Η ιστορία του χαρταετού

Το πέταγμα του χαρταετού είναι ένα έθιμο που μας ήρθε από πολύ μακριά και, όπως τα περισσότερα, έχει να κάνει με τον κύκλο των εποχών και την υποδοχή της άνοιξης – που ήταν πολύ σημαντική για την επιβίωση των αρχαίων πολιτισμών. Βλέπουμε πώς τα έθιμα και οι τελετουργίες επιβιώνουν, ταξιδεύουν, προσαρμόζονται και υιοθετούνται. Εδώ όμως φαίνεται πως δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με συμβολισμούς, αλλά και με μια έξυπνη αρχαία ευρεσιτεχνία / τεχνολογία.

Ο Κινέζος στρατηγός Han Xin, περίπου στο 200 π.Χ. πέταξε έναν χαρταετό, ώστε να μετρήσει με τον σπάγκο την απόσταση από το στρατόπεδό του μέχρι τα τείχη της πόλης που πολιορκούσε, για να μπορέσουν οι εργάτες να σκάψουν σήραγγες στις σωστές διαστάσεις. Στην Κίνα και τη Μαλαισία από τότε κατασκευάζονταν σε θρησκευτικά έθιμα οι πρώτοι χαρταετοί, με τη μορφή δράκου, από μετάξι και καλάμι μπαμπού. Μάλιστα, κρεμούσαν ευχές και προσευχές επάνω τους για να ταξιδέψουν ψηλά στους θεούς.

Πίνακας ζωγραφικής από την Αυτοκρατορική Συλλογή της Δυναστείας Τσινγκ. Πεκίνο: Palace Museum Press 1994.

Το φεστιβάλ Basant Panchami της Ινδίας (τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα),  γιορτάζεται την άνοιξη (Vasanta) και σχετίζεται με την ανανέωση, τη χαρά και την υποδοχή της άνοιξης. Όλοι φορούν κάτι κίτρινο, διακοσμούν τα σπίτια και τους ναούς με κίτρινα άνθη σιναπιού, και τρώνε κίτρινες τροφές (με κουρκουμά, κάρι κ.λπ.).

Έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι γιορτάζεται κάθε χρόνο την πέμπτη ημέρα του ινδουιστικού σεληνιακού ημερολογιακού μήνα Μάγκα, ο οποίος συνήθως πέφτει στα τέλη Ιανουαρίου ή Φεβρουαρίου, δηλαδή 40 μέρες πριν την άνοιξη. Η άνοιξη είναι γνωστή ως ο «Βασιλιάς όλων των εποχών».

Στο Βασάντ Παντσάμι ο καιρός είναι γενικά χειμωνιάτικος στη βόρεια Ινδία και περισσότερο ανοιξιάτικος στις κεντρικές και δυτικές περιοχές, γεγονός που υποστηρίζει την πεποίθηση ότι η άνοιξη φτάνει στο αποκορύφωμά της σαράντα ημέρες μετά το φεστιβάλ. Στην περιοχή του Punjab, το φεστιβάλ ονομάζεται φεστιβάλ Basant των Χαρταετών. Το πέταγμα χαρταετού είναι επίσης παραδοσιακό στη δυτική Ινδία στο Uttarayan, στη Mathura στο Viskwakarma Puja και στη νότια Ινδία.

Πέταγμα χαρταετού κατά τη διάρκεια των εορτασμών Basant Panchami.

Γύρω στο 1400 μ.Χ. Ευρωπαίοι εξερευνητές που ταξιδεύουν στις χώρες της Ασίας φέρνουν τους χαρταετούς στην Ευρώπη.

Γλυπτό «Πετώντας Χαρταετούς» του Gerhard Brandes (1963) στο Άλστερ, Αμβούργο, Γερμανία
La cometa (1778) Francisco Goya, Museo del Prado

Υπάρχει και η άποψη ότι η ύπαρξη του χαρταετού στη Μεσόγειο ανάγεται στα πειράματα του αρχαίου Έλληνα Πυθαγόρειου φιλοσόφου και ιδρυτή της μαθηματικής μηχανικής, Αρχύτα (428-347 π.Χ.), ο οποίος λέγεται ότι σχεδίασε και κατασκεύασε ένα ξύλινο αυτόματο σε σχήμα πουλιού.

Ανακατασκευή του ιπτάμενου περιστεριού του Αρχύτα, Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Κοτσανά, Αθήνα


Στην Αμερική ο Benjamin Franklin το 1752, για να αποδείξει ότι η αστραπή είναι ηλεκτρικό φαινόμενο, πέταξε έναν χαρταετό, κατά τη διάρκεια καταιγίδας, με ένα μεταλλικό κλειδί στη βάση του σπάγκου, το οποίο με τη βροχή έγινε αγώγιμο, μεταφέροντας στατικό ηλεκτρισμό από τα σύννεφα σε ένα δοχείο.

