με φρίκη. Κοίταξε γύρω της το δωμάτιο. Αόριστες φιγούρες την είχαν περικυκλώσει και την πλησίαζαν απειλητικά. Πισωπάτησε για να γλυτώσει ώσπου έφτασε στην άκρη του δωμάτιου. Μέσα από τον καθρέφτη έβγαινε ένα λαμπερό φως. Άπλωσε το χέρι της προς το φως όταν ο καθρέφτης κυριολεκτικά την τράβηξε μέσα του. Προσπάθησε να φωνάξει.

Ήταν εκείνη η στιγμή που πετάχτηκε όρθια από το κρεβάτι της. Ψηλάφησε ξανά το πρόσωπό της. Όλα ήταν εντάξει. Η πόρτα του δωματίου της άνοιξε απότομα. «Χαρούμενο Χάλοουιν, μαμά! Φάρσα ή κέρασμα;» είπε γελαστά το μικρό αγόρι. Η γυναίκα γύρισε το κεφάλι της προς το κομοδίνο, εκεί όπου υπήρχε η κορνίζα με τη φωτογραφία του Τομ, του συζύγου της που έφυγε μια τέτοια ημέρα…

Η ‘Εφη Γκροσδάνη είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Η Ομορφιά στις Σκιές. Ιστορίες γοτθικής ατμόσφαιρας”.

Στη λίμνη – Αλέξανδρος Θωμαΐδης

[Αφιέρωμα στο Halloween 2022]

Βαρύς και συννεφιασμένος ήταν ο ουρανός πάνω από τα κεφάλια των ανδρών. Περπάτησαν για ώρα το στενό λασπωμένο δρομάκι που χώριζε το δάσος στη μέση, ώσπου έφτασαν στην ξύλινη καλύβα τους. Ξαπόστασαν να πιούν λίγο δροσερό νερό. Ηττημένοι από το άκαρπο κυνήγι, τα δυο αδέλφια ξεκίνησαν τις νυχτερινές τους ετοιμασίες. Ο μεγαλύτερος και πιο δυνατός άρπαξε ένα τσεκούρι και χάθηκε μέσα στο πλήθος των δέντρων, ενώ ο μικρότερος έριξε λίγο στάρι στο νερό που κόχλαζε και ξεγλιστρούσε έξω από το τσουκάλι. Δεν πέρασε μισή βράση του φαγητού τους και ο μεγάλος αδελφός επέστρεψε με έναν πελώριο κορμό οξιάς. Παρά την αποτυχία τους στο κυνήγι, το λιγοστό φαγητό που γέμισε τα στομάχια τους και η θαλπωρή της φωτιάς ηρέμησαν κάθε τους ταραγμένη σκέψη. Λίγο προτού σβήσει η φωτιά, ο μικρός αδελφός άναψε ένα κερί και το ακούμπησε στο παράθυρο της καλύβας. Η φλόγα σάλεψε και μαγνήτισε τα βλέμματά τους. Τα ματόκλαδά τους βάρυναν στον χορό της ανάλαφρης γυναίκας επάνω στο φυτίλι, και ένας μεθυστικός ύπνος ήρθε σαν χάδι. Στο βάθος του μυαλού τους μια γλυκιά φωνή ήχησε:


                                                 «Είμαι η μαμά σας, 
                                                  πνίγηκα στη θλίψη.
                                                  Είμαι εδώ κοντά σας,
                                                  τίποτα μη λείψει…»

Ο ουρανός φούσκωσε. Μια δυνατή βροντή ξύπνησε τα αδέλφια. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και αστραπιαία γύρισαν να κοιτάξουν προς τη λίμνη όπου είχαν πνίξει τη μητέρα τους.

Ο Αλέξανδρος Θωμαΐδης είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου. Διήγημά του μπορείτε να βρείτε στη συλλογή μας “Παράξενες Ιστορίες ονείρων και μαγικού ρεαλισμού”.

Ο δρόμος – Ελένη Μόσχου

[Αφιέρωμα στο Halloween 2022]

Περπατούσα σε ένα ασφαλτοστρωμένο δρομάκι, στην άκρη του χωριού Κονγκ. Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ ξανά στην Ιρλανδία και η αρχιτεκτονική της ήδη μου προκαλούσε ρίγος. Το μεσαιωνικό τοπίο ήταν καταπράσινο παρόλο που σε δύο μέρες έμπαινε ο Νοέμβρης.

Νύχτωνε νωρίς στο χωριό, κάτι που εγώ είχα εντελώς ξεχάσει, συνηθισμένη από τη διάρκεια της μέρας στην Ελλάδα. Η νύχτα με βρήκε στην άκρη του χωριού, κοντά στα τελευταία σπίτια. Σκέφτηκα να κατευθυνθώ στο κατάλυμά μου ωστόσο ξαφνικά ένιωσα τα πόδια μου μουδιασμένα παρόλο που δεν ήμουν ιδιαίτερα κουρασμένη. Μία εκθαμβωτική λάμψη απλώθηκε παντού και έκλεισα τα μάτια σοκαρισμένη.

