
Πρωτοέμαθα για αυτό το βιβλίο κάποιους μήνες πριν την κυκλοφορία του, σε μια από τις εξαιρετικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης με καλεσμένους συγγραφείς που μιλούν για το έργο τους. Είχα ξανακούσει τον συγγραφέα να μιλάει στη ΔΕΒΘ, αλλά η συζήτηση με την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου – τη μεταφράστρια του για τις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του-, εκείνο το απόγευμα στο Μέγαρο, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια πραγματική εμπειρία ζωής, μια απόλυτη κατάθεση ψυχής. Μίλησε πολύ για τον πατέρα του και για την οικογένειά του και πολλές φορές ένιωσα ότι οι ζωές μας ενώνονται. Θα πρέπει να το ένιωσαν και άλλοι άνθρωποι μέσα στην αίθουσα, γιατί δεν είναι παράξενο οι ζωές των ανθρώπων να ταυτίζονται και να ενώνονται. Όλοι περνάμε τις ίδιες χαρές και τις ίδιες λύπες αργά ή γρήγορα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο άνοιγε την καρδιά του αυτός ο άνθρωπος, εκφράζοντας τα κατάβαθα με τον πιο γλυκό τρόπο, ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινος – σχεδόν υπερβατικός. Εκεί λοιπόν ανακοινώθηκε ότι <<Ο Κηπουρός και ο Θάνατος>> ετοιμάζεται από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ήξερα ότι είναι κάτι που με αφορά. Και έτσι ακριβώς ένιωσα διαβάζοντάς το.
Δεν πρόκειται για μυθοπλασία, δεν υπάρχει τίποτα μυθοπλαστικό σε αυτό το βιβλίο. Δεν είναι μαγικός ρεαλισμός, κι όμως ο θάνατος είναι μαγικός ρεαλισμός για εμάς τους ανθρώπους. Ανοίκειος, παράδοξος.
Ο Gospodinov καταπιάνεται με το πλέον δύσκολο θέμα, χωρίς να το τραγικοποιεί, αλλά ούτε και να το ωραιοποιεί. Ο αργός θάνατος του καρκινοπαθή πατέρα, ο οποίος ξεκινά, όπως λέει, τη μέρα της διάγνωσης. Πρώτος θάνατος. Συνεχίζεται, μακρύς, ένα πένθος που ξεκινά πολύ πριν την απώλεια. Οι τελευταίες κινήσεις –η τελευταία φορά που ανεβαίνει τη σκάλα, το τελευταίο φρούτο που τρώει, το τελευταίο δελτίο ειδήσεων που παρακολουθεί–, τα τελευταία λόγια, οι εκκρεμότητες, ό,τι πασχίζει να κρατήσει όσο προλαβαίνει η κάθε πλευρά. Η ασθένεια επιταχύνει τις ανείπωτες συζητήσεις. Μαθαίνεις να μετράς αλλιώς τον χρόνο.
Αυτός ο συγγραφέας τολμάει πολύ γενναία να βάλει τη ζωή του μέσα στα βιβλία του, το παρελθόν του, τα βιώματά του, την παιδική του ηλικία, τις αδυναμίες του, όλους τους φόβους του. Το κάνει και στο Περί Φυσικής της Μελαγχολίας. Ο αναγνώστης δεν ταυτίζεται με τον ήρωα αλλά με τον ίδιο τον συγγραφέα εδώ. Δεν υπάρχει αφηγητής, ήρωες, πλοκή, κλιμάκωση, όλα είναι η αποτύπωση της ίδιας της ζωής, χωρίς όμως εκπτώσεις στη λογοτεχνικότητα.
Αν δεν έχει βιώσει κάποιος την απώλεια του πατέρα –έχει σημασία, του πατέρα, και όχι της μητέρας–, μπορεί να τρομοκρατηθεί με αυτό το βιβλίο, μπορεί όμως και να παρηγορηθεί, ότι «να, κοίταξε, έτσι συμβαίνει με όλους. Το έχουν ζήσει κι άλλοι, έτσι γίνεται, αυτό παθαίνεις, έτσι το περνάς. Αφού μπόρεσα εγώ, θα μπορέσεις κι εσύ». Ισορροπεί τις ποιότητες της ζωής, δεν γίνεται γραφικός ή μίζερος, αφήνει στον θάνατο τη μεγαλοπρέπεια της σιωπής.
Όλοι μιλούν για το πώς να μείνουμε νέοι. Δεν μας μαθαίνει κανείς πώς να γερνάμε, λέει. Τα μαθαίνουμε όλα εκτός από αυτό. Και είναι το μόνο αναπόφευκτο. Δεν ξέρουμε πώς να πενθούμε. Δεν θα μας το πει κανένα εγχειρίδιο, γιατί είναι πολύ βαθύ. Δεν θα μας το πει κανένας γιατρός, γιατί είναι πέρα από αυτόν. Δεν θα μας το πει κανένας τόσο καταπραϋντικά, τόσο αληθινά, όσο η λογοτεχνία.
«Λες τα λουλούδια να είναι τα μυστικά περισκόπια των νεκρών που βρίσκονται από κάτω και παρατηρούν τον κόσμο μέσα από τα κοτσάνια τους;» Ο πατέρας-κηπουρός που σπέρνει τη ζωή και στο τέλος γίνεται ο κήπος όπου ζούμε και αναπνέουμε. Αυτός ο κήπος που διασώζει την παιδική μας ηλικία. Γιατί, αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι τι μας αφήνει ένας θάνατος.
“Ο κηπουρός και ο θάνατος”
Georgi Gospodinov
Εκδόσεις Ίκαρος
Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου