Τα παιδιά που κατάπιε η σιωπή | Βανέσα Τοπούζη

Η πόρτα του νεκροταφείου βαριά, σιδερένια. Κρύα σύννεφα στριφογυρίζουν στον ουρανό. Κατεβαίνουν στη γη. Χαϊδεύουν τάφους, ορμάνε ανάμεσα στα δέντρα. Γεννάνε σκιές. Πλησιάζουν. Τα παιδιά φοράνε ριγέ φόρμες, άχρωμες. Τα πρόσωπά τους, βαμμένα άσπρα, με ψεύτικα χαμόγελα από κόκκινο κραγιόν. Γελωτοποιοί, κατάδικοι της σιωπής και όλων των χαδιών που έμειναν μετέωρα. Από το έδαφος, άσπρα λουλούδια σηκώνουν δειλά τα κεφάλια τους. Ένα κορίτσι ξεμακραίνει. Έρχεται προς το μέρος μου. Ανάκατα σγουρά μαλλιά γύρω απ’ τη μάσκα που φορά. Ο φόβος πάλλεται στο στήθος μου όπως το πουλί μέσα στο κλουβί. Απλώνει το χέρι της σαν να θέλει να παγιδέψει όλα τα αντίο, που ειπώθηκαν ποτέ, μέσα στη γροθιά της. Έχω μια παρόρμηση να της φωνάξω να τρέξει, όμως η γλώσσα μου έχει κλειδώσει όλα τα θέλω μου σε ένα μπαούλο με την επιγραφή «Η φωνή ξέρει τον δρόμο, μα δεν τον περπατά».  Το κορίτσι στέκεται μπροστά μου και με κοιτάζει στα μάτια. Από το μυαλό μου περνούν όλα τα «θα μπορούσαν» που δεν θα υπάρξουν ποτέ. Μου προσφέρει ένα τσαλακωμένο λουλούδι.

«Εγώ είμαι εσύ, πριν σε ξεχάσω», λέει.

Εύχομαι να μπορούσε να γελάσει.

[Κείμενο που προέκυψε από το σεμινάριο “Τα όνειρα στη Λογοτεχνία” – σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, το όνειρο ως λογοτεχνικό υλικό – Οκτώβριος 2025 – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium]

εικόνα: Wyxina Tresse – pexels.com

Άσπρο | Αγγελική Βελισσαρίου

Δες, κοίτα τα πελώρια, πλατιά φύλλα. Καταπράσινα. Νιώσε το τραγανό φως. Τα πόδια σου αγγίζουν το μαλακό, ιριδίζον χορτάρι. Ευλογία. Το δωμάτιο είναι υπόσκαφο, δροσερό, λιτό, καθαρό, ιδανικό. Τόπος προσευχής, ανάπαυσης. Άσυλο ζωής. Κοίτα, όλα τα παιδιά μαζεμένα. Πρόσεχε. Ακούς το κλάμα; Φρόντισέ το. Πάρε και καθάρισέ το απαλά, προσεκτικά. Πάρε ένα ταιριαστό πανί – να μην το γδάρει, αλλά να κάνει τη δουλειά. Διώξε τις ακαθαρσίες, τις λάσπες, τα αίματα. Το φροντίζω, δεν βλέπεις; Κοίτα το. Αστράφτει τώρα. Έγινε λείο και αφράτο.


Ο καμβάς γεμίζει χρώματα, το πινέλο γλιστράει σβέλτα. Ζωγραφίζεις; Από πότε; Από τότε που ήρθα εδώ. Θα πρέπει να φύγεις κάποτε. Δεν θέλω, μη μου μιλάς, κοίτα μόνο. Τρέξε, φωτιά μυρίζει. Ήρθαν πάλι αυτές. Γιατί δεν αφήνουν τα παιδιά ήσυχα; Δεν φτάνει που τα κούρεψαν, τώρα θέλουν και να τα κάψουν; Τρέχω, φωτιά μυρίζει. Όλα μαυρίσαν.

Ανακούφιση. Ατόλες στη σειρά, καταμεσής της αβύσσου. Τα κρεβάτια είναι άθικτα. Τα παιδιά κάθονται ανασηκωμένα πάνω στα σωσίβιά τους, κοιτώντας με ελαφίσια μάτια, αλλά το ταβάνι ψηλώνει όλο και περισσότερο. Ενώνονται όλα σαν τόξο στην κορυφή. Τα παράθυρα διάφανα, καθαρά, τεράστια, καμπυλώνουν προς τα ουράνια. Ο κήπος γιγαντώθηκε ή εμείς μικρύναμε;


Τώρα πια μόνο το άσπρο μένει. Κύμα καθαρτικό. Ταξιδεύουμε.

