Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα τέτοιο μικρό βιβλίο, που ξέρω ότι η έκτασή του δεν μαρτυρεί τις αναγνωστικές του διαστάσεις, χαμογελώ ικανοποιημένη. Πολλά από τα αγαπημένα μου βιβλία εξαντλούνται στον αριθμό των όχι άνω των 100 σελίδων. Όσο για τον συγγραφέα του, είναι ένα από εκείνα τα αινίγματα, τους ήσυχους ανθρώπους, που γράφουν ένα-δύο βιβλία κι έπειτα αυτοκτονούν ή χάνονται κάπου στον χάρτη να ζήσουν αόρατοι. Ο Πουλιέζε έκανε το δεύτερο.
Στο Μαύρο Καράβι διαβάζουμε μια λυρική, καυστική και φανταστική απόδοση μιας Νάπολης που μαστίζεται από έναν βιβλικό κατακλυσμό. Οκτώ σύντομα αλλά πυκνά πεζά, ποικίλης ποιότητας, που αποδεικνύουν έναν πεζογράφο που χειρίζεται καλά τα εργαλεία της τεχνικής της γραφής, με όχι ωστόσο μεγαλεπίβολα θέματα. Ο Πουλιέζε φτιάχνει μεγάλες προτάσεις, αναμειγνύοντας τη συνείδηση με διαλόγους και σκέψεις αλλά και τη φωνή του αφηγητή. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του. Πολλές φορές φέρνει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας, ο καθένας ερμηνεύει τα γεγονότα όπως θέλει.
Η γλώσσα του ονείρου, του μαγικού ρεαλισμού, του αλλόκοτου –περισσότερο αισθητή στο πρώτο διήγημα βέβαια– έχει μεγάλες προκλήσεις. Ενέχει τη μεγάλη πρόκληση της γλωσσικής απόδοσης του ανοίκειου. Η Δήμητρα Δότση σίγουρα κατάφερε, πρώτον, τη διαχείριση της σύνταξης στις τεράστιες προτάσσεις του Πουλιέζε και, δεύτερον, την απόδοση και διασφάλιση της εύθραυστης αυτής γλώσσας. Γι’ αυτό λέω πάντα ότι ο μεταφραστής της λογοτεχνίας είναι δυο φορές αναγνώστης και δυο φορές συγγραφέας.
«Δεξιά και αριστερά των, ομολογουμένως άψογων δρόμων, ήταν δάση τα οποία ξαφνικά με ξύπνησαν σαν από εφιάλτη… Δέντρα φοβερά πυκνά, κορμοί γυμνοί, απίστευτα λεπτοί χωρίς ούτε ένα πράσινο ίχνος, που ανέβαιναν τόσο απίστευτα ψηλά, για να βρουν λίγο φως, και στην άκρη μικροί θύσανοι, που θα ‘θελαν να λέγονται πράσινοι. Αυτά τα κατασκότεινα δάση μού έφεραν εικόνες που ούτε καν γνώριζα ότι είχα. Πάντα τα φοβόμουν αυτά τα δάση», γράφει η κ. Ρίνα Ρεβάχ για την εμπειρία του προσκυνήματος με το «March of the Living» το 2016. Έπρεπε να γυρίσει. Το χρωστούσε σε αυτούς που χάθηκαν, αλλά και σε αυτούς που ήρθαν. Το ταξίδι αυτό το έκανε με τον εγγονό της.
Η Ρίνα Ρεβάχ μπήκε στο Bergen-Belsen 4 ετών. Ήταν μονίμως ξαπλωμένη στο τελευταίο κρεβάτι ψηλά στον θάλαμο. Η μητέρα της και η γιαγιά της όλη μέρα έλειπαν δουλεύοντας και διορθώνοντας παπούτσια. Ο μπαμπάς της βρισκόταν σε άλλο στρατόπεδο. Η μάνα της ανησυχούσε ότι η μικρή, επειδή δεν περπατούσε και ήταν μονίμως ξαπλωμένη, θα μείνει ανάπηρη. Αλλά δεν θα σας τα πω εγώ. Θα τα διαβάσετε. Για τη θυσία της μάνας και τον αυτο-ακρωτηριασμό, για τη μασχάλη του μπαμπά που ήταν όλος ο ασφαλής κόσμος της, για το αχυρένιο στρώμα με τους ψύλλους και τους κοριούς, για το κάρο με τα πτώματα και τις μαύρες μπότες, για το τρένο της ελευθερίας, για την πρώτη φορά που γεύτηκε φράουλες, για την επιστροφή στην πατρίδα και τη σκληρότητα των συμμαθητών– τα παιδιά είναι σφουγγάρια του μίσους και της σκληρότητας των γονέων. Αλλά και τις φίλες – ένας φίλος αρκεί. Αρκεί η αγάπη ενός μόνο ανθρώπου για να μαλακώσει μια τραυματισμένη ψυχή. Κι έπειτα, τα ταξίδια, τη λαμπρή σχολική πορεία και τη μαθητεία στον Μανώλη Ανδρόνικο, για την αγάπη προς τις γλώσσες.
Το ξεχώρισα και γράφω αυτή την παρουσίαση διότι η κ. Ρίνα Ρεβάχ, –με τον ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα της, με πάντα έτοιμο τον καλό λόγο της ενθάρρυνσης– από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος κράτησε την αξία του ανθρώπου, εστίασε στα καλά, στο φως. Είναι πολύτιμα αυτά τα παραδείγματα των επιζώντων που μετουσίωσαν τη φρίκη σε ό,τι ωφέλιμο επέλεξε ο καθένας για τη συνέχεια της ζωής.
Την έχω ακούσει από κοντά να αφηγείται την ιστορία της ή, τουλάχιστον, μέρος αυτής της. Καθώς διάβαζα λοιπόν το βιβλίο αυτό, μπορούσα να δω το πρόσωπο της και να ακούσω τη φωνή της – μία εντελώς διαφορετική εμπειρία. Ένα κείμενο δυστυχώς δεν μπορεί να μας μεταφέρει τη βαρύτητα μιας τέτοιας αφήγησης – το σπάσιμο στη φωνή, την οργή στα σφιγμένα χείλη, το παράπονο που κατεβαίνει δύσκολα στον λαιμό.
Εξαιρετική δουλειά από τον Γιάννη Κεσσόπουλο, με πρόσθετα στοιχεία στην αφήγηση, παράλληλες λεπτομερείς αφηγήσεις από συνεντεύξεις, με παραθέματα, υποσημειώσεις, και όλα αυτά μέσα σε ένα πλούσιο συναισθηματικά κείμενο γεμάτο με την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα της κυρίας Ρίνας Ρεβάχ.
Η γλώσσα είναι απλή, απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και είναι ένα βιβλίο με το οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δουλέψουν τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος -και όχι μόνο- και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες. Εντάσσεται, δε, στο είδος της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», ωστόσο η αφήγηση της κυρίας Ρίνας εντάσσεται στη λεγόμενη «παιδική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος» δηλαδή αφηγήσεις παιδιών γνωστές στη διεθνή βιβλιογραφία ως «child survivor narratives». Για όλα αυτά μάς διαφωτίζει ο Γιάννης Κεσσόπουλος στην εισαγωγή.
Μετάφραση: Ολυμπία Καράγιωργα | Εκδόσεις: Εστία, 7η έκδοση 2018
Σε αυτό το μικρό και θαυματουργό βιβλίο ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα επιχειρεί να περιγράψει με λέξεις αθάνατου θνητού το ντουέντε.
Το ντουέντε το γνώρισα και το βίωσα πρώτα από όλα στο φλαμένκο. Ήταν μία δύναμη μαύρη που ερχόταν βαθιά μέσα από τη γη, διαπερνούσε το σώμα σαν ξυράφι και έβγαινε σαν κραυγή από τις κινήσεις ή με πηχτά δάκρυα μαζί με χαμόγελο όμως. Ένας φοβερός συνδυασμός που έπαιρνε όλους τους πόνους και τους μετουσίωνε σε μια σωματική κραυγή. Στην ποίηση, όποτε υπάρχει, βγαίνει βουβό και είναι σαν μαύρος χυλός που βράζει και σε καίει βαθιά.
Ο Λόρκα μάς αφηγείται όλη την ιστορία του ντουέντε, πώς αναδύθηκε από τη γη στους πρώτους μουσικούς του Κάντιθ, πώς υπάρχει στους μουσικούς, στους χορευτές, στους ζωγράφους και στους ποιητές, ακόμα και στους ταυρομάχους, γιατί υπάρχει, αλλά και πότε δεν υπάρχει και είναι απλά ο άγγελος ή η μούσα (τελείως διαφορετικοί τρόποι).
Το ντουέντε δεν διδάσκεται και δεν προκαλείται. Δεν υπάρχουν οδηγίες. Το ντουέντε είτε το αντιλαμβάνεσαι είτε όχι. Είναι αυτό που διακρίνει το έργο από το αριστούργημα, είναι αυτό το παραπάνω που τρέπει το δημιούργημα σε δημιουργική δύναμη και οδηγεί τα πνεύματα και φέρνει επαναστάσεις.
Ξεχωρίζω την εξής περιγραφή από το βιβλίο:
<<Το ντουέντε δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα.
Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το ντουέντε προκαλεί τον δημιουργό σε μία αντρίκια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Και ενώ η μούσα και ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με τον διαβήτη τους, το ντουέντε πληγώνει και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου>>.
Η μετάφραση της Ολυμπίας Καραγιώργα είναι θαρραλέα και γεμάτη ποιητικότητα.
Βλάβη: «Χιτσκοκικό» το χαρακτηρίζουν, όμως εμένα με πήγε στο Brazil (Τέρι Γκίλιαμ, 1985). Είδα μια παρόμοια σκηνοθεσία, είδα την ψαλίδα της μικροαστικής τάξης και της υψηλής κοινωνίας, είδα γκροτέσκο, πολύ ωραία κοντινά πλάνα, αηδιαστικούς άβολους ήχους με ζουμιά και μασέλες που μασάνε, ζαρωμένα βαμμένα με κρασί χείλη να πλαταγίζουν, όντως απολαυστικά θεατρικός ο Ντύρενματ.
Φοβερό παιχνίδι με τους χαρακτήρες και την απήχηση στον αναγνώστη. Μια παρέα ηλικιωμένων παρουσιάζεται στην αρχή αστεία και συμπαθής, στη συνέχεια γίνεται ενοχλητική με την υπερβολή, την έπαρση και τη φοβερή επίδειξη του καπιταλισμού, οδηγώντας τον Τραπ (παγίδα), έναν μεσοαστό πωλητή να ομολογήσει ένα έγκλημα που… δεν έκανε (;) Η δεξιοτεχνία του συγγραφέα σε κάνει από τη μια να σκέφτεσαι ότι είμαστε όλοι στ’ αλήθεια λίγο-πολύ υπαίτιοι εμμέσως για κάποιον θάνατο, για κάποιο έγκλημα -παίζουν με το μυαλό σου αυτοί οι παππούδες-, αλλά και το πώς μια διεφθαρμένη ρητορική μπορεί να οδηγήσει έναν αθώο στην τρέλα και τις ενοχές -ξεκάθαρα λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Το αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση του αναγνώστη από αυτό που διαβάζει από ένα σημείο και μετά. Ακριβώς γιατί δεν μπορεί να τοποθετηθεί με σιγουριά. Η βλάβη του Ντύρενματ αναδεικνύει μια ευρύτερη κοινωνική και ηθική «βλάβη». Η γλώσσα είναι θεατρική, με ρητορεία, δεν του λείπει όμως και η περιγραφική αφηγηματικότητα.
Τούνελ: Κλειστοφοβικό, αν έχετε θέμα με τα μακριά τούνελ θα ζοριστείτε. Ένας εκτροχιασμός από την καθημερινότητα; Κάπου πολύ παλιά είχα διαβάσει—ειλικρινά δεν θυμάμαι πού— ότι, λέει, όταν περπατάμε σε έναν ίδιο δρόμο για χρόνια και ξαφνικά τον αλλάξουμε, χωρίς λόγο και αιτία, έτσι αν ξαφνικά στρίψουμε αλλού, μπορεί η πραγματικότητά μας εκεί να μην υπάρχει πια και ποιος ξέρει αν υπάρχει και ολόκληρος ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε. Σουρεαλιστικό και πολύ εφιαλτικό, ομολογουμένως, σενάριο. Το τούνελ και το σκοτάδι ως νέα γέννηση: για να έρθει κάτι ολότελα νέο, πρέπει να καταστραφεί κάθε βεβαιότητα του παλιού. Πολύ ωραίος ρυθμός, ταιριαστός με το άγχος και την αγωνία που κορυφώνεται στο διήγημα όσο προχωράει, φοβερή σκηνοθεσία και απόδοση του ανοίκειου χάους του σκοταδιού, του συμβολικού τούνελ της ζωής και της κοινωνίας.
Σκύλος: Το αγαπημένο μου. Ψάχνοντας στοιχεία του βιογραφικού του συγγραφέα, κυρίως για να δω αν μπορώ κάπως να ερμηνεύσω τον Σκύλο — διότι, πραγματικά, το σκεφτόμουν για μέρες—, έπεσα πάνω σε αυτό: Αν και ο Ντύρενματ δήλωνε άθεος, ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα σε πολλά από τα έργα του από την αρχή της καριέρας του. Κάποτε αποκάλεσε τον Χριστό «ίσως τον πρώτο θρησκευόμενο άθεο… που δεν αναζητούσε πλέον τον Θεό σε μεταφυσικές εικασίες αλλά μάλλον στον εαυτό του». (Understanding Friedrich Dürrenmatt by Roger Alan Crockett, 1998, p. 175) Λόγω των αυτοαναιρούμενων δηλώσεων του Ντύρενματ, έχει υποστηριχθεί ακόμη και ότι υπήρχε μια γνήσια θρησκευτική διάσταση πίσω από την παρωδία της πίστης από τον συγγραφέα. (Dürrenmatt: A Study in Plays, Prose, Theory by Timo Tiusanen, 1977, p. 55. Στο authorscalendar.info – Friedrich Dürrenmatt. 1921-1990) Έκανα με τη σειρά τις εξής σκέψεις: Μαρία Μαγδαληνή, Παναγία, Αντίχριστος, Μυστικός Δείπνος, πτωτικός Αδάμ, Εύα, σκύλος αντί για φίδι, ένας αποτυχημένος Παύλος. Γλώσσα αέρινη, αμφίβολη, οι ήρωες είναι και δεν είναι, τα γεγονότα συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν. Μου άρεσε η σημειολογία των χρωμάτων, των επίπλων, του χωροχρόνου. Μου θύμισε λίγο Ντύλαν Τόμας. Εξαιρετικό.
Το «Οταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο» με έφερε ξανά μπροστά σε κάτι που σκέφτομαι συχνά: η διάνοια του ανθρώπου είναι πεπερασμένη, όσον αφορά την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά η δημιουργικότητα και ο στοχασμός, όχι.
Ο Λαμπατούτ γράφει για τον άνθρωπο-δημιουργό, που όμως έχει μια αδυναμία: δεν κατανοεί όσα δημιουργεί και όσα ανακαλύπτει.
Να τολμήσω να το χαρακτηρίσω ελαφρώς «λαβκραφτικό»; Θα τολμήσω. Λόγω της ιδέας της μεγαλοσύνης και της μεγαλοφυΐας, με τους επιστήμονες σχεδόν απόβλητους, ακατάλληλους για τη λειτουργική κοινωνία, που παρασέρνονται στην τρέλα και την εμμονή όταν συλλαμβάνουν το ασύλληπτο, το αχανές, έστω και στιγμιαία – αυτό στον Χ.Φ. Λάβκραφτ γίνεται μέσα στα όνειρα. Θα το πω όμως και «μαχενικό» (Αρθουρ Μάχεν). Βλέπε περί ονειρευτή-θεού.
Σβάρτσιλντ και Αϊνστάιν, Γκρότεντικ, Χάιζενμπεργκ και Σραίντινγκερ στις ιστορίες, με αληθινά στοιχεία της βιογραφίας τους, ξεκάθαρα στο είδος της λογοτεχνίας της επιστήμης, υβριδικό, συνδυάζοντας δηλαδή δοκίμιο, βιογραφία και μυθοπλασία, και με συγγραφέα Χιλιανό, σαφώς επηρεασμένο από το ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού το οποίο φέρνει όμως στα μέτρα του, είναι ομολογουμένως απαιτητικό αναγνωστικά.
Οσο προχωρούν οι ιστορίες, καταλήγουν σε έναν κοινό παρονομαστή, και από τον μακρόκοσμο καταδυόμαστε στον μικρόκοσμο·στη μικρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στο αχανές του αγνώστου. Κι όμως, ο Λαμπατούτ, σχεδόν υπερβατικά, με μια γλώσσα απλή και καθόλου φορτωμένη με τεχνάσματα και λυρισμούς, μετατρέπει αυτόν τον μικρόκοσμο σε μεγάκοσμο, αφού ανοίγει το παράθυρο προς την ανθρώπινη ψυχή και διάνοια.
Το διάβασα σε μία μέρα. Δεν ξέρω αν είμαι σε περίοδο θλίψης και μπόρεσα να το βιώσω καλύτερα ή σε περίοδο ηρεμίας ώστε να το αντέξω και να το απολαύσω αναγνωστικά σε όλες του τις διαστάσεις. Μάλλον κάπου στη μέση.
Διότι, πρέπει να το αντέξεις. Άλλη μια καλή σφαλιάρα στο θέμα της στερεοτυπικής κλασικής αφήγησης. Απελευθέρωση. Τεχνική κολλάζ, αχρονία, άλλοτε πεζό, άλλοτε ποίηση, όνειρο, παραλήρημα, θεατρικότητα, μυθιστόρημα, διαλεκτικότητα, ημερολόγιο. Η μετάφραση θα πρέπει να ήταν κάποιο είδος τεράστιου άθλου, και συγχαρητήρια.
Όχι ότι είναι απαραίτητο, αλλά καλό θα ήταν ο αναγνώστης να έχει μια ιδέα από Σύλβια Πλαθ, Ντύλαν Τόμας και Τεντ Χιούζ, γιατί υπάρχει αρκετή διακειμενικότητα. Είναι δομικά στοιχεία στον Πόρτερ. Ή έστω να υπάρχει μια ιδέα για το ύφος και τον ρυθμό, αλλά και τα θέματα φυσικά.
Αν κάποιος δεν έχει πενθήσει μέσα στο σπίτι του, ίσως να μη καταλάβει και πολλά από το βιβλίο, μπορεί μάλιστα να τρομάξει.
Το φινάλε ήταν τόσο αναμενόμενο, που δεν το περίμενα για αυτό το βιβλίο. Όμως το κατανοώ διότι, διαφορετικά, θα ήταν τόσο βαρύ που θα καταντούσε μη ρεαλιστικό, λες κι ο συγγραφέας μας έλεγε ψέματα. Γιατί, μυθοπλασία γράφουμε, αλλά ψέματα δεν λέμε.
Αυτό που βλέπεις να συμβαίνει, αλλά δεν ξέρεις αν συμβαίνει. Αυτό που φλερτάρει με την τρέλα και διψάει για τη λογική. Αυτό που φοβάσαι τόσο πολύ, που στο τέλος το δημιουργείς και το αφήνεις να σε απειλήσει.
Και η φύση. Η φύση ως οντότητα, ο άλλος νους. Ο άνθρωπος ως ανεπιθύμητος εισβολέας. Όπως αυτός θα ξεχορταριάσει ενοχλημένος την αυλή του, έτσι κι ένα δάσος θα προσπαθήσει να τον αποβάλει σαν παράσιτο.
Απλή γραφή, γεμάτος λόγος, εικόνες και κινήσεις ονείρου. Ιδανική έκταση. Κάπως έτσι τις περίμενα τις Ιτιές, που ήθελα καιρό να τις διαβάσω. Δεν ενθουσιάστηκα ούτε απογοητεύτηκα. Παραξενεύτηκα. Ο στόχος της Λογοτεχνίας του Παράξενου/Αλλόκοτου είναι ακριβώς αυτός. Να φέρει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας. Το παράξενο να σε καταλάβει τόσο, ώστε να μην μπορείς να βρεις τις λέξεις να το εκφράσεις. Και έτσι, χωρίς να έχεις κανένα σίγουρο συναίσθημα, καμία επικύρωση της πραγματικότητας, να καταδυθείς σε διαφορετικές εκδοχές του κόσμου.
Με στοιχεία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας αλλά και γοτθικής, με έντονο τον μαγικό ρεαλισμό και το ανοίκειο, το βιβλίο μάς παραπέμπει εύκολα στον Ε.Α. Πόε, στον Χ.Φ. Λάβκραφτ και στον Ρ. Τσέημπερς. Πιο πολύ όμως με πήγε στο Χαμένο Νησί του Καραγάτση, να πω την αλήθεια. Τα δύο αυτά βιβλία, σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μου, μου φάνηκαν σαν μία οντότητα και μου άφησαν την ίδια αίσθηση: παράξενο, αποπροσανατολισμό, εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, ανοίκειο.
Γι’ αυτό τα προτείνω παρέα, όπως παρέα τοποθετήθηκαν και στη βιβλιοθήκη μου.
Δεν κατάφερα να το διαβάσω εξαιρώντας τη βιβλική μου ιδιότητα και τη θεολογική σκοπιά. Και καλά έκανα.
Ο Κυριάκος Χαρίτος δεν γράφει για να καταρρίψει τη θεϊκή φύση του Ιησού, αλλά ούτε και για να εξυψώσει την ανθρώπινη. Βασικά γράφει για Εκείνον χωρίς να μας λέει καν ποιος είναι. Γιατί ο Εκείνος θα μπορούσε να είναι όλοι και οποιοσδήποτε. Ο γιος, ο χαμένος, ο περιθωριακός, ο δυνατός, ο αδύναμος, ο φίλος, ο πεινασμένος, ο χαμένος, ο περιπλανώμενος.
Και αυτό ήταν. Ένας για όλους.
Τα γράμματα είναι ό,τι του έχει απομείνει ως γέφυρα με τη μήτρα, την πηγή, την αρχή, τη χαμένη Εδέμ, το Θηλυκό.
Ξεχώρισα: “<<“Πρέπει να βρω τη γλώσσα, μάνα. Πρέπει να βρω μια γλώσσα που δεν θα έχουν ξανακούσει οι άνθρωποι. Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω. Αν καταφέρω και αναστήσω τις λέξεις, μπορώ να σηκώσω και το σώμα τους από το χώμα”>>”.
Ναι. Διότι “στην αρχή ήταν ο Λόγος, και ο Λόγος ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. Αυτός ήταν στην αρχή προς τον Θεό. Όλα έγιναν διαμέσου αυτού· και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα το οποίο έχει γίνει. Mέσα σ’ αυτόν ήταν ζωή, και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων. Kαι το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει, και το σκοτάδι δεν το κατέλαβε”. [Κατά Ιωάννη 1:1-5]
Στα σύντομα αυτά επιστολικά κείμενα βρίσκουμε μια απλή και άμεση γλώσσα, όπως οφείλει να είναι η γλώσσα της λογοτεχνικής αλήθειας. Τα βαθιά νοήματα που επικοινωνούν, φτάνουν στην καρδιά και είναι σχεδόν θεραπευτικά. Καταπραϋντικά. Αναστάσιμα.
Οι παρακάτω σκέψεις και προβληματισμοί δεν έχουν χαρακτήρα επίκρισης, αλλά περισσότερο ενημέρωσης, γιατί δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να έχουν γνώση της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των ειδών. Θεωρώ υποχρέωση των δασκάλων, των συγγραφέων, αλλά και του κόσμου του βιβλίου γενικότερα, να επιμορφώνει το κοινό με κάθε ευκαιρία.
Άξια μελέτης είναι η προσέγγιση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην αναγνωστική κουλτούρα μας. Φαίνεται πως έχουμε μπερδέψει τη λογοτεχνία με το δοκίμιο. Συχνά, υποψήφιοι αναγνώστες ζητούν από τον βιβλιοπώλη ‒ή σε ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης‒ βιβλία για συγκεκριμένο σκοπό και με συγκεκριμένο δίδαγμα. Αναζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις: Ένα βιβλίο για την πρώτη μέρα στο σχολείο ή Ένα βιβλίο για τη διαχείριση του χωρισμού. Και άλλοι ‒βιβλιοπώλες που δεν είναι «διαβασμένοι» ή απλοί αναγνώστες που θέλουν απλά να βοηθήσουν‒ απαντούν με τίτλους δηλωτικούς του θέματος και εκεί σταματούν οι προτάσεις. Π.χ.: <<Πρώτη μέρα στο σχολείο>> ή <<Το ηλιοβασίλεμα μιας σχέσης>> (Οι τίτλοι είναι εντελώς φανταστικοί).
Η λογοτεχνία δεν λέει, αλλά δείχνει
Ας καταλάβουμε ότι τα θέματα που αγγίζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να είναι πολλά και όχι μόνο ένα. Ή ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν γράφεται από τον συγγραφέα του για να λύσει ένα πρόβλημα ή για να δώσει απαντήσεις. Το αν επικοινωνεί προβληματισμούς και δίδει κάποιες απαντήσεις μέσα από τη δράση των ηρώων, αυτό είναι άλλο πράγμα. Εννοείται πως περιέχει και απόψεις του συγγραφέα ο οποίος, μέσω της μυθοπλασίας του, μπορεί π.χ. να πάρει θέση απέναντι σε ένα κοινωνικό φαινόμενο (και καλό είναι να γίνεται αυτό). Εξάλλου, πολλά λογοτεχνικά βιβλία έχουν επηρεάσει συνειδήσεις και έχουν ανατρέψει καθεστώτα.
Υπάρχει και το ιστορικό μυθιστόρημα ή βιβλία που η δράση τους τοποθετείται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εδώ το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την εποχή ή το είδος είναι επίσης άλλη υπόθεσηˑ ξέρει τι ζητάει, ξέρει τι μελετάει. Είναι προσωπικό γούστο και ενδιαφέρον. Όχι λύσεις σε προβλήματα και συγκεκριμένα θέματα.
Πώς επιλέγω το βιβλίο και πώς γίνομαι συνειδητός αναγνώστης λογοτεχνίας;
Ας απολαύσουμε τις ιστορίες που δεν έχουν διδακτισμό. Ας ανακαλύψουμε και ας αγαπήσουμε συγγραφείς, ας γνωρίσουμε τα είδη, τις φόρμες και τα ύφη, ας αγαπήσουμε και ας ταυτιστούμε με ήρωες γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτά που μας ενώνουν μαζί τους, ας αφήσουμε την αφήγηση και τον χωροχρόνο του βιβλίου να μας συναρπάσουν. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο υπάρχει για να σε μαγέψει με την ομορφιά του λόγου και της αφήγησης. Κι εκεί μέσα, μπορεί να βρεις κάπου τον εαυτό σου, να συνομιλήσεις και να πάρεις τις απαντήσεις που θέλεις. Ας ψάξουμε μέσα στη δράση των ηρώων να βρούμε τι ωφέλιμο μπορούμε να κρατήσουμε.
Η εξειδίκευση και η άμεση απάντηση σε ένα ζήτημα υπάρχει στο δοκίμιο που αναπτύσσει ένα συγκεκριμένο θέμα και εκφράζει ενδεχομένως και τη γνώμη του συγγραφέα, την καθοδήγηση ή τη συμβουλή του. Μπορούμε λοιπόν, την επόμενη φορά που χρειαζόμαστε μια λύση, μία γνώμη σε ένα πρόβλημα, να αναζητήσουμε ένα δοκίμιο, μια επιστημονική μελέτη αντίστοιχης θεματολογίας με αυτό που μας απασχολεί.
Από την πλευρά του συγγραφέα
Ο λογοτέχνης αποφεύγει να λέει, να μιλάει με διδακτισμόγια να συμβουλεύσει και να δώσει λύσεις. Αφήνει τους ήρωες και τη δράση να σου δείξουν, να σε προβληματίσουν.
Πολλοί συγγραφείς, βλέποντας την τάση αυτή του κοινού να ζητούν βιβλία με συγκεκριμένο θέμα, πέφτουν στην παγίδα και ξεκινούν ανάποδα. Δηλαδή ασχολούνται με το δίδαγμα (το θέμα που θα τραβήξει και θα πουλήσει) και όχι με τη σωστή ανάπτυξη των ηρώων και της ιστορίας. Έχουν γεμίσει τόσο πολύ τα ράφια των βιβλιοπωλείων με τέτοια “δοκιμιακή” λογοτεχνία που δίνει απαντήσεις, ώστε πλέον η τέχνη μοιάζει αχρείαστη και ακατανόητη μάλιστα πολλές φορές.