Ο Βενιαμίν Φράνκλιν σχεδιάζει ηλεκτρισμό από τον ουρανό, μια καλλιτεχνική απόδοση του πειράματος του Φράνκλιν με τον χαρταετό, ζωγραφισμένο από τον Μπέντζαμιν Γουέστ, περίπου το 1816

Από τον 19ο αιώνα έγινε παιδικό παιχνίδι. Στην ελληνοχριστιανική παράδοση και το έθιμο της Καθαράς Δευτέρας, το πέταγμα του αετού συμβολίζει το πέταγμα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Δημιουργό της, την ημέρα που ξεκινά η νηστεία της Σαρακοστής, δηλαδή την ημέρα που ξεκινά η πνευματική και σωματική μας κάθαρση. Με τη διαδικασία αυτή, ερχόμαστε πιο κοντά στον Θεό. Οι χαρταετοί φτιάχνονται σε τεράστια ποικιλία σχημάτων. Παραδοσιακό σχήμα στην Ελλάδα είναι αυτό με τον εξάγωνο σκελετό από ελαφρύ καλάμι και ρυζόχαρτο ή χαρτί αφής.

Ο λεπτός χειρισμός του χαρταετού, να εκμεταλλευτείς τους ανέμους τραβώντας τον σπάγκο αλλά και απελευθερώνοντας για να πάει πιο ψηλά, είναι μια μεταφορά για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής, που απαιτεί μια ισορροπία μεταξύ της απελευθέρωσης και της διατήρησης του ελέγχου. Η αυτοσυγκράτηση και ο λεπτός χειρισμός, πάντως, είναι χαρακτηριστικά στις χειροτεχνίες και τη φιλοσοφία των Κινέζων μέχρι σήμερα.

πηγές:

https://en.wikipedia.org/wiki/Han_Xin

http://www.chinaknowledge.de/History/Han/personshanxin.html

https://en.wikipedia.org/wiki/Vasant_Panchami

https://en.wikipedia.org/wiki/Archytas

https://www.worldhistory.org/article/606/greek-mathematics/

https://en.wikipedia.org/wiki/Kite_experiment

https://fi.edu/en/science-and-education/benjamin-franklin/kite-key-experiment

«Τι λέει ο Γκάντι» – κάποιες σκέψεις

Διαβάζοντας το βιβλίο Τι λέει ο Γκάντι για τη μη βία, την αντίσταση και το θάρρος (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδόσεις Σάλτο, σειρά Κάλλιστος) του Νόρμαν Φίνκελσταϊν, με έκπληξη διαπίστωσα ότι το συνολικό έργο του Μαχάτμα Γκάντι ανέρχεται σε κάπου εκατό τόμους. Ποιος αλήθεια από μας έχει διαβάσει έστω δυο-τρεις τόμους από αυτό το έργο; Οι περισσότερες γνώσεις μας για τον Γκάντι προέρχονται από σποραδικές αναφορές, άρθρα στον τύπο, αποσπάσματα σε βιβλία ή, χειρότερα, από τσιτάτα σε social media. Ο Φίνκελσταϊν επισημαίνει πως τα κηρύγματα του Γκάντι είναι γεμάτα οφθαλμοφανείς αντιφάσεις και διαποτίζονται από μια θρησκευτική πίστη που δεν επιδέχεται πάντα ορθολογική ανάλυση.

Προφανώς και ένα τόσο τεράστιο έργο θα περιέχει αντιφάσεις. Περιέχει προσωπικές πεποιθήσεις, αναθεωρήσεις, ωστόσο δεν μπορούμε να μη δεχτούμε πως παρέμεινε ακλόνητος στις θεμελιώδεις του πεποιθήσεις ακόμα και την περίοδο που δοκιμάστηκε στα άκρα. Σύμφωνα με τον Φίνκελσταϊν, το έργο του Γκάντι ωρίμασε κατά το 1930 με 1947, όταν το δόγμα του τέθηκε στη σκληρότερη δοκιμασία του – κι έτσι ωρίμασε και η σκέψη του.

ΜΗ ΒΙΑ -ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΑΓΑΠΗ- ΑΛΗΘΕΙΑ: Άραγε μιλάμε για μια ουτοπική πράξη, μια πράξη που δεν μπορεί να υλοποιηθεί στον κόσμο αυτόν, μια πράξη που είναι σχεδόν αφύσικη προς τη φύση του ανθρώπου –τουλάχιστον έτσι όπως έχει εξελιχθεί; Μυθολογίες και κείμενα θρησκευτικά λένε πως ο άνθρωπος ξεκίνησε σε μια κοινωνία μη βίας, έλλειψης πόνου, θανάτου και κακού, πριν από μια «πτώση», μια μετάβαση. Από τότε, προσπαθεί να επιστρέψει εκεί. Το θέμα είναι όμως ότι ψάχνει τον «παράδεισο», την ιδανική εκείνη προ-πτωτική κατάσταση, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι τόπος και προορισμός, αλλά εσωτερική διαδικασία μεταμόρφωσης.

Η παιδαγωγική του Γκάντι

«Ο νόμος της αγάπης», δηλώνει ο Γκάντι, «κυβερνά την ανθρωπότητα. Αν ήταν αλλιώς, δεν θα υπήρχαμε ακόμα εδώ. Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα επιβιώνει, δείχνει πως η συνεκτική δύναμη είναι μεγαλύτερη από τη διασπαστική. Αν δηλαδή η βία και το μίσος μάς κυβερνούσαν», λέει, «θα είχαμε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό». Ένα αιώνιο παιδί; Κάποιος που διατήρησε την προ-πτωτική σκέψη, σε μια νηπιακή στάση ζωής; Ή ένας αληθινός παιδαγωγός, ένας μοναδικός διδάσκαλος; «Η πίστη του Γκάντι στην έμφυτη καλοσύνη της ανθρωπότητας μπορούσε να φτάνει στα όρια της ευπιστίας», λέει ο Φίνκελσταϊν. Το ‘40 έγραφε «αρνούμαι να πιστέψω ότι οι Γερμανοί ως έθνος δεν έχουν καρδιά ή έχουν αξιοσημείωτα λιγότερη από τα υπόλοιπα έθνη της γης». Και συνεχίζει «πρέπει να επιμείνω στην πίστη μου στη δυνατότητα ακόμη και των πιο εξαχρειωμένων να ανταποκριθούν στη μη βία.» […] «Κάποιοι λένε ότι η Satyagraha (η φιλοσοφία και η μέθοδος της μη βίαιης αντίστασης) δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα απέναντι σε ένα πρόσωπο που δεν διαθέτει αίσθηση της ηθικής. Διαφωνώ με αυτό. Η πιο πέτρινη καρδιά πρέπει να λιώσει αν είμαστε αληθινοί και έχουμε υπομονή. Έχω γνωρίσει ανθρώπινα τέρατα από τα νεανικά μου χρόνια. Έχω διαπιστώσει ότι, ακόμα και αυτά, δεν είναι ανεπίδεκτα λύτρωσης, αν ξέρουμε πώς να αγγίξουμε τη σωστή χορδή στην ψυχή τους».

Εντοπίζουμε έντονη παιδαγωγική προσέγγιση στον Γκάντι, αφού και στις παιδαγωγικές μεθόδους αυτό που κάνουμε για τα παιδιά που δεν συνεργάζονται, που είναι επιθετικά, αντιδραστικά, είναι να βρούμε τι ακριβώς είναι αυτό που θα τα ευαισθητοποιήσει και θα τους ενεργοποιήσει τη διάθεση συνεργασίας και καλής συμπεριφοράς. Έβλεπε άραγε τους ισχυρούς του κόσμου ως ανώριμα παιδιά που παίζουν άτακτα το παιχνίδι τους και τα θέλουν όλα δικά τους; Παιδιά που τους έχει λείψει η αγάπη;

Πόλεμος και πολιτική

Ο Γκάντι δεν ενδιαφερόταν μόνο για την πολιτική ανεξαρτησία. Ενδιαφερόταν για την εσωτερική ελευθερία. Και αυτή, πίστευε, ξεκινά από την παιδεία. Στο έργο του Hind Swaraj ή Indian Home Rule (1909), υποστηρίζει ότι μια κοινωνία δεν είναι πραγματικά ελεύθερη αν απλώς αλλάξει κυβερνήτες. Πρέπει να αλλάξει νοοτροπία.

Πίστευε ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει είναι απλώς μάθηση γνώσεων, εξειδίκευση και διεκπεραίωση, αλλά καλλιέργεια χαρακτήρα, ψυχής και πρακτικής ζωής. Έχει να κάνει με την «ολοκληρωμένη ανάπτυξη των καλύτερων δυνατοτήτων του ανθρώπου –σώμα, νους και πνεύμα.» Αυτή η προσέγγιση συνδέεται άμεσα με την πολιτική του: η εκπαίδευση πρέπει να κατασκευάζει ανθρώπους με ηθική και συνείδηση, όχι απλώς εργαλεία παραγωγής γνώσεων που μεγαλώνοντας θα γίνουν απλά εξειδικευμένοι επαγγελματίες και ρόλοι σε μια συγκεκριμένη θέση.

Όσο για τον πόλεμο, ο Γκάντι θεωρούσε πως είναι ηθική αποτυχία της ανθρωπότητας. Η μη βία δεν ήταν απλώς στρατηγική, αλλά αποτέλεσμα ηθικής παιδείας. Αν η εκπαίδευση διαμορφώνει ηθικά πρόσωπα, τότε αυτά τα πρόσωπα θα παράγουν μη βίαιη πολιτική. Αν οι κοινωνίες εκπαιδεύονται στον ανταγωνισμό και την κυριαρχία, θα οδηγηθούν στη σύγκρουση. Αν εκπαιδεύονται στην αλήθεια και τη συνεργασία, θα δημιουργήσουν ειρήνη.

Η πολιτική του ρητορική λοιπόν είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα. Δεν καλούσε απλώς σε αντίσταση. Καλούσε σε εσωτερική μεταμόρφωση.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Το Μαύρο Καράβι | Νίκολα Πουλιέζε

Μετάφραση: Δήμητρα Δότση | Εκδόσεις Loggia, 2024

Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα τέτοιο μικρό βιβλίο, που ξέρω ότι η
έκτασή του δεν μαρτυρεί τις αναγνωστικές του διαστάσεις, χαμογελώ
ικανοποιημένη. Πολλά από τα αγαπημένα μου βιβλία εξαντλούνται στον
αριθμό των όχι άνω των 100 σελίδων. Όσο για τον συγγραφέα του, είναι ένα
από εκείνα τα αινίγματα, τους ήσυχους ανθρώπους, που γράφουν ένα-δύο
βιβλία κι έπειτα αυτοκτονούν ή χάνονται κάπου στον χάρτη να ζήσουν
αόρατοι. Ο Πουλιέζε έκανε το δεύτερο.

Στο Μαύρο Καράβι διαβάζουμε μια λυρική, καυστική και φανταστική απόδοση
μιας Νάπολης που μαστίζεται από έναν βιβλικό κατακλυσμό. Οκτώ σύντομα
αλλά πυκνά πεζά, ποικίλης ποιότητας, που αποδεικνύουν έναν πεζογράφο
που χειρίζεται καλά τα εργαλεία της τεχνικής της γραφής, με όχι ωστόσο
μεγαλεπίβολα θέματα. Ο Πουλιέζε φτιάχνει μεγάλες προτάσεις,
αναμειγνύοντας τη συνείδηση με διαλόγους και σκέψεις αλλά και τη φωνή του
αφηγητή. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του. Πολλές φορές φέρνει τον
αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας, ο καθένας ερμηνεύει
τα γεγονότα όπως θέλει.

Η γλώσσα του ονείρου, του μαγικού ρεαλισμού, του αλλόκοτου –περισσότερο
αισθητή στο πρώτο διήγημα βέβαια– έχει μεγάλες προκλήσεις. Ενέχει τη
μεγάλη πρόκληση της γλωσσικής απόδοσης του ανοίκειου. Η
Δήμητρα Δότση σίγουρα κατάφερε, πρώτον, τη διαχείριση της σύνταξης στις
τεράστιες προτάσσεις του Πουλιέζε και, δεύτερον, την απόδοση και
διασφάλιση της εύθραυστης αυτής γλώσσας. Γι’ αυτό λέω πάντα ότι ο
μεταφραστής της λογοτεχνίας είναι δυο φορές αναγνώστης και δυο φορές
συγγραφέας.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Στο “χαμένο τρένο” | Ολοκαύτωμα |Η Μαρτυρία της Ρίνας Μπαρζιλάι – Ρεβάχ

Έρευνα-Επιμέλεια: Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος | εκδόσεις IANOS

«Δεξιά και αριστερά των, ομολογουμένως άψογων δρόμων, ήταν δάση τα οποία ξαφνικά με ξύπνησαν σαν από εφιάλτη… Δέντρα φοβερά πυκνά, κορμοί γυμνοί, απίστευτα λεπτοί χωρίς ούτε ένα πράσινο ίχνος, που ανέβαιναν τόσο απίστευτα ψηλά, για να βρουν λίγο φως, και στην άκρη μικροί θύσανοι, που θα ‘θελαν να λέγονται πράσινοι. Αυτά τα κατασκότεινα δάση μού έφεραν εικόνες που ούτε καν γνώριζα ότι είχα. Πάντα τα φοβόμουν αυτά τα δάση», γράφει η κ. Ρίνα Ρεβάχ για την εμπειρία του προσκυνήματος με το «March of the Living» το 2016. Έπρεπε να γυρίσει. Το χρωστούσε σε αυτούς που χάθηκαν, αλλά και σε αυτούς που ήρθαν. Το ταξίδι αυτό το έκανε με τον εγγονό της.

Η Ρίνα Ρεβάχ μπήκε στο Bergen-Belsen 4 ετών. Ήταν μονίμως ξαπλωμένη στο τελευταίο κρεβάτι ψηλά στον θάλαμο. Η μητέρα της και η γιαγιά της όλη μέρα έλειπαν δουλεύοντας και διορθώνοντας παπούτσια. Ο μπαμπάς της βρισκόταν σε άλλο στρατόπεδο. Η μάνα της ανησυχούσε ότι η μικρή, επειδή δεν περπατούσε και ήταν μονίμως ξαπλωμένη, θα μείνει ανάπηρη. Αλλά δεν θα σας τα πω εγώ. Θα τα διαβάσετε. Για τη θυσία της μάνας και τον αυτο-ακρωτηριασμό, για τη μασχάλη του μπαμπά που ήταν όλος ο ασφαλής κόσμος της, για το αχυρένιο στρώμα με τους ψύλλους και τους κοριούς, για το κάρο με τα πτώματα και τις μαύρες μπότες, για το τρένο της ελευθερίας, για την πρώτη φορά που γεύτηκε φράουλες, για την επιστροφή στην πατρίδα και τη σκληρότητα των συμμαθητών– τα παιδιά είναι σφουγγάρια του μίσους και της σκληρότητας των γονέων. Αλλά και τις φίλες – ένας φίλος αρκεί. Αρκεί η αγάπη ενός μόνο ανθρώπου για να μαλακώσει μια τραυματισμένη ψυχή.  Κι έπειτα, τα ταξίδια, τη λαμπρή σχολική πορεία και τη μαθητεία στον Μανώλη Ανδρόνικο, για την αγάπη προς τις γλώσσες.