[Κείμενο που προέκυψε από το σεμινάριο “Τα όνειρα στη Λογοτεχνία” – σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, το όνειρο ως λογοτεχνικό υλικό – Οκτώβριος 2025 – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium]

εικόνα: Magda Ehlers – pexels.com

Φεγγάρι στον καθρέφτη | Μαρία Ατσιάρη

Το αργυρό φεγγάρι κρύβεται, ένας άντρας δίχως πρόσωπο κατεβαίνει τις σκάλες, αργά, κοιτώντας με στα μάτια. Το ειρωνικό του χαμόγελο στάζει σαν σάλιο στα σκαλοπάτια. Ένα-ένα διαλύονται. Καταρρέουν σαν ποταμός. Ανελέητος.

Ο φόβος με παραλύει, δεν μπορώ να κουνηθώ. Πουθενά φως, μόνο σκοτάδι. Ένα σκοτάδι με χέρια, ξεδιάντροπα αρπάζει τα μάτια μου και με πνίγει.

Νεκρική σιωπή. Ένα κοράκι κάθεται ασάλευτο στο σύρμα. Τα πόδια μου βιδωμένα στο σανίδι και από κάτω, κενό. Γυρνάω το κεφάλι προς τα πάνω, μια πράσινη πόρτα κλείνει στα μούτρα μου. Ο γδούπος με τρομάζει.

Ο άντρας χωρίς πρόσωπο συνεχίζει να με κοιτάει, με χλευάζει. Το φως του φεγγαριού χύνεται σαν προβολέας. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη του αυτοκινήτου, μα δεν είμαι ο εαυτός μου. Πιάνω με τα χέρια μου κάθε σημείο του προσώπου μου. Ασημένια σκόνη στάζει στο στόμα μου. Κοιτάζω ακόμα μια φορά τον καθρέφτη: ο άντρας δίχως πρόσωπο.

[Κείμενο που προέκυψε από το σεμινάριο “Τα όνειρα στη Λογοτεχνία” – σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, το όνειρο ως λογοτεχνικό υλικό – Οκτώβριος 2025 – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium]

εικόνα: Allan Carvalho – pexels.com

Το φεγγάρι του Kάστορα | Βιργινία Λαφαζανίδου

Στο μπαλκόνι άνθιζε μαύρη η νύχτα. Η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα μιας μικρής μοναχικής ελιάς, που φύτρωσε σε τόπο ξένο, μου τραγουδούσε να βγω, να πάρω τις ρίζες της και να πλέξω καλάθια, να τα γεμίσω ιστορίες από βαθιές σπηλιές.

Το κόκκινο ρολόι μάτωσε και το ζεστό αίμα έτριξε με θόρυβο στο παγωμένο του σώμα. Σαν φάρος, το φεγγάρι του Κάστορα τρεμόπαιξε στον φουρτουνιασμένο ουρανό, κάνοντας σινιάλο στο καράβι. Χέρια κουπιά, δάκρυα βροχή, μια αστραπή χρυσό σχοινί ρίχνει στο καράβι το θαλασσοπνιγμένο, σε κομήτες και αστερόσκονες τσακισμένο.

Έσπασε σε χίλια κομμάτια. Το σπίτι γέμισε νερό. […] Τα χέρια μου, λεπτά σχοινιά τυλιγμένα στον λαιμό της μικρής ελιάς, προσπαθούν να κρατηθούν σ’ έναν κόσμο που σαλπάρει.

[Κείμενο που προέκυψε από το σεμινάριο “Τα όνειρα στη Λογοτεχνία” – σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, το όνειρο ως λογοτεχνικό υλικό – Οκτώβριος 2025 – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium]

εικόνα: Byron Badenhorst (upside-down) – pexels.com

Το πέρασμα | Ηλίας Μπούτης

Πότε μπορούμε να περάσουμε; Τα σκυλιά γαβγίζουν γιατί τα αίματα στις φλέβες μας κάνουν κόμπους και πετάγονται. Μυρίζουν τον φόβο. Μας κοιτάνε με το μαύρο τους βλέμμα. Κάθε βήμα, ένας κρότος. Κάθε βήμα, μαύρα λουλούδια στο χώμα.

«Θα περάσουμε πριν τις πέντε;»

«Το πρωί ή το απόγευμα;»

Το αίμα στις φλέβες είναι κόκκινο. Ένας γέρος μπροστά στον δρόμο έχει πεθάνει. Γνωστός ή όχι, το βλέμμα δεν μπορεί να μείνει εκεί. Μας κοιτάζουν με απορία. Θα περάσουμε μέσα από τις κραυγές τους; Δεν έχουμε αποφασίσει.

[Κείμενο που προέκυψε από το σεμινάριο “Τα όνειρα στη Λογοτεχνία” – σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, το όνειρο ως λογοτεχνικό υλικό – Οκτώβριος 2025 – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium]

εικόνα: Nur Yilmaz – pexels.com

Η περιπέτεια της ζωής | Άννα

Η Αναστάζια κοίταξε έξω από το παράθυρο και ένιωσε πως η διαδρομή δεν ήταν απλά ένα ταξίδι, ήταν το ξεκίνημά της νέας, περιπετειώδους ζωής της. Μπορεί το Μιλάνο να χάθηκε πίσω της, μα όλες οι αναμνήσεις της βρίσκονταν κρυμμένες στο πίσω μέρος του μυαλού της.

Στη σκέψη της οικογένειάς της, η καρδιά της φτερούγισε και δάκρυα συσσωρεύτηκαν στις άκρες των καστανών ματιών της. Όχι, δεν θα έκλαιγε. Σκούπισε αποφασιστικά τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της και έβγαλε το βιβλίο της. Αν κάτι μπορούσε να την κάνει να ξεχαστεί και να ηρεμήσει, ήταν μόνο αυτό. […]

Ο ήλιος είχε αρχίσει σιγά-σιγά να δύει όταν το τρένο άρχισε να κόβει ταχύτητα έξω από έναν εντυπωσιακό σταθμό. Είχε φτάσει στις Κάννες. […] Μέσα στον χαμό που επικρατούσε στον σταθμό, ένα ζευγάρι καστανά μάτια καρφώθηκαν στα δικά της. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά – η Ραφαέλα. Εννοείται πως θα ερχόταν να τη δει. […]

«Σία, δεν το πιστεύω ότι το έκανες», η Ραφαέλα πήρε μία βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. Άρπαξε την αδερφή της από το χέρι και περπάτησαν προς την έξοδο.

Καθώς βγήκαν από τον σταθμό, το κρύο αεράκι έκανε την Αναστάζια να ανατριχιάσει. Τα φώτα των δρόμων άρχισαν να ανάβουν, βάφοντας  με ένα απαλό πορτοκαλί χρώμα τα βρεγμένα πεζοδρόμια. Ο ουρανός είχε εκείνη τη βαθιά απόχρωση του μωβ που κρατάει μόλις λίγα λεπτά πριν σκοτεινιάσει τελείως. Η Αναστάζια έστρεψε το βλέμμα της στους ανθρώπους, που περνούσαν βιαστικά από δίπλα τους, άλλοι με βαλίτσες και άλλοι με λουλούδια στα χέρια. Ήταν τόσο όμορφα να βρίσκεσαι σε μία νέα πόλη. […]

Άννα | Τμήμα Εφήβων | Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium

(εικόνα: Dương Nhân pexels.com)

Στον δρόμο για το όνειρο | Λαμπρινή

Η Κατερίνα παρατήρησε μέσα από το τρένο το τοπίο να αλλάζει από ξερό σε καταπράσινο. Ο ήλιος έπεφτε επάνω στο βιβλίο της: “Η Τέχνη για τις σχεδιάστριες μόδας”. Άφηνε τη μουσική να κελαηδά στα αυτιά της και διάβαζε προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Το μυαλό της πήγαινε πέρα-δώθε από τις σκέψεις. Αισθανόταν άγχος καθώς σε λίγες ώρες θα συναντούσε την καθηγήτριά της. Κι αν δεν με συμπαθήσει; Θα είμαι αρκετά καλή σχεδιάστρια; αναρωτιόταν. […]

Όταν ξύπνησε, το τρένο έμπαινε στη Γαλλία. Σε λίγο, κατέβηκε. Κόσμος πολύς υπήρχε στον σταθμό. Mια καλοντυμένη κυρία ξεχώριζε. Κρατούσε μια πινακίδα με το όνομα «Κατερίνα Έβερτ». Ήταν η Μαντάμ Καμίλ. […]

Λαμπρινή | Τμήμα Εφήβων | Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium

(εικόνα: Kübra Arslaner pexels.com)

Η άλλη μισή καρδιά | Ίριδα

Θυμήθηκε που κατέβηκε από το τρένο. Θα πήγαινε στο Hotel Margarita. Ήταν ενθουσιασμένη με το ταξίδι της. […] Είδε κάποιον να τη χαιρετάει. Στην αρχή νόμιζε πως χαιρετούσε κάποιον άλλον, όμως την πλησίασε. Συστήθηκαν. Ρόζι και Μίκι. Είχε γελάσει με το όνομά του. Κι εκείνος είχε κοροϊδέψει το δικό της.

Κάθισαν στο παγκάκι και μίλησαν για πολλή ώρα. Με τον Μίκι ξεχνούσε όλα της τα προβλήματα. Ο Μίκι ήταν η άλλη μισή της καρδιά, που την αγαπούσε.

[…] Όταν ήρθε η ώρα να αποχωριστούν, ο Μίκι τη συνόδευσε για να της πει αντίο. Η Ρόζι είπε αυτή τη μικρή φράση: «Σ’ αγαπώ! Αντίο, έρωτα της ζωής μου». Και, με αυτοπεποίθηση, μπήκε στο τρένο.

Ίριδα (Τμήμα Εφηβων 2025) – Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium

(εικόνα: lisa form pexels. pexels.com)

Στο άγνωστο | Εβίτα

Η Δάφνη παρατήρησε μέσα από το παράθυρο του τρένου το τοπίο να αλλάζει, την εικόνα της πόλης να θολώνει καθώς απομακρυνόταν σιγά – σιγά. […] Αισθανόταν φόβο αλλά και περιέργεια μαζί, όπως όταν ανοίγεις τα φτερά σου για πρώτη φορά, και αφήνεις το χάος να σε καλωσορίσει, να σε αποδεχτεί. […]

Είχε φτάσει στον τελικό της προορισμό: την Αθήνα. Καθώς κατέβαινε από το τρένο, ένιωσε κυριευμένη από άγχος. Στον σταθμό επικρατούσε σύγχυση. Εκατοντάδες κόσμου πηγαινοέρχονταν. Ταξιδιώτες, εργαζόμενοι, οικογένειες με αποσκευές. Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν την εμπόδισε να εντοπίσει ένα ζευγάρι μαύρα μάτια να την καταβροχθίζουν από μακριά. Κάτι τη μαγνήτισε. Πλησίασε. […]

Στεκόταν μπροστά της σαν σκιά. Κανείς απ’ τους δυο δεν μίλησε. Ήταν ψηλός και φορούσε ένα μαύρο παλτό που έφτανε ως τα γόνατα. Τα μαλλιά του είχαν ελαφρώς γκριζάρει κι έπεφταν στα μάτια του.  Τα μάτια του… έμοιαζαν ήρεμα και καθησυχαστικά, αλλά το ρίγος που τη διαπέρασε έλεγε το αντίθετο. Ο άντρας την αγκάλιασε. «Καλώς ήρθες», της ψιθύρισε με ήρεμη και σταθερή φωνή. Το κορίτσι απάντησε με ένα νεύμα.

Περπάτησαν μαζί καθώς ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τις τσιμεντένιες πολυκατοικίες της Αθήνας. [..]

Εβίτα (Τμήμα Εφήβων 2025) Εργαστήρι Συγγραφής Imaginarium

(εικόνα: lil artsy pexels.com)

Η βλάβη-Το τούνελ-Ο σκύλος | Φρήντριχ Ντύρενματ

Mετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης | Εκδόσεις Αντίποδες, 2020

Βλάβη: «Χιτσκοκικό» το χαρακτηρίζουν, όμως εμένα με πήγε στο Brazil (Τέρι Γκίλιαμ, 1985). Είδα μια παρόμοια σκηνοθεσία, είδα την ψαλίδα της μικροαστικής τάξης και της υψηλής κοινωνίας, είδα γκροτέσκο, πολύ ωραία κοντινά πλάνα, αηδιαστικούς άβολους ήχους με ζουμιά και μασέλες που μασάνε, ζαρωμένα βαμμένα με κρασί χείλη να πλαταγίζουν, όντως απολαυστικά θεατρικός ο Ντύρενματ.

