Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα τέτοιο μικρό βιβλίο, που ξέρω ότι η έκτασή του δεν μαρτυρεί τις αναγνωστικές του διαστάσεις, χαμογελώ ικανοποιημένη. Πολλά από τα αγαπημένα μου βιβλία εξαντλούνται στον αριθμό των όχι άνω των 100 σελίδων. Όσο για τον συγγραφέα του, είναι ένα από εκείνα τα αινίγματα, τους ήσυχους ανθρώπους, που γράφουν ένα-δύο βιβλία κι έπειτα αυτοκτονούν ή χάνονται κάπου στον χάρτη να ζήσουν αόρατοι. Ο Πουλιέζε έκανε το δεύτερο.
Στο Μαύρο Καράβι διαβάζουμε μια λυρική, καυστική και φανταστική απόδοση μιας Νάπολης που μαστίζεται από έναν βιβλικό κατακλυσμό. Οκτώ σύντομα αλλά πυκνά πεζά, ποικίλης ποιότητας, που αποδεικνύουν έναν πεζογράφο που χειρίζεται καλά τα εργαλεία της τεχνικής της γραφής, με όχι ωστόσο μεγαλεπίβολα θέματα. Ο Πουλιέζε φτιάχνει μεγάλες προτάσεις, αναμειγνύοντας τη συνείδηση με διαλόγους και σκέψεις αλλά και τη φωνή του αφηγητή. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του. Πολλές φορές φέρνει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας, ο καθένας ερμηνεύει τα γεγονότα όπως θέλει.
Η γλώσσα του ονείρου, του μαγικού ρεαλισμού, του αλλόκοτου –περισσότερο αισθητή στο πρώτο διήγημα βέβαια– έχει μεγάλες προκλήσεις. Ενέχει τη μεγάλη πρόκληση της γλωσσικής απόδοσης του ανοίκειου. Η Δήμητρα Δότση σίγουρα κατάφερε, πρώτον, τη διαχείριση της σύνταξης στις τεράστιες προτάσσεις του Πουλιέζε και, δεύτερον, την απόδοση και διασφάλιση της εύθραυστης αυτής γλώσσας. Γι’ αυτό λέω πάντα ότι ο μεταφραστής της λογοτεχνίας είναι δυο φορές αναγνώστης και δυο φορές συγγραφέας.
«Δεξιά και αριστερά των, ομολογουμένως άψογων δρόμων, ήταν δάση τα οποία ξαφνικά με ξύπνησαν σαν από εφιάλτη… Δέντρα φοβερά πυκνά, κορμοί γυμνοί, απίστευτα λεπτοί χωρίς ούτε ένα πράσινο ίχνος, που ανέβαιναν τόσο απίστευτα ψηλά, για να βρουν λίγο φως, και στην άκρη μικροί θύσανοι, που θα ‘θελαν να λέγονται πράσινοι. Αυτά τα κατασκότεινα δάση μού έφεραν εικόνες που ούτε καν γνώριζα ότι είχα. Πάντα τα φοβόμουν αυτά τα δάση», γράφει η κ. Ρίνα Ρεβάχ για την εμπειρία του προσκυνήματος με το «March of the Living» το 2016. Έπρεπε να γυρίσει. Το χρωστούσε σε αυτούς που χάθηκαν, αλλά και σε αυτούς που ήρθαν. Το ταξίδι αυτό το έκανε με τον εγγονό της.
Η Ρίνα Ρεβάχ μπήκε στο Bergen-Belsen 4 ετών. Ήταν μονίμως ξαπλωμένη στο τελευταίο κρεβάτι ψηλά στον θάλαμο. Η μητέρα της και η γιαγιά της όλη μέρα έλειπαν δουλεύοντας και διορθώνοντας παπούτσια. Ο μπαμπάς της βρισκόταν σε άλλο στρατόπεδο. Η μάνα της ανησυχούσε ότι η μικρή, επειδή δεν περπατούσε και ήταν μονίμως ξαπλωμένη, θα μείνει ανάπηρη. Αλλά δεν θα σας τα πω εγώ. Θα τα διαβάσετε. Για τη θυσία της μάνας και τον αυτο-ακρωτηριασμό, για τη μασχάλη του μπαμπά που ήταν όλος ο ασφαλής κόσμος της, για το αχυρένιο στρώμα με τους ψύλλους και τους κοριούς, για το κάρο με τα πτώματα και τις μαύρες μπότες, για το τρένο της ελευθερίας, για την πρώτη φορά που γεύτηκε φράουλες, για την επιστροφή στην πατρίδα και τη σκληρότητα των συμμαθητών– τα παιδιά είναι σφουγγάρια του μίσους και της σκληρότητας των γονέων. Αλλά και τις φίλες – ένας φίλος αρκεί. Αρκεί η αγάπη ενός μόνο ανθρώπου για να μαλακώσει μια τραυματισμένη ψυχή. Κι έπειτα, τα ταξίδια, τη λαμπρή σχολική πορεία και τη μαθητεία στον Μανώλη Ανδρόνικο, για την αγάπη προς τις γλώσσες.
Το ξεχώρισα και γράφω αυτή την παρουσίαση διότι η κ. Ρίνα Ρεβάχ, –με τον ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα της, με πάντα έτοιμο τον καλό λόγο της ενθάρρυνσης– από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος κράτησε την αξία του ανθρώπου, εστίασε στα καλά, στο φως. Είναι πολύτιμα αυτά τα παραδείγματα των επιζώντων που μετουσίωσαν τη φρίκη σε ό,τι ωφέλιμο επέλεξε ο καθένας για τη συνέχεια της ζωής.
Την έχω ακούσει από κοντά να αφηγείται την ιστορία της ή, τουλάχιστον, μέρος αυτής της. Καθώς διάβαζα λοιπόν το βιβλίο αυτό, μπορούσα να δω το πρόσωπο της και να ακούσω τη φωνή της – μία εντελώς διαφορετική εμπειρία. Ένα κείμενο δυστυχώς δεν μπορεί να μας μεταφέρει τη βαρύτητα μιας τέτοιας αφήγησης – το σπάσιμο στη φωνή, την οργή στα σφιγμένα χείλη, το παράπονο που κατεβαίνει δύσκολα στον λαιμό.
Εξαιρετική δουλειά από τον Γιάννη Κεσσόπουλο, με πρόσθετα στοιχεία στην αφήγηση, παράλληλες λεπτομερείς αφηγήσεις από συνεντεύξεις, με παραθέματα, υποσημειώσεις, και όλα αυτά μέσα σε ένα πλούσιο συναισθηματικά κείμενο γεμάτο με την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα της κυρίας Ρίνας Ρεβάχ.
Η γλώσσα είναι απλή, απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και είναι ένα βιβλίο με το οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δουλέψουν τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος -και όχι μόνο- και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες. Εντάσσεται, δε, στο είδος της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», ωστόσο η αφήγηση της κυρίας Ρίνας εντάσσεται στη λεγόμενη «παιδική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος» δηλαδή αφηγήσεις παιδιών γνωστές στη διεθνή βιβλιογραφία ως «child survivor narratives». Για όλα αυτά μάς διαφωτίζει ο Γιάννης Κεσσόπουλος στην εισαγωγή.
Μετάφραση: Ολυμπία Καράγιωργα | Εκδόσεις: Εστία, 7η έκδοση 2018
Σε αυτό το μικρό και θαυματουργό βιβλίο ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα επιχειρεί να περιγράψει με λέξεις αθάνατου θνητού το ντουέντε.
Το ντουέντε το γνώρισα και το βίωσα πρώτα από όλα στο φλαμένκο. Ήταν μία δύναμη μαύρη που ερχόταν βαθιά μέσα από τη γη, διαπερνούσε το σώμα σαν ξυράφι και έβγαινε σαν κραυγή από τις κινήσεις ή με πηχτά δάκρυα μαζί με χαμόγελο όμως. Ένας φοβερός συνδυασμός που έπαιρνε όλους τους πόνους και τους μετουσίωνε σε μια σωματική κραυγή. Στην ποίηση, όποτε υπάρχει, βγαίνει βουβό και είναι σαν μαύρος χυλός που βράζει και σε καίει βαθιά.
Ο Λόρκα μάς αφηγείται όλη την ιστορία του ντουέντε, πώς αναδύθηκε από τη γη στους πρώτους μουσικούς του Κάντιθ, πώς υπάρχει στους μουσικούς, στους χορευτές, στους ζωγράφους και στους ποιητές, ακόμα και στους ταυρομάχους, γιατί υπάρχει, αλλά και πότε δεν υπάρχει και είναι απλά ο άγγελος ή η μούσα (τελείως διαφορετικοί τρόποι).
Το ντουέντε δεν διδάσκεται και δεν προκαλείται. Δεν υπάρχουν οδηγίες. Το ντουέντε είτε το αντιλαμβάνεσαι είτε όχι. Είναι αυτό που διακρίνει το έργο από το αριστούργημα, είναι αυτό το παραπάνω που τρέπει το δημιούργημα σε δημιουργική δύναμη και οδηγεί τα πνεύματα και φέρνει επαναστάσεις.
Ξεχωρίζω την εξής περιγραφή από το βιβλίο:
<<Το ντουέντε δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα.
Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το ντουέντε προκαλεί τον δημιουργό σε μία αντρίκια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Και ενώ η μούσα και ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με τον διαβήτη τους, το ντουέντε πληγώνει και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου>>.
Η μετάφραση της Ολυμπίας Καραγιώργα είναι θαρραλέα και γεμάτη ποιητικότητα.
Το διάβασα σε μία μέρα. Δεν ξέρω αν είμαι σε περίοδο θλίψης και μπόρεσα να το βιώσω καλύτερα ή σε περίοδο ηρεμίας ώστε να το αντέξω και να το απολαύσω αναγνωστικά σε όλες του τις διαστάσεις. Μάλλον κάπου στη μέση.
Διότι, πρέπει να το αντέξεις. Άλλη μια καλή σφαλιάρα στο θέμα της στερεοτυπικής κλασικής αφήγησης. Απελευθέρωση. Τεχνική κολλάζ, αχρονία, άλλοτε πεζό, άλλοτε ποίηση, όνειρο, παραλήρημα, θεατρικότητα, μυθιστόρημα, διαλεκτικότητα, ημερολόγιο. Η μετάφραση θα πρέπει να ήταν κάποιο είδος τεράστιου άθλου, και συγχαρητήρια.
Όχι ότι είναι απαραίτητο, αλλά καλό θα ήταν ο αναγνώστης να έχει μια ιδέα από Σύλβια Πλαθ, Ντύλαν Τόμας και Τεντ Χιούζ, γιατί υπάρχει αρκετή διακειμενικότητα. Είναι δομικά στοιχεία στον Πόρτερ. Ή έστω να υπάρχει μια ιδέα για το ύφος και τον ρυθμό, αλλά και τα θέματα φυσικά.
Αν κάποιος δεν έχει πενθήσει μέσα στο σπίτι του, ίσως να μη καταλάβει και πολλά από το βιβλίο, μπορεί μάλιστα να τρομάξει.
Το φινάλε ήταν τόσο αναμενόμενο, που δεν το περίμενα για αυτό το βιβλίο. Όμως το κατανοώ διότι, διαφορετικά, θα ήταν τόσο βαρύ που θα καταντούσε μη ρεαλιστικό, λες κι ο συγγραφέας μας έλεγε ψέματα. Γιατί, μυθοπλασία γράφουμε, αλλά ψέματα δεν λέμε.
Αυτό που βλέπεις να συμβαίνει, αλλά δεν ξέρεις αν συμβαίνει. Αυτό που φλερτάρει με την τρέλα και διψάει για τη λογική. Αυτό που φοβάσαι τόσο πολύ, που στο τέλος το δημιουργείς και το αφήνεις να σε απειλήσει.
Και η φύση. Η φύση ως οντότητα, ο άλλος νους. Ο άνθρωπος ως ανεπιθύμητος εισβολέας. Όπως αυτός θα ξεχορταριάσει ενοχλημένος την αυλή του, έτσι κι ένα δάσος θα προσπαθήσει να τον αποβάλει σαν παράσιτο.
Απλή γραφή, γεμάτος λόγος, εικόνες και κινήσεις ονείρου. Ιδανική έκταση. Κάπως έτσι τις περίμενα τις Ιτιές, που ήθελα καιρό να τις διαβάσω. Δεν ενθουσιάστηκα ούτε απογοητεύτηκα. Παραξενεύτηκα. Ο στόχος της Λογοτεχνίας του Παράξενου/Αλλόκοτου είναι ακριβώς αυτός. Να φέρει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας. Το παράξενο να σε καταλάβει τόσο, ώστε να μην μπορείς να βρεις τις λέξεις να το εκφράσεις. Και έτσι, χωρίς να έχεις κανένα σίγουρο συναίσθημα, καμία επικύρωση της πραγματικότητας, να καταδυθείς σε διαφορετικές εκδοχές του κόσμου.
Με στοιχεία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας αλλά και γοτθικής, με έντονο τον μαγικό ρεαλισμό και το ανοίκειο, το βιβλίο μάς παραπέμπει εύκολα στον Ε.Α. Πόε, στον Χ.Φ. Λάβκραφτ και στον Ρ. Τσέημπερς. Πιο πολύ όμως με πήγε στο Χαμένο Νησί του Καραγάτση, να πω την αλήθεια. Τα δύο αυτά βιβλία, σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μου, μου φάνηκαν σαν μία οντότητα και μου άφησαν την ίδια αίσθηση: παράξενο, αποπροσανατολισμό, εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, ανοίκειο.
Γι’ αυτό τα προτείνω παρέα, όπως παρέα τοποθετήθηκαν και στη βιβλιοθήκη μου.
Δεν κατάφερα να το διαβάσω εξαιρώντας τη βιβλική μου ιδιότητα και τη θεολογική σκοπιά. Και καλά έκανα.
Ο Κυριάκος Χαρίτος δεν γράφει για να καταρρίψει τη θεϊκή φύση του Ιησού, αλλά ούτε και για να εξυψώσει την ανθρώπινη. Βασικά γράφει για Εκείνον χωρίς να μας λέει καν ποιος είναι. Γιατί ο Εκείνος θα μπορούσε να είναι όλοι και οποιοσδήποτε. Ο γιος, ο χαμένος, ο περιθωριακός, ο δυνατός, ο αδύναμος, ο φίλος, ο πεινασμένος, ο χαμένος, ο περιπλανώμενος.
Και αυτό ήταν. Ένας για όλους.
Τα γράμματα είναι ό,τι του έχει απομείνει ως γέφυρα με τη μήτρα, την πηγή, την αρχή, τη χαμένη Εδέμ, το Θηλυκό.
Ξεχώρισα: “<<“Πρέπει να βρω τη γλώσσα, μάνα. Πρέπει να βρω μια γλώσσα που δεν θα έχουν ξανακούσει οι άνθρωποι. Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω. Αν καταφέρω και αναστήσω τις λέξεις, μπορώ να σηκώσω και το σώμα τους από το χώμα”>>”.
Ναι. Διότι “στην αρχή ήταν ο Λόγος, και ο Λόγος ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. Αυτός ήταν στην αρχή προς τον Θεό. Όλα έγιναν διαμέσου αυτού· και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα το οποίο έχει γίνει. Mέσα σ’ αυτόν ήταν ζωή, και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων. Kαι το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει, και το σκοτάδι δεν το κατέλαβε”. [Κατά Ιωάννη 1:1-5]
Στα σύντομα αυτά επιστολικά κείμενα βρίσκουμε μια απλή και άμεση γλώσσα, όπως οφείλει να είναι η γλώσσα της λογοτεχνικής αλήθειας. Τα βαθιά νοήματα που επικοινωνούν, φτάνουν στην καρδιά και είναι σχεδόν θεραπευτικά. Καταπραϋντικά. Αναστάσιμα.
Οι παρακάτω σκέψεις και προβληματισμοί δεν έχουν χαρακτήρα επίκρισης, αλλά περισσότερο ενημέρωσης, γιατί δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να έχουν γνώση της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των ειδών. Θεωρώ υποχρέωση των δασκάλων, των συγγραφέων, αλλά και του κόσμου του βιβλίου γενικότερα, να επιμορφώνει το κοινό με κάθε ευκαιρία.
Άξια μελέτης είναι η προσέγγιση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην αναγνωστική κουλτούρα μας. Φαίνεται πως έχουμε μπερδέψει τη λογοτεχνία με το δοκίμιο. Συχνά, υποψήφιοι αναγνώστες ζητούν από τον βιβλιοπώλη ‒ή σε ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης‒ βιβλία για συγκεκριμένο σκοπό και με συγκεκριμένο δίδαγμα. Αναζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις: Ένα βιβλίο για την πρώτη μέρα στο σχολείο ή Ένα βιβλίο για τη διαχείριση του χωρισμού. Και άλλοι ‒βιβλιοπώλες που δεν είναι «διαβασμένοι» ή απλοί αναγνώστες που θέλουν απλά να βοηθήσουν‒ απαντούν με τίτλους δηλωτικούς του θέματος και εκεί σταματούν οι προτάσεις. Π.χ.: <<Πρώτη μέρα στο σχολείο>> ή <<Το ηλιοβασίλεμα μιας σχέσης>> (Οι τίτλοι είναι εντελώς φανταστικοί).
Η λογοτεχνία δεν λέει, αλλά δείχνει
Ας καταλάβουμε ότι τα θέματα που αγγίζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να είναι πολλά και όχι μόνο ένα. Ή ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν γράφεται από τον συγγραφέα του για να λύσει ένα πρόβλημα ή για να δώσει απαντήσεις. Το αν επικοινωνεί προβληματισμούς και δίδει κάποιες απαντήσεις μέσα από τη δράση των ηρώων, αυτό είναι άλλο πράγμα. Εννοείται πως περιέχει και απόψεις του συγγραφέα ο οποίος, μέσω της μυθοπλασίας του, μπορεί π.χ. να πάρει θέση απέναντι σε ένα κοινωνικό φαινόμενο (και καλό είναι να γίνεται αυτό). Εξάλλου, πολλά λογοτεχνικά βιβλία έχουν επηρεάσει συνειδήσεις και έχουν ανατρέψει καθεστώτα.
Υπάρχει και το ιστορικό μυθιστόρημα ή βιβλία που η δράση τους τοποθετείται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εδώ το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την εποχή ή το είδος είναι επίσης άλλη υπόθεσηˑ ξέρει τι ζητάει, ξέρει τι μελετάει. Είναι προσωπικό γούστο και ενδιαφέρον. Όχι λύσεις σε προβλήματα και συγκεκριμένα θέματα.
Πώς επιλέγω το βιβλίο και πώς γίνομαι συνειδητός αναγνώστης λογοτεχνίας;
Ας απολαύσουμε τις ιστορίες που δεν έχουν διδακτισμό. Ας ανακαλύψουμε και ας αγαπήσουμε συγγραφείς, ας γνωρίσουμε τα είδη, τις φόρμες και τα ύφη, ας αγαπήσουμε και ας ταυτιστούμε με ήρωες γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτά που μας ενώνουν μαζί τους, ας αφήσουμε την αφήγηση και τον χωροχρόνο του βιβλίου να μας συναρπάσουν. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο υπάρχει για να σε μαγέψει με την ομορφιά του λόγου και της αφήγησης. Κι εκεί μέσα, μπορεί να βρεις κάπου τον εαυτό σου, να συνομιλήσεις και να πάρεις τις απαντήσεις που θέλεις. Ας ψάξουμε μέσα στη δράση των ηρώων να βρούμε τι ωφέλιμο μπορούμε να κρατήσουμε.
Η εξειδίκευση και η άμεση απάντηση σε ένα ζήτημα υπάρχει στο δοκίμιο που αναπτύσσει ένα συγκεκριμένο θέμα και εκφράζει ενδεχομένως και τη γνώμη του συγγραφέα, την καθοδήγηση ή τη συμβουλή του. Μπορούμε λοιπόν, την επόμενη φορά που χρειαζόμαστε μια λύση, μία γνώμη σε ένα πρόβλημα, να αναζητήσουμε ένα δοκίμιο, μια επιστημονική μελέτη αντίστοιχης θεματολογίας με αυτό που μας απασχολεί.
Από την πλευρά του συγγραφέα
Ο λογοτέχνης αποφεύγει να λέει, να μιλάει με διδακτισμόγια να συμβουλεύσει και να δώσει λύσεις. Αφήνει τους ήρωες και τη δράση να σου δείξουν, να σε προβληματίσουν.