Το ξεχώρισα και γράφω αυτή την παρουσίαση διότι η κ. Ρίνα Ρεβάχ, –με τον ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα της, με πάντα έτοιμο τον καλό λόγο της ενθάρρυνσης– από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος κράτησε την αξία του ανθρώπου, εστίασε στα καλά, στο φως. Είναι πολύτιμα αυτά τα παραδείγματα των επιζώντων που μετουσίωσαν τη φρίκη σε ό,τι ωφέλιμο επέλεξε ο καθένας για τη συνέχεια της ζωής.

Την έχω ακούσει από κοντά να αφηγείται την ιστορία της ή, τουλάχιστον, μέρος αυτής της. Καθώς διάβαζα λοιπόν το βιβλίο αυτό, μπορούσα να δω το πρόσωπο της και να ακούσω τη φωνή της – μία εντελώς διαφορετική εμπειρία. Ένα κείμενο δυστυχώς δεν μπορεί να μας μεταφέρει τη βαρύτητα μιας τέτοιας αφήγησης – το σπάσιμο στη φωνή, την οργή στα σφιγμένα χείλη, το παράπονο που κατεβαίνει δύσκολα στον λαιμό.

Εξαιρετική δουλειά από τον Γιάννη Κεσσόπουλο, με πρόσθετα στοιχεία στην αφήγηση, παράλληλες λεπτομερείς αφηγήσεις από συνεντεύξεις, με παραθέματα, υποσημειώσεις, και όλα αυτά μέσα σε ένα πλούσιο συναισθηματικά κείμενο γεμάτο με την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα της κυρίας Ρίνας Ρεβάχ.

Η γλώσσα είναι απλή, απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και είναι ένα βιβλίο με το οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δουλέψουν τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος -και όχι μόνο- και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες. Εντάσσεται, δε, στο είδος της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», ωστόσο η αφήγηση της κυρίας Ρίνας εντάσσεται στη λεγόμενη «παιδική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος» δηλαδή αφηγήσεις παιδιών γνωστές στη διεθνή βιβλιογραφία ως «child survivor narratives». Για όλα αυτά μάς διαφωτίζει ο Γιάννης Κεσσόπουλος στην εισαγωγή.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Ντουέντε | Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Μετάφραση: Ολυμπία Καράγιωργα | Εκδόσεις: Εστία, 7η έκδοση 2018

Σε αυτό το μικρό και θαυματουργό βιβλίο ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα επιχειρεί να περιγράψει με λέξεις αθάνατου θνητού το ντουέντε.

Το ντουέντε το γνώρισα και το βίωσα πρώτα από όλα στο φλαμένκο. Ήταν μία δύναμη μαύρη που ερχόταν βαθιά μέσα από τη γη, διαπερνούσε το σώμα σαν ξυράφι και έβγαινε σαν κραυγή από τις κινήσεις ή με πηχτά δάκρυα μαζί με χαμόγελο όμως. Ένας φοβερός συνδυασμός που έπαιρνε όλους τους πόνους και τους μετουσίωνε σε μια σωματική κραυγή. Στην ποίηση, όποτε υπάρχει, βγαίνει βουβό και είναι σαν μαύρος χυλός που βράζει και σε καίει βαθιά.

Ο Λόρκα μάς αφηγείται όλη την ιστορία του ντουέντε, πώς αναδύθηκε από τη γη στους πρώτους μουσικούς του Κάντιθ, πώς υπάρχει στους μουσικούς, στους χορευτές, στους ζωγράφους και στους ποιητές, ακόμα και στους ταυρομάχους, γιατί υπάρχει, αλλά και πότε δεν υπάρχει και είναι απλά ο άγγελος ή η μούσα (τελείως διαφορετικοί τρόποι).

Το ντουέντε δεν διδάσκεται και δεν προκαλείται. Δεν υπάρχουν οδηγίες. Το ντουέντε είτε το αντιλαμβάνεσαι είτε όχι. Είναι αυτό που διακρίνει το έργο από το αριστούργημα, είναι αυτό το παραπάνω που τρέπει το δημιούργημα σε δημιουργική δύναμη και οδηγεί τα πνεύματα και φέρνει επαναστάσεις.

Ξεχωρίζω την εξής περιγραφή από το βιβλίο:

<<Το ντουέντε δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα.

Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το ντουέντε προκαλεί τον δημιουργό σε μία αντρίκια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Και ενώ η μούσα και ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με τον διαβήτη τους, το ντουέντε πληγώνει και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου>>.