Όταν τα άνοιξα, πυκνή ομίχλη κάλυπτε το χωριό. Δεν υπήρχε ίχνος φωτός πουθενά. Μόνο το φεγγάρι, μου σκάλιζε ένα μονοπάτι στο χώμα και με οδηγούσε μακριά, σε κάτι που έμοιαζε με πυρκαγιά. Αναρωτήθηκα πώς η άσφαλτος είχε γίνει χώμα. Τα γόνατά μου έτρεμαν από τον φόβο μου καθώς προσπαθούσα να πιάσω το κινητό από την τσέπη.

Μια σκιά πέρασε από κοντά μου και με χάιδεψε στον ώμο. Άρχισα να τρέχω προς τη φωτιά αλλά σταμάτησα λίγο πριν φτάσω μπροστά της. Τα αυτιά μου έσκιζαν φωνές που έψελναν σε μία ακαταλαβίστικη γλώσσα. Δύο μεγαλόσωμοι άντρες οδηγούσαν μία γυναίκα προς τη φωτιά. Αυτή, αμίλητη, έμοιαζε να έχει αποδεχτεί τη μοίρα της. Βάδισε προς το μεγάλο πύρινο στεφάνι στη μέση του πλήθους. Μόλις χάθηκε μέσα στις φλόγες, αερικά ξεπετάχτηκαν από τις στάχτες της και χάθηκαν στον ουρανό. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να λιποθυμώ.

Ξύπνησα στο κρεβάτι του ξενοδοχείου την επόμενη μέρα το πρωί. Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί.

“Καλημέρα”, μου είπε η γυναίκα της προηγούμενης νύχτας, καθώς μου σέρβιρε πρωινό στο κρεβάτι. “Κοίτα να συνέλθεις γρήγορα. Σήμερα γιορτάζουμε το Χαλογουίν, δεν πρέπει να το χάσεις”.

Η Ελένη Μόσχου είναι απόφοιτος του εργαστηρίου. Διήγημά της μπορείτε να βρείτε στη συλλογή διηγημάτων μας, Παράξενες Ιστορίες ονείρων και μαγικού ρεαλισμού.

Υπνωτικό – Νίνα Κεσίδου

Photo by Pixabay on Pexels.com

Πλησιάζει. Το πλάσμα στα πόδια του, κυλά με τα μηχανικά του ποδαράκια, ασθμαίνοντας. Ένα μικρό κινούμενο κάστρο. Πλημμυρίζω με οίκτο όταν το αντικρύζω. Ο Επιστήμονας σταματά δίπλα μου. Με παρατηρεί μέσα από χοντρά μαύρα γυαλιά. Γυρνά ξαφνικά προς το πλάσμα και του ψιθυρίζει ανήσυχα: «Δεν μπορεί να ακούσει. Ξέρεις τι
σημαίνει αυτό. Πρέπει να φωνάξω τον Αναποδογυρισμένο. Γιατί με ταλαιπωρούν έτσι;»

Εκείνο, ως απάντηση, τρίζει δυνατότερα και εκπέμπει άλλο ένα κύμα καπνού. Μία από τις μαύρες παπαρούνες γυρνά ελαφρά προς το μέρος του γκρίζου σύννεφου. Tα πέταλά της ανοίγουν αργά και αγκαλιάζουν, με μια υπομονετική, αρμονική περιστροφή, τον καπνό. Την επαναλαμβάνει μία, δύο, τρεις φορές. Μαγεύομαι από τη διαδικασία. Τον υπνωτισμό μου διακόπτει ένας ήχος αυγού που σπάει.

Έρχεται από τον Επιστήμονα. Μόνο που δεν είναι ο Επιστήμονας. Στη θέση του εμφανίζεται ένας άνδρας με μαύρο μανδύα και γαλάζια διαπεραστικά μάτια. Στη γη, γύρω από τα πόδια του, απλώνεται ένα ρούχο που μόλις έριξε από πάνω του. Σοκαρισμένη, αντιλαμβάνομαι ότι είναι το ξεφούσκωτο, ζαρωμένο, κούφιο σώμα του Επιστήμονα.

Μια φοβισμένη κραυγή φεύγει από το στόμα μου, πνιχτή και διαστρεβλωμένη. Ο Αναποδογυρισμένος ανοίγει διάπλατα τα χέρια και υποκλίνεται. Το δεξί του χέρι βρίσκεται στη θέση του αριστερού, και το αριστερό σε αυτήν του δεξιού. Τα μάτια του κοιτάζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις το καθένα. Ο αέρας τριγύρω τεντώνεται και σφίγγεται σαν λάστιχο.

[…]

απόσπασμα


Η Νίνα Κεσίδου ζει, μελετά και γράφει στη Θεσσαλονίκη. Αγαπά το fantasy και την ιαπωνική κουλτούρα. Είναι σπουδάστρια στο Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium. Το κείμενο βασίζεται σε άσκηση του Εργαστηρίου.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.