Πολλοί συγγραφείς, βλέποντας την τάση αυτή του κοινού να ζητούν βιβλία με συγκεκριμένο θέμα, πέφτουν στην παγίδα και ξεκινούν ανάποδα. Δηλαδή ασχολούνται με το δίδαγμα (το θέμα που θα τραβήξει και θα πουλήσει) και όχι με τη σωστή ανάπτυξη των ηρώων και της ιστορίας. Έχουν γεμίσει τόσο πολύ τα ράφια των βιβλιοπωλείων με τέτοια “δοκιμιακή” λογοτεχνία που δίνει απαντήσεις, ώστε πλέον η τέχνη μοιάζει αχρείαστη και ακατανόητη μάλιστα πολλές φορές.
Είναι πολύ εύκολο να πέσει ένας συγγραφέας σε αυτή την παγίδα του «ανάποδα». Το αποτέλεσμα, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι μια ιστορία χωρίς προσωπικότητα, αφού οι ήρωες θα φέρονται και θα δρουν σαν φελλοί ή νούφαρα, δηλαδή θα υπάρχουν μόνο στην επιφάνεια για να επιτελέσουν έναν και μόνο σκοπό: να δώσουν την απάντηση στο πρόβλημα που έχει τεθεί. Θα είναι πιθανότατα μονοδιάστατοι, πολυλογάδες και θα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με την εστίαση.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν μπορεί ένα συγκεκριμένο θέμα να εμπνεύσει τον συγγραφέα ως αφορμή. Από εκεί και πέρα όμως είναι θέμα διαχείρισης, ικανότητας και τεχνικής το αν το θέμα θα καταπιεί εν τέλει την ιστορία.
Τι γίνεται με τα παιδικά βιβλία;
Σε όλο αυτό, επιφυλάσσομαι για κάποια παιδικά βιβλία που απευθύνονται σε μικρές ηλικίες και εστιάζουν σε ανάπτυξη δεξιοτήτων, αυτοφροντίδα κ.λπ. Εκεί, ναι, μπορώ να τα αναζητήσω ανάλογα με το θέμα τους ίσως. Όμως και εδώ παρατηρώ ένα άλλο πρόβλημα: τα περισσότερα απευθύνονται στους γονείς ή στους νηπιαγωγούς και τους δασκάλους, δίδοντας οδηγίες στην ουσία. Δεν επικοινωνούν απευθείας με το παιδί. Και εδώ χωράει μεγάλη συζήτηση. Θέλουμε παιδιά που θα τους λέμε τι να κάνουν και θα τα καθοδηγούμε μια ζωή ή θέλουμε παιδιά σκεπτόμενα που θα προβληματίζονται και θα αναπτύσσουν δεξιότητες μέσα από την ανακάλυψη; Ας στοχαστούμε, γονείς, εκπαιδευτικοί και συγγραφείς. Η ευθύνη εξάλλου είναι κοινή.
Ευλαμπία Τσιρέλη
συγγραφέας, Δρ Α.Π.Θ., δασκάλα συγγραφής.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό viewtag.gr
[Απαγορεύεται η αναδημοσίευση –σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή- του συνόλου ή μέρους του παρόντος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος της συντάκτριας.]
Την Πρωτομαγιά έχουμε μια διάθεση Πρωτοχρονιάς. Στεφάνια κυκλικά την Πρωτομαγιά, στεφάνια κυκλικά την Πρωτοχρονιά. Κύκλοι της φύσης, αναγέννηση και συνέχεια. Έντονη διάθεση ανακαίνισης, φρεσκάδας και προσμονής για κάτι καλύτερο.
Η αίσθηση αυτή που έχουμε δεν είναι τυχαία. Είναι μέσα μας από τα πολύυυυ παλιά χρόνια. Από τότε που ο αρχαίος άνθρωπος και οι πρώτοι πολιτισμοί, λειτουργούσαν εντελώς αυθόρμητα, σύμφωνα με τη φύση και σύμφωνα με τον κύκλο των εποχών. Γι’ αυτούς η Πρωτοχρονιά ήταν την άνοιξη. Όταν η φύση αναγεννάται και όλα ανθίζουν. Όταν δηλαδή εντόπιζαν τη γονιμότητα και τις νέες γεννήσεις αλλά, το πιο σημαντικό, τη γέννηση του φωτός, τον ερχομό του ήλιου και το τέλος του χειμώνα και των βροχών. Βέβαια αυτή την Πρωτοχρονιά την τοποθετούσαν κάπου στον Μάρτιο αν μπορούμε να υπολογίσουμε σωστά.