Φοβερό παιχνίδι με τους χαρακτήρες και την απήχηση στον αναγνώστη. Μια παρέα ηλικιωμένων παρουσιάζεται στην αρχή αστεία και συμπαθής, στη συνέχεια γίνεται ενοχλητική με την υπερβολή, την έπαρση και τη φοβερή επίδειξη του καπιταλισμού, οδηγώντας τον Τραπ (παγίδα), έναν μεσοαστό πωλητή να ομολογήσει ένα έγκλημα που… δεν έκανε (;) Η δεξιοτεχνία του συγγραφέα σε κάνει από τη μια να σκέφτεσαι ότι είμαστε όλοι στ’ αλήθεια λίγο-πολύ υπαίτιοι εμμέσως για κάποιον θάνατο, για κάποιο έγκλημα -παίζουν με το μυαλό σου αυτοί οι παππούδες-, αλλά και το πώς μια διεφθαρμένη ρητορική μπορεί να οδηγήσει έναν αθώο στην τρέλα και τις ενοχές -ξεκάθαρα λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Το αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση του αναγνώστη από αυτό που διαβάζει από ένα σημείο και μετά. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να τοποθετηθεί με σιγουριά. Η βλάβη του Ντύρενματ αναδεικνύει μια ευρύτερη κοινωνική και ηθική «βλάβη». Η γλώσσα είναι θεατρική, με ρητορεία, δεν του λείπει όμως και η περιγραφική αφηγηματικότητα.

Τούνελ: Κλειστοφοβικό, αν έχετε θέμα με τα μακριά τούνελ θα ζοριστείτε. Ένας εκτροχιασμός από την καθημερινότητα; Κάπου πολύ παλιά είχα διαβάσει—ειλικρινά δεν θυμάμαι πού— ότι, λέει, όταν περπατάμε σε έναν ίδιο δρόμο για χρόνια και ξαφνικά τον αλλάξουμε, χωρίς λόγο και αιτία, έτσι αν ξαφνικά στρίψουμε αλλού, μπορεί η πραγματικότητά μας εκεί να μην υπάρχει πια και ποιος ξέρει αν υπάρχει και ολόκληρος ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε. Σουρεαλιστικό και πολύ εφιαλτικό, ομολογουμένως, σενάριο. Το τούνελ και το σκοτάδι ως νέα γέννηση: για να έρθει κάτι ολότελα νέο, πρέπει να καταστραφεί κάθε βεβαιότητα του παλιού. Πολύ ωραίος ρυθμός, ταιριαστός με το άγχος και την αγωνία που κορυφώνεται στο διήγημα όσο προχωράει, φοβερή σκηνοθεσία και απόδοση του ανοίκειου χάους του σκοταδιού, του συμβολικού τούνελ της ζωής και της κοινωνίας.

Σκύλος: Το αγαπημένο μου. Ψάχνοντας στοιχεία του βιογραφικού του συγγραφέα, κυρίως για να δω αν μπορώ κάπως να ερμηνεύσω τον Σκύλο — διότι, πραγματικά, το σκεφτόμουν για μέρες—, έπεσα πάνω σε αυτό: Αν και ο Ντύρενματ δήλωνε άθεος, ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα σε πολλά από τα έργα του από την αρχή της καριέρας του. Κάποτε αποκάλεσε τον Χριστό «ίσως τον πρώτο θρησκευόμενο άθεο… που δεν αναζητούσε πλέον τον Θεό σε μεταφυσικές εικασίες αλλά μάλλον στον εαυτό του». (Understanding Friedrich Dürrenmatt by Roger Alan Crockett, 1998, p. 175) Λόγω των αυτοαναιρούμενων δηλώσεων του Ντύρενματ, έχει υποστηριχθεί ακόμη και ότι υπήρχε μια γνήσια θρησκευτική διάσταση πίσω από την παρωδία της πίστης από τον συγγραφέα. (Dürrenmatt: A Study in Plays, Prose, Theory by Timo Tiusanen, 1977, p. 55. Στο authorscalendar.info – Friedrich Dürrenmatt. 1921-1990) Έκανα με τη σειρά τις εξής σκέψεις: Μαρία Μαγδαληνή, Παναγία, Αντίχριστος, Μυστικός Δείπνος, πτωτικός Αδάμ, Εύα, σκύλος αντί για φίδι, ένας αποτυχημένος Παύλος. Γλώσσα αέρινη, αμφίβολη, οι ήρωες είναι και δεν είναι, τα γεγονότα συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν. Μου άρεσε η σημειολογία των χρωμάτων, των επίπλων, του χωροχρόνου. Μου θύμισε λίγο Ντύλαν Τόμας. Εξαιρετικό.

[Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Στήλη “Τι διάβασα” https://eleftherostypos.gr/politismos/ti-diavasa-43]