
Mετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης | Εκδόσεις Αντίποδες, 2020
Βλάβη: «Χιτσκοκικό» το χαρακτηρίζουν, όμως εμένα με πήγε στο Brazil (Τέρι Γκίλιαμ, 1985). Είδα μια παρόμοια σκηνοθεσία, είδα την ψαλίδα της μικροαστικής τάξης και της υψηλής κοινωνίας, είδα γκροτέσκο, πολύ ωραία κοντινά πλάνα, αηδιαστικούς άβολους ήχους με ζουμιά και μασέλες που μασάνε, ζαρωμένα βαμμένα με κρασί χείλη να πλαταγίζουν, όντως απολαυστικά θεατρικός ο Ντύρενματ.
Φοβερό παιχνίδι με τους χαρακτήρες και την απήχηση στον αναγνώστη. Μια παρέα ηλικιωμένων παρουσιάζεται στην αρχή αστεία και συμπαθής, στη συνέχεια γίνεται ενοχλητική με την υπερβολή, την έπαρση και τη φοβερή επίδειξη του καπιταλισμού, οδηγώντας τον Τραπ (παγίδα), έναν μεσοαστό πωλητή να ομολογήσει ένα έγκλημα που… δεν έκανε (;) Η δεξιοτεχνία του συγγραφέα σε κάνει από τη μια να σκέφτεσαι ότι είμαστε όλοι στ’ αλήθεια λίγο-πολύ υπαίτιοι εμμέσως για κάποιον θάνατο, για κάποιο έγκλημα -παίζουν με το μυαλό σου αυτοί οι παππούδες-, αλλά και το πώς μια διεφθαρμένη ρητορική μπορεί να οδηγήσει έναν αθώο στην τρέλα και τις ενοχές -ξεκάθαρα λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Το αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση του αναγνώστη από αυτό που διαβάζει από ένα σημείο και μετά. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να τοποθετηθεί με σιγουριά. Η βλάβη του Ντύρενματ αναδεικνύει μια ευρύτερη κοινωνική και ηθική «βλάβη». Η γλώσσα είναι θεατρική, με ρητορεία, δεν του λείπει όμως και η περιγραφική αφηγηματικότητα.
Τούνελ: Κλειστοφοβικό, αν έχετε θέμα με τα μακριά τούνελ θα ζοριστείτε. Ένας εκτροχιασμός από την καθημερινότητα; Κάπου πολύ παλιά είχα διαβάσει—ειλικρινά δεν θυμάμαι πού— ότι, λέει, όταν περπατάμε σε έναν ίδιο δρόμο για χρόνια και ξαφνικά τον αλλάξουμε, χωρίς λόγο και αιτία, έτσι αν ξαφνικά στρίψουμε αλλού, μπορεί η πραγματικότητά μας εκεί να μην υπάρχει πια και ποιος ξέρει αν υπάρχει και ολόκληρος ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε. Σουρεαλιστικό και πολύ εφιαλτικό, ομολογουμένως, σενάριο. Το τούνελ και το σκοτάδι ως νέα γέννηση: για να έρθει κάτι ολότελα νέο, πρέπει να καταστραφεί κάθε βεβαιότητα του παλιού. Πολύ ωραίος ρυθμός, ταιριαστός με το άγχος και την αγωνία που κορυφώνεται στο διήγημα όσο προχωράει, φοβερή σκηνοθεσία και απόδοση του ανοίκειου χάους του σκοταδιού, του συμβολικού τούνελ της ζωής και της κοινωνίας.
Σκύλος: Το αγαπημένο μου. Ψάχνοντας στοιχεία του βιογραφικού του συγγραφέα, κυρίως για να δω αν μπορώ κάπως να ερμηνεύσω τον Σκύλο — διότι, πραγματικά, το σκεφτόμουν για μέρες—, έπεσα πάνω σε αυτό: Αν και ο Ντύρενματ δήλωνε άθεος, ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα σε πολλά από τα έργα του από την αρχή της καριέρας του. Κάποτε αποκάλεσε τον Χριστό «ίσως τον πρώτο θρησκευόμενο άθεο… που δεν αναζητούσε πλέον τον Θεό σε μεταφυσικές εικασίες αλλά μάλλον στον εαυτό του». (Understanding Friedrich Dürrenmatt by Roger Alan Crockett, 1998, p. 175) Λόγω των αυτοαναιρούμενων δηλώσεων του Ντύρενματ, έχει υποστηριχθεί ακόμη και ότι υπήρχε μια γνήσια θρησκευτική διάσταση πίσω από την παρωδία της πίστης από τον συγγραφέα. (Dürrenmatt: A Study in Plays, Prose, Theory by Timo Tiusanen, 1977, p. 55. Στο authorscalendar.info – Friedrich Dürrenmatt. 1921-1990) Έκανα με τη σειρά τις εξής σκέψεις: Μαρία Μαγδαληνή, Παναγία, Αντίχριστος, Μυστικός Δείπνος, πτωτικός Αδάμ, Εύα, σκύλος αντί για φίδι, ένας αποτυχημένος Παύλος. Γλώσσα αέρινη, αμφίβολη, οι ήρωες είναι και δεν είναι, τα γεγονότα συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν. Μου άρεσε η σημειολογία των χρωμάτων, των επίπλων, του χωροχρόνου. Μου θύμισε λίγο Ντύλαν Τόμας. Εξαιρετικό.

[Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Στήλη “Τι διάβασα” https://eleftherostypos.gr/politismos/ti-diavasa-43]





