Στους αρχαίους Βαβυλώνιους έχουμε καταγραφή του φεστιβάλ της Πρωτοχρονιάς (Akitu), περίπου 4000 χρόνια πριν! Αυτοί ήταν πολύ ακριβείς γιατί ήταν και οι πρώτοι αστρονόμοι. Έτσι, την τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία. Και οι Αιγύπτιοι το ίδιο.
Στον δυτικό κόσμο, το ρωμαϊκό ημερολόγιο επίσης τοποθετούσε την Πρωτοχρονιά την άνοιξη, και συγκεκριμένα τον Μάρτιο.
Στον παγανιστικό δυτικό κόσμο η Πρωτομαγιά ήταν μέρα εορτασμών για τη γονιμότητας της φύσης, ενώ στα χρόνια του Μεσαίωνα ήταν συνδεδεμένη με τη μαγεία και τις μάγισσες. Γνωστή είναι η Βαλπουργία Νύχτα, η νύχτα των μαγισσών που γιορτάζεται στις 30 Απριλίου, και συμπίπτει με την ονομαστική εορτή της Αγίας Βαλπούργης που βοήθησε στον εκχριστιανισμό των γερμανικών φύλων. Στις μέρες μας, οι παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις με τα στεφάνια, τις νεράιδες και τις μάγισσες, συνοδεύουν τις θρησκευτικές.
Σύμφωνα με τους θρύλους, τη νύχτα της Πρωτομαγιάς το πέπλο μεταξύ των κόσμων είναι λεπτό και διαπερατό, και οι άνθρωποι μπορούν να δουν νεράιδες και ψυχές.
Την Πρωτομαγιά (Beltane) στην Ευρώπη οι εορτασμοί μοιάζουν πολύ με εκείνους του Halloween (Samhain). Σε κάποια μέρη μεταμφιέζονται και ανάβουν μεγάλες φωτιές (bonfires). Μεταμφιέζονται για να μην τους γνωρίζουν τα πονηρά όντα που έρχονται στον κόσμο μας, και ανάβουν φωτιές για να βλέπουν και να μην χάνουν τον δρόμο τους τα αγαθά.
Αγγλικό τραγούδι της Πρωτομαγιάς “Hal An Tow”: To welcome in the May-o Summer is a comin’ in, And Winter’s gone away-o Invite us to the Fair-o We’ve come to their merry wood To see the faeries there-o
Ο μπαμπάς έπρεπε να βρει τις καλύτερες καλαμιές. Μακριές και όχι πολύ γεμάτες, σχεδόν ξερές, ώστε να μην είναι βαριές. Όσο γινόταν πιο ίσιες, χωρίς ατέλειες. Ο χαρταετός έπρεπε να είναι οπωσδήποτε ο μεγαλύτερος και ο πιο δυνατός! Ήταν ζήτημα τιμής.
Η μαμά διάλεγε το ρυζόχαρτο για το κυρίως σώμα. Χρωματιστό, πανάλαφρο, μπόλικο, να έχουμε και για τις τρύπες μπαλώματα αν χρειαζόταν. Τα αδέρφια μου, τον σπάγκο, την κόλλα, τα εργαλεία.
Αφού ο μπαμπάς έφτιαχνε με τ’ αγόρια τον σκελετό -τρία καλάμια, μαστορικά σκαλισμένα, με εγκοπές, δεμένα με σπάγκο, να σχηματίζουν ένα τέλειο, γερό κι ακούνητο εξάγωνο-, κολλούσαν με τη μαμά το χαρτί.