Η μετάφραση της Ολυμπίας Καραγιώργα είναι θαρραλέα και γεμάτη ποιητικότητα.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Η βλάβη-Το τούνελ-Ο σκύλος | Φρήντριχ Ντύρενματ

Mετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης | Εκδόσεις Αντίποδες, 2020

Βλάβη: «Χιτσκοκικό» το χαρακτηρίζουν, όμως εμένα με πήγε στο Brazil (Τέρι Γκίλιαμ, 1985). Είδα μια παρόμοια σκηνοθεσία, είδα την ψαλίδα της μικροαστικής τάξης και της υψηλής κοινωνίας, είδα γκροτέσκο, πολύ ωραία κοντινά πλάνα, αηδιαστικούς άβολους ήχους με ζουμιά και μασέλες που μασάνε, ζαρωμένα βαμμένα με κρασί χείλη να πλαταγίζουν, όντως απολαυστικά θεατρικός ο Ντύρενματ.

Φοβερό παιχνίδι με τους χαρακτήρες και την απήχηση στον αναγνώστη. Μια παρέα ηλικιωμένων παρουσιάζεται στην αρχή αστεία και συμπαθής, στη συνέχεια γίνεται ενοχλητική με την υπερβολή, την έπαρση και τη φοβερή επίδειξη του καπιταλισμού, οδηγώντας τον Τραπ (παγίδα), έναν μεσοαστό πωλητή να ομολογήσει ένα έγκλημα που… δεν έκανε (;) Η δεξιοτεχνία του συγγραφέα σε κάνει από τη μια να σκέφτεσαι ότι είμαστε όλοι στ’ αλήθεια λίγο-πολύ υπαίτιοι εμμέσως για κάποιον θάνατο, για κάποιο έγκλημα -παίζουν με το μυαλό σου αυτοί οι παππούδες-, αλλά και το πώς μια διεφθαρμένη ρητορική μπορεί να οδηγήσει έναν αθώο στην τρέλα και τις ενοχές -ξεκάθαρα λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Το αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση του αναγνώστη από αυτό που διαβάζει από ένα σημείο και μετά. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να τοποθετηθεί με σιγουριά. Η βλάβη του Ντύρενματ αναδεικνύει μια ευρύτερη κοινωνική και ηθική «βλάβη». Η γλώσσα είναι θεατρική, με ρητορεία, δεν του λείπει όμως και η περιγραφική αφηγηματικότητα.

Τούνελ: Κλειστοφοβικό, αν έχετε θέμα με τα μακριά τούνελ θα ζοριστείτε. Ένας εκτροχιασμός από την καθημερινότητα; Κάπου πολύ παλιά είχα διαβάσει—ειλικρινά δεν θυμάμαι πού— ότι, λέει, όταν περπατάμε σε έναν ίδιο δρόμο για χρόνια και ξαφνικά τον αλλάξουμε, χωρίς λόγο και αιτία, έτσι αν ξαφνικά στρίψουμε αλλού, μπορεί η πραγματικότητά μας εκεί να μην υπάρχει πια και ποιος ξέρει αν υπάρχει και ολόκληρος ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε. Σουρεαλιστικό και πολύ εφιαλτικό, ομολογουμένως, σενάριο. Το τούνελ και το σκοτάδι ως νέα γέννηση: για να έρθει κάτι ολότελα νέο, πρέπει να καταστραφεί κάθε βεβαιότητα του παλιού. Πολύ ωραίος ρυθμός, ταιριαστός με το άγχος και την αγωνία που κορυφώνεται στο διήγημα όσο προχωράει, φοβερή σκηνοθεσία και απόδοση του ανοίκειου χάους του σκοταδιού, του συμβολικού τούνελ της ζωής και της κοινωνίας.

Σκύλος: Το αγαπημένο μου. Ψάχνοντας στοιχεία του βιογραφικού του συγγραφέα, κυρίως για να δω αν μπορώ κάπως να ερμηνεύσω τον Σκύλο — διότι, πραγματικά, το σκεφτόμουν για μέρες—, έπεσα πάνω σε αυτό: Αν και ο Ντύρενματ δήλωνε άθεος, ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα σε πολλά από τα έργα του από την αρχή της καριέρας του. Κάποτε αποκάλεσε τον Χριστό «ίσως τον πρώτο θρησκευόμενο άθεο… που δεν αναζητούσε πλέον τον Θεό σε μεταφυσικές εικασίες αλλά μάλλον στον εαυτό του». (Understanding Friedrich Dürrenmatt by Roger Alan Crockett, 1998, p. 175) Λόγω των αυτοαναιρούμενων δηλώσεων του Ντύρενματ, έχει υποστηριχθεί ακόμη και ότι υπήρχε μια γνήσια θρησκευτική διάσταση πίσω από την παρωδία της πίστης από τον συγγραφέα. (Dürrenmatt: A Study in Plays, Prose, Theory by Timo Tiusanen, 1977, p. 55. Στο authorscalendar.info – Friedrich Dürrenmatt. 1921-1990) Έκανα με τη σειρά τις εξής σκέψεις: Μαρία Μαγδαληνή, Παναγία, Αντίχριστος, Μυστικός Δείπνος, πτωτικός Αδάμ, Εύα, σκύλος αντί για φίδι, ένας αποτυχημένος Παύλος. Γλώσσα αέρινη, αμφίβολη, οι ήρωες είναι και δεν είναι, τα γεγονότα συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν. Μου άρεσε η σημειολογία των χρωμάτων, των επίπλων, του χωροχρόνου. Μου θύμισε λίγο Ντύλαν Τόμας. Εξαιρετικό.

[Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Στήλη “Τι διάβασα” https://eleftherostypos.gr/politismos/ti-diavasa-43]

Μερκάντο | Μαρία Μαμαλίγκα

Εκδόσεις Εστία

<<μερκάντο>> στη γλώσσα λαντίνο σημαίνει εκείνον/η που εξαγοράστηκε με λύτρα από τον θάνατο.

Εκτός από την αδυναμία που έχω στα εβραιοϊσπανικά (λαντίνο), που σε αυτό το βιβλίο τα ευχαριστήθηκα, έμαθα πολλά για εκείνη την περίοδο της ιταλογερμανικής κατοχής της Ρόδου και ιδιαίτερα για την Τζουντερία, την τοπική εβραϊκή κοινότητα που χάθηκε σε μια στιγμή.

Μια μυθοπλαστική εξιστόρηση ή μια ιστορική μυθοπλασία, πείτε το όπως θέλετε, αυτό το βιβλίο τα είχε όλα. Συναίσθημα, ιστορικές πληροφορίες, ανθρώπινες σχέσεις, χαρά και πόνο, όλα με εικονιστικές ζωντανές περιγραφές και πολύ εύγλωττη ροή.

Μου άρεσε πολύ η ημερολογιακή γραφή σε πρωτοπρόσωπο αφηγητή που διακόπτει τον παντογνώστη. Νομίζω πως σε τέτοιου είδους κείμενα ο πρωτοπρόσωπος είναι απαραίτητος. Σε όλο το κείμενο θα ήταν κουραστικό, οπότε πολύ έξυπνα η συγγραφέας τον διατηρεί διακριτικά, ώστε ο αναγνώστης να γνωρίσει εις βάθος, να συμπονέσει και να ταυτιστεί με την κεντρική ηρωίδα.

Η ταυτότητα που αλλάζει, που διαμορφώνεται και προσαρμόζεται στα γεγονότα για να επιβιώσει. Οι τρεις εαυτοί. Αυτή που ήταν, αυτή που αναγκάζεται να γίνει, αυτή που γίνεται. Το είδα και στα 100 Σάββατα αυτό, στη ζωή της Στέλλας Λεβή (εκδ. Ίκαρος). Όσοι επέζησαν, πέρασαν αναγκαστικά από αυτά τα τρία στάδια. Τουλάχιστον μπόρεσαν κι έκλεισαν έναν κύκλο για να ανοίξουν έναν νέο. Έναν εαυτό που θα κουβαλάει στη μεταμνήμη του όλα όσα έζησε, σε ένα μέρος όπου μπορεί να τα στοιβάξει και να τα κουβαλήσει.

Ευλαμπία Τσιρέλη

Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο | Μπενχαμίν Λαμπατούτ

Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου | Εκδόσεις Δώμα, 2022

Το «Οταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο» με έφερε ξανά μπροστά σε κάτι που σκέφτομαι συχνά: η διάνοια του ανθρώπου είναι πεπερασμένη, όσον αφορά την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά η δημιουργικότητα και ο στοχασμός, όχι.


Ο Λαμπατούτ γράφει για τον άνθρωπο-δημιουργό, που όμως έχει μια αδυναμία: δεν κατανοεί όσα δημιουργεί και όσα ανακαλύπτει.

Να τολμήσω να το χαρακτηρίσω ελαφρώς «λαβκραφτικό»; Θα τολμήσω. Λόγω της ιδέας της μεγαλοσύνης και της μεγαλοφυΐας, με τους επιστήμονες σχεδόν απόβλητους, ακατάλληλους για τη λειτουργική κοινωνία, που παρασέρνονται στην τρέλα και την εμμονή όταν συλλαμβάνουν το ασύλληπτο, το αχανές, έστω και στιγμιαία – αυτό στον Χ.Φ. Λάβκραφτ γίνεται μέσα στα όνειρα. Θα το πω όμως και «μαχενικό» (Αρθουρ Μάχεν). Βλέπε περί ονειρευτή-θεού.

Σβάρτσιλντ και Αϊνστάιν, Γκρότεντικ, Χάιζενμπεργκ και Σραίντινγκερ στις ιστορίες, με αληθινά στοιχεία της βιογραφίας τους, ξεκάθαρα στο είδος της λογοτεχνίας της επιστήμης, υβριδικό, συνδυάζοντας δηλαδή δοκίμιο, βιογραφία και μυθοπλασία, και με συγγραφέα Χιλιανό, σαφώς επηρεασμένο από το ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού το οποίο φέρνει όμως στα μέτρα του, είναι ομολογουμένως απαιτητικό αναγνωστικά.

Οσο προχωρούν οι ιστορίες, καταλήγουν σε έναν κοινό παρονομαστή, και από τον μακρόκοσμο καταδυόμαστε στον μικρόκοσμο·στη μικρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στο αχανές του αγνώστου. Κι όμως, ο Λαμπατούτ, σχεδόν υπερβατικά, με μια γλώσσα απλή και καθόλου φορτωμένη με τεχνάσματα και λυρισμούς, μετατρέπει αυτόν τον μικρόκοσμο σε μεγάκοσμο, αφού ανοίγει το παράθυρο προς την ανθρώπινη ψυχή και διάνοια.

[Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, Στήλη “Τι διάβασα” https://eleftherostypos.gr/politismos/ti-diavasa-41]

Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά | Μax Porter

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου | Εκδόσεις Πόλις, 2018

Το διάβασα σε μία μέρα. Δεν ξέρω αν είμαι σε περίοδο θλίψης και μπόρεσα να το βιώσω καλύτερα ή σε περίοδο ηρεμίας ώστε να το αντέξω και να το απολαύσω αναγνωστικά σε όλες του τις διαστάσεις. Μάλλον κάπου στη μέση.

Διότι, πρέπει να το αντέξεις. Άλλη μια καλή σφαλιάρα στο θέμα της στερεοτυπικής κλασικής αφήγησης. Απελευθέρωση. Τεχνική κολλάζ, αχρονία, άλλοτε πεζό, άλλοτε ποίηση, όνειρο, παραλήρημα, θεατρικότητα, μυθιστόρημα, διαλεκτικότητα, ημερολόγιο. Η μετάφραση θα πρέπει να ήταν κάποιο είδος τεράστιου άθλου, και συγχαρητήρια.

Όχι ότι είναι απαραίτητο, αλλά καλό θα ήταν ο αναγνώστης να έχει μια ιδέα από Σύλβια Πλαθ, Ντύλαν Τόμας και Τεντ Χιούζ, γιατί υπάρχει αρκετή διακειμενικότητα. Είναι δομικά στοιχεία στον Πόρτερ. Ή έστω να υπάρχει μια ιδέα για το ύφος και τον ρυθμό, αλλά και τα θέματα φυσικά.

Αν κάποιος δεν έχει πενθήσει μέσα στο σπίτι του, ίσως να μη καταλάβει και πολλά από το βιβλίο, μπορεί μάλιστα να τρομάξει.

Το φινάλε ήταν τόσο αναμενόμενο, που δεν το περίμενα για αυτό το βιβλίο. Όμως το κατανοώ διότι, διαφορετικά, θα ήταν τόσο βαρύ που θα καταντούσε μη ρεαλιστικό, λες κι ο συγγραφέας μας έλεγε ψέματα. Γιατί, μυθοπλασία γράφουμε, αλλά ψέματα δεν λέμε.

Με βοήθησε να πετάξω κι εγώ μερικές <<στάχτες>>.

Οι Ιτιές | Άλτζερνον Μπλάκγουντ

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου | Εκδόσεις: ΔΩΜΑ, 2025

Αυτό που βλέπεις να συμβαίνει, αλλά δεν ξέρεις αν συμβαίνει. Αυτό που φλερτάρει με την τρέλα και διψάει για τη λογική. Αυτό που φοβάσαι τόσο πολύ, που στο τέλος το δημιουργείς και το αφήνεις να σε απειλήσει.

Και η φύση. Η φύση ως οντότητα, ο άλλος νους. Ο άνθρωπος ως ανεπιθύμητος εισβολέας. Όπως αυτός θα ξεχορταριάσει ενοχλημένος την αυλή του, έτσι κι ένα δάσος θα προσπαθήσει να τον αποβάλει σαν παράσιτο.

Απλή γραφή, γεμάτος λόγος, εικόνες και κινήσεις ονείρου. Ιδανική έκταση. Κάπως έτσι τις περίμενα τις Ιτιές, που ήθελα καιρό να τις διαβάσω. Δεν ενθουσιάστηκα ούτε απογοητεύτηκα. Παραξενεύτηκα. Ο στόχος της Λογοτεχνίας του Παράξενου/Αλλόκοτου είναι ακριβώς αυτός. Να φέρει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας. Το παράξενο να σε καταλάβει τόσο, ώστε να μην μπορείς να βρεις τις λέξεις να το εκφράσεις. Και έτσι, χωρίς να έχεις κανένα σίγουρο συναίσθημα, καμία επικύρωση της πραγματικότητας, να καταδυθείς σε διαφορετικές εκδοχές του κόσμου.

Με στοιχεία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας αλλά και γοτθικής, με έντονο τον μαγικό ρεαλισμό και το ανοίκειο, το βιβλίο μάς παραπέμπει εύκολα στον Ε.Α. Πόε, στον Χ.Φ. Λάβκραφτ και στον Ρ. Τσέημπερς. Πιο πολύ όμως με πήγε στο Χαμένο Νησί του Καραγάτση, να πω την αλήθεια. Τα δύο αυτά βιβλία, σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μου, μου φάνηκαν σαν μία οντότητα και μου άφησαν την ίδια αίσθηση: παράξενο, αποπροσανατολισμό, εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, ανοίκειο.

Γι’ αυτό τα προτείνω παρέα, όπως παρέα τοποθετήθηκαν και στη βιβλιοθήκη μου.

Ευλαμπία Τσιρέλη