Είναι πολύ εύκολο να πέσει ένας συγγραφέας σε αυτή την παγίδα του «ανάποδα». Το αποτέλεσμα, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι μια ιστορία χωρίς προσωπικότητα, αφού οι ήρωες θα φέρονται και θα δρουν σαν φελλοί ή νούφαρα, δηλαδή θα υπάρχουν μόνο στην επιφάνεια για να επιτελέσουν έναν και μόνο σκοπό: να δώσουν την απάντηση στο πρόβλημα που έχει τεθεί. Θα είναι πιθανότατα μονοδιάστατοι, πολυλογάδες και θα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με την εστίαση.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν μπορεί ένα συγκεκριμένο θέμα να εμπνεύσει τον συγγραφέα ως αφορμή. Από εκεί και πέρα όμως είναι θέμα διαχείρισης, ικανότητας και τεχνικής το αν το θέμα θα καταπιεί εν τέλει την ιστορία.
Τι γίνεται με τα παιδικά βιβλία;
Σε όλο αυτό, επιφυλάσσομαι για κάποια παιδικά βιβλία που απευθύνονται σε μικρές ηλικίες και εστιάζουν σε ανάπτυξη δεξιοτήτων, αυτοφροντίδα κ.λπ. Εκεί, ναι, μπορώ να τα αναζητήσω ανάλογα με το θέμα τους ίσως. Όμως και εδώ παρατηρώ ένα άλλο πρόβλημα: τα περισσότερα απευθύνονται στους γονείς ή στους νηπιαγωγούς και τους δασκάλους, δίδοντας οδηγίες στην ουσία. Δεν επικοινωνούν απευθείας με το παιδί. Και εδώ χωράει μεγάλη συζήτηση. Θέλουμε παιδιά που θα τους λέμε τι να κάνουν και θα τα καθοδηγούμε μια ζωή ή θέλουμε παιδιά σκεπτόμενα που θα προβληματίζονται και θα αναπτύσσουν δεξιότητες μέσα από την ανακάλυψη; Ας στοχαστούμε, γονείς, εκπαιδευτικοί και συγγραφείς. Η ευθύνη εξάλλου είναι κοινή.
Ευλαμπία Τσιρέλη
συγγραφέας, Δρ Α.Π.Θ., δασκάλα συγγραφής.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό viewtag.gr
[Απαγορεύεται η αναδημοσίευση –σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή- του συνόλου ή μέρους του παρόντος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος της συντάκτριας.]
Οι πιο σημαντικοί εορτασμοί των Κελτών λάμβαναν χώρα κατά τις ημέρες που άρχιζαν οι εποχές, δηλαδή στις αρχές Νοεμβρίου, Φεβρουαρίου, Μαΐου και Αυγούστου. H πρώτη από αυτές ήταν το Samhain (Σόουιν, “Νοέμβρης” ή “ τέλος καλοκαιριού”), η σημερινή εορτή των Αγίων Πάντων, ευρύτερα γνωστή ως Halloween.
Η αρχαία γιορτή του Samhain σηματοδοτούσε το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή του κελτικού Νέου Έτους.
Ο θάνατος
Σύμφωνα με τον μύθο, τη νύχτα του Samhain, της 31ης Οκτωβρίου, Γιορτής των Νεκρών, οι θεοί κατέβαιναν στη γη για να προκαλέσουν αναστάτωση στους ζωντανούς. Το “πέπλο” που χώριζε τους δύο κόσμους εκείνη τη νύχτα γινόταν πολύ λεπτό.
Αρχικά η γιορτή γινόταν προς τιμή του θανάτου του Ηλιακού Θεού και της μετάβασής του στις σκοτεινές χώρες του “Κάτω Κύματος” όπου έπειτα κατοίκησε ως “Κύριος του Θανάτου”.
Αν και ο θάνατος είναι ο κεντρικός πυρήνας της γιορτής, η οποία αποτελούσε το μέγα μνημόσυνο των νεκρών, αυτό δε σημαίνει ότι πρόκειται για ένα μακάβριο γεγονός. Εξάλλου ο θάνατος δεν προκαλούσε φόβο στους Κέλτες, παρά αποτελούσε μια ομαλή και χαρούμενη μετάβαση.
Η γιορτή αυτή εκτός από τον θάνατο, είχε να κάνει και με το πέρασμα από μια φάση της ζωής σε μια άλλη, όσον αφορά τις σχέσεις, την εργασία και άλλες μεταβάσεις στη ζωή των ανθρώπων. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και “τελετουργικό μετάβασης”, πολύ συχνό μοτίβο στις ζωές των ανθρώπων, που λαμβάνει χώρα εκούσια ή ακούσια.
Η φωτιά
Οι υπαίθριες φωτιές έπαιζαν σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια των εορτασμών. Λέγεται πως οι χωρικοί έριχναν τα κόκαλα των σκοτωμένων ζώων στις φλόγες, κι έπειτα, όταν η φωτιά δυνάμωνε, κάθε οικογένεια έπαιρνε με έναν δαυλό φωτιά για την οικογενειακή εστία. Έτσι δένονταν μαζί όλες οι οικογένειες του χωριού. Οι φωτιές αυτές ονομάζονταν Mπόνφαϊρς (Bonfires: bone-κόκαλο+fire-φωτιά).
Όλοι συνήθιζαν να κάθονται γύρω απ’ τη Μπόνφαϊρ και να λένε ιστορίες. Ένα Ιρλανδικό έθιμο επίσης ορίζει οι άνθρωποι να πηδούν από πάνω της, πρακτική που μας θυμίζει δικά μας έθιμα, αλλά και άλλα παρόμοια σε όλο τον κόσμο που έχουν να κάνουν με τη φωτιά.
Στην Ιρλανδία, η συνήθεια κατά το Samhain να ανάβουν φωτιές στις κορυφές λόφων παραλληλίστηκε με το φως και το χρώμα του ήλιου στον ουρανό, κάτι που ίσως να υπονοεί κι ένα είδος ηλιολατρευτικής θρησκείας.
Η μεταμφίεση και οι κολοκύθες
Ο άνθρωποι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται σε φαντάσματα για να υποδεχτούν τους νεκρούς που μετέβαιναν στον κόσμο μας, αλλά και για να μην τους αναγνωρίσουν τα κακοποιά πνεύματα και τους βλάψουν. Ήταν δη
Η κολοκύθα, που συνήθως σκαλίζουμε ή κρατούν τα παιδιά ως φαναράκι, είναι γνωστή ως Jack o’ Lantern. Αποτελεί ωστόσο Αμερικανικό έθιμο. Κατά το παλαιό, όμως, Ιρλανδικό έθιμο, εκείνη τη νύχτα οι άνθρωποι σκάλιζαν σε ένα γογγύλι ανθρώπινα χαρακτηριστικά, και μέσα τοποθετούσαν ένα αναμμένο κερί. Το φαναράκι αυτό είχε διπλό ρόλο: το φως που άναβε μέσα του πρώτον καθοδηγούσε τους νεκρούς προγόνους -που εκείνη τη νύχτα περιδιάβαιναν στον κόσμο μας για να συναντήσουν τους συγγενείς τους- ώστε να μη χάσουν τον δρόμο τους και, δεύτερον, απωθούσε κακόβουλες υπερφυσικές δυνάμεις.
Το Samhain, στην παλαιά του μορφή, με τις Mπόνφαϊρς, εορτάζεται με μεγαλοπρέπεια σήμερα στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, εορτάζεται το εξελιγμένο και πιο γνωστό σε μας Halloween.
Ευλαμπία Τσιρέλη
Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Ευλαμπία Τσιρέλη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση.
Πηγή εικόνας: history.com
HALLOWEEN’S CELTIC ORIGINS
The most important celebrations of the Celts took place the first days of every season: the first days of November, February, May and August. The first among them was the Samhain (November or end of the summer), nowadays celebration of “All Saints” or also known as Halloween. The ancient festival of Samhain marked the end of summer and the beginning of the Celtic New Year, thus the death of a season (summer) and the birth of another one (winter).
According to the myth, which includes later aspects of the Underworld, during the night of the October 31st, the night of Samhaim, Celebration of the Dead, gods walked the earth and caused disruption with their magic. During that night the “veil” that separated the two worlds was very thin and permeable. At first, the festival was in honor of the Solar God’s death and his transition to the dark lands of the Under Wave, where he later dwelt as Lord of Death. Although death is the central core of the festival, which was the great memorial of the dead that does not mean it’s a macabre event. Furthermore, death, as we mentioned before, caused no fear to the Celts. This celebration, apart from death, had to do with the passage from one phase of life to another, concerning relations, work and other transitions in people’s lives. We could characterize it also as “ritual of transition”, a very common pattern in the everyday life that takes place voluntarily or involuntarily.
Outdoor fires also played an important role during the celebration. It is said that villagers threw the bones of killed animals in the flames and then, when the fire grew stronger, each family took a torch for the home fire. Thus, all the families of the village were tied together. These fires were called Bonfires: bone+fire.
Everyone used to sit around Monfair and tell stories. An Irish tradition also states that people jumped over those fires, a practice that reminds us of our own traditions, and other similar ones around the world. In Ireland, during Samhain, people used to light fires on hilltops, paralleled with the light and color of the sun in the sky. This practice might imply a type of sun-worshiping religion.
People used to masquerade as ghosts to greet the dead, who were coming in our world. This was done in order the living not to be recognized and get hurt by the dead. It was a sort of camouflage.
The pumpkin, known as Jack Lantern (jack-o’lantern), is a posterior American custom, as regards the use of pumpkin. However, according to an old Irish custom that night people carved on a turnip or a beet human characteristics and placed in it a lit candle. The lantern had a dual role: Firstly, the light, which lit inside, guided the dead ancestors who that night were wandering into our world to meet their relatives, so that they won’t lose their way. Secondly, the light frightened malevolent supernatural forces.