Κι έπειτα, η στιγμή που περίμενα καρτερικά, η δουλειά που με αφορούσε: το πλέξιμο της ουράς! Η ουρά έπρεπε να είναι πάρα πολύ μακριά, γερή, όμορφη, αυτή που θα σήμαινε ότι, για μια ακόμη χρονιά, θα είμαστε γεροί και δυνατοί. Εκατοντάδες λωρίδες χρωματιστού χαρτιού στριμμένες και πλεγμένες στον σπάγκο. Πολλές φορές μάς έπαιρνε και μια εβδομάδα να την ολοκληρώσουμε, αναλόγως πόσο δουλεύαμε. Θυμάμαι ακόμα, έχω καθαρά στ’ αυτιά μου, τον θόρυβο που έκαναν οι λωρίδες χαρτιού όταν μετακινούσαμε την ουρά. Κάτι σαν συνεχές κύμα πάνω στα βότσαλα, ή φύσημα του αέρα μέσα από πυκνές φυλλωσιές. Πόσο παράξενο να θυμόμαστε τόσο καθαρά ήχους και μυρωδιές ύστερα από τριάντα περίπου χρόνια…
[Καθαρά Δευτέρα]
Ο μπαμπάς, πριν την αναχώρησή μας για το βουνό, έπρεπε να εξετάσει με σχολαστικότητα ιατροδικαστή τον χαρταετό μας. Κάποιο στραβό ένωμα, κάποιο λάθος δέσιμο, κάποιο σχίσιμο στο χαρτί, την τελειότητα της ουράς. Πόσο, θυμάμαι, αδημονούσα να δω την ουρά να υψώνεται και να λικνίζεται σαν ουρά δράκου στον ουρανό!
Μαζί με τ’ αγόρια, τρέχοντας, τον σήκωναν στον αέρα, και τότε! Και τότε ξεκινούσε η περιπέτεια! Ο αετός υψωνόταν εκπληκτικά γρήγορα αν βοηθούσε και ο καιρός, ξεπερνώντας με εντυπωσιακή ταχύτητα όλους τους υπόλοιπους. Πολλές φορές τον κρατούσαν και οι τρεις, ο πατέρας με τ’ αδέρφια μου, φορώντας γάντια για να μην καίγονται τα χέρια τους. Θυμάμαι την άγρια χαρά στα μάτια τους και το γαργαριστό γέλιο του μπαμπά μου όταν ήξερε ότι είναι και πάλι πρώτοι.
Ο χαρταετός χανόταν απ’ τα μάτια μας. Πετούσε τόσο ψηλά, που έδεναν και δεύτερο και τρίτο τόπι σπάγκου πολλές φορές. Ώσπου, βλέπαμε μόνο τον σπάγκο. Μια λεπτή χορδή να βυθίζεται στα ύψη. Ο χαρταετός γινόταν φάντασμα μα ξέραμε ότι ήταν εκεί, η δύναμή του αντιστέκόταν σε έξι δυνατά επίγεια χέρια.
Κι αφού χορταίναμε νίκη και άγρια χαρά, αφού κατέβαιναν όλοι οι χαρταετοί της περιοχής και οι φίλοι μαζεύονταν γύρω μας, ξέραμε ότι είχαμε κερδίσει. Όμως η νίκη ήταν ολονών. Όλοι μαζί, ξεκινούσαμε τον αγώνα να τον κατεβάσουμε. Τράβηγμα με τα γάντια και αγκομαχητό και ζόρι, και ενθαρρυντικές κραυγές. Ήθελε τεράστια δύναμη. Πολλές φορές ο ήλιος έδυε, κι ακόμα τραβούσαμε. Κατέβαινε σαν βασιλιάς από μακρινό ταξίδι. Ταλαίπωρος, κουρασμένος, δοξασμένος, κουβαλώντας λίγο ουρανό και για μας.
Άλλες φορές, δεν καταφέρναμε να τον κατεβάσουμε, ο σπάγκος κοβόταν κι ο χαρταετός διάλεγε τα ουράνια. Δεν τον αδικούσα.
Ο αετός οδηγούσε τα πνεύματα όλων στον ουρανό. Προέκταση των ψυχών, της έμφυτης λαχτάρας του ανθρώπου να πετάξει, μας ταξίδευε ψηλά. Μπορούσαμε ν’ αγγίξουμε κι εμείς τα σύννεφα, να φτάσουμε εκεί όπου η πραγματικότητα ενώνεται με τα όνειρα. Εκεί όπου δεν υπάρχει χρόνος. Εκεί όπου είμαστε όλοι μαζί, ξανά, χαρούμενοι. Ψηλά.