
Έρευνα-Επιμέλεια: Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος | εκδόσεις IANOS
«Δεξιά και αριστερά των, ομολογουμένως άψογων δρόμων, ήταν δάση τα οποία ξαφνικά με ξύπνησαν σαν από εφιάλτη… Δέντρα φοβερά πυκνά, κορμοί γυμνοί, απίστευτα λεπτοί χωρίς ούτε ένα πράσινο ίχνος, που ανέβαιναν τόσο απίστευτα ψηλά, για να βρουν λίγο φως, και στην άκρη μικροί θύσανοι, που θα ‘θελαν να λέγονται πράσινοι. Αυτά τα κατασκότεινα δάση μού έφεραν εικόνες που ούτε καν γνώριζα ότι είχα. Πάντα τα φοβόμουν αυτά τα δάση», γράφει η κ. Ρίνα Ρεβάχ για την εμπειρία του προσκυνήματος με το «March of the Living» το 2016. Έπρεπε να γυρίσει. Το χρωστούσε σε αυτούς που χάθηκαν, αλλά και σε αυτούς που ήρθαν. Το ταξίδι αυτό το έκανε με τον εγγονό της.
Η Ρίνα Ρεβάχ μπήκε στο Bergen-Belsen 4 ετών. Ήταν μονίμως ξαπλωμένη στο τελευταίο κρεβάτι ψηλά στον θάλαμο. Η μητέρα της και η γιαγιά της όλη μέρα έλειπαν δουλεύοντας και διορθώνοντας παπούτσια. Ο μπαμπάς της βρισκόταν σε άλλο στρατόπεδο. Η μάνα της ανησυχούσε ότι η μικρή, επειδή δεν περπατούσε και ήταν μονίμως ξαπλωμένη, θα μείνει ανάπηρη. Αλλά δεν θα σας τα πω εγώ. Θα τα διαβάσετε. Για τη θυσία της μάνας και τον αυτο-ακρωτηριασμό, για τη μασχάλη του μπαμπά που ήταν όλος ο ασφαλής κόσμος της, για το αχυρένιο στρώμα με τους ψύλλους και τους κοριούς, για το κάρο με τα πτώματα και τις μαύρες μπότες, για το τρένο της ελευθερίας, για την πρώτη φορά που γεύτηκε φράουλες, για την επιστροφή στην πατρίδα και τη σκληρότητα των συμμαθητών– τα παιδιά είναι σφουγγάρια του μίσους και της σκληρότητας των γονέων. Αλλά και τις φίλες – ένας φίλος αρκεί. Αρκεί η αγάπη ενός μόνο ανθρώπου για να μαλακώσει μια τραυματισμένη ψυχή. Κι έπειτα, τα ταξίδια, τη λαμπρή σχολική πορεία και τη μαθητεία στον Μανώλη Ανδρόνικο, για την αγάπη προς τις γλώσσες.
Το ξεχώρισα και γράφω αυτή την παρουσίαση διότι η κ. Ρίνα Ρεβάχ, –με τον ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα της, με πάντα έτοιμο τον καλό λόγο της ενθάρρυνσης– από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος κράτησε την αξία του ανθρώπου, εστίασε στα καλά, στο φως. Είναι πολύτιμα αυτά τα παραδείγματα των επιζώντων που μετουσίωσαν τη φρίκη σε ό,τι ωφέλιμο επέλεξε ο καθένας για τη συνέχεια της ζωής.
Την έχω ακούσει από κοντά να αφηγείται την ιστορία της ή, τουλάχιστον, μέρος αυτής της. Καθώς διάβαζα λοιπόν το βιβλίο αυτό, μπορούσα να δω το πρόσωπο της και να ακούσω τη φωνή της – μία εντελώς διαφορετική εμπειρία. Ένα κείμενο δυστυχώς δεν μπορεί να μας μεταφέρει τη βαρύτητα μιας τέτοιας αφήγησης – το σπάσιμο στη φωνή, την οργή στα σφιγμένα χείλη, το παράπονο που κατεβαίνει δύσκολα στον λαιμό.
Εξαιρετική δουλειά από τον Γιάννη Κεσσόπουλο, με πρόσθετα στοιχεία στην αφήγηση, παράλληλες λεπτομερείς αφηγήσεις από συνεντεύξεις, με παραθέματα, υποσημειώσεις, και όλα αυτά μέσα σε ένα πλούσιο συναισθηματικά κείμενο γεμάτο με την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα της κυρίας Ρίνας Ρεβάχ.
Η γλώσσα είναι απλή, απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και είναι ένα βιβλίο με το οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δουλέψουν τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος -και όχι μόνο- και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες. Εντάσσεται, δε, στο είδος της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», ωστόσο η αφήγηση της κυρίας Ρίνας εντάσσεται στη λεγόμενη «παιδική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος» δηλαδή αφηγήσεις παιδιών γνωστές στη διεθνή βιβλιογραφία ως «child survivor narratives». Για όλα αυτά μάς διαφωτίζει ο Γιάννης Κεσσόπουλος στην εισαγωγή.
Ευλαμπία Τσιρέλη