Τα κόκκινα γράμματα – Ραφαέλα Svensson

Ανάμεσα στην καταχνιά του τραγικού δάσους των σκιών, μαύρες παρουσίες έσκιζαν την ομίχλη. Τα πνεύματα του Δεκεμβρίου εμφανίστηκαν για τα καθιερωμένα κόκκινα γράμματα. Κάθε ένα επέλεγε τον άνθρωπο που θα ξελόγιαζε και στη συνέχεια παρέδιδε το γράμμα του μέσω κάποιου ονείρου. Εάν ο παραλήπτης δεν κατάφερνε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, εισερχόταν στον κόσμο των σκιών και γινόταν ένα με το δάσος.

«Agnes lofbjorn, η αποστολή σου είναι να δηλητηριάσεις τον βασιλιά. Έχεις τρεις ημέρες για να ρίξεις τη δύναμη του στέμματος στις κόρες της Εκάτης».

Τα μάτια της άνοιξαν τρομακτικά γρήγορα. Η φλόγα του κεριού άφηνε σχήματα στον τοίχο, όμοια με τα σκίτσα που συνήθιζε να σκαρώνει. Σκούρες πολύπλοκες γραμμές που μπλέκονταν η μια στην άλλη, σχήματα μυτερά και αχόρταγα, έτοιμα να κατασπαράξουν όλο το χαρτί που τους δινόταν ώστε να επιζήσουν. Έξω από την οικία ακουγόταν μονάχα ο άνεμος που έκανε τις πόρτες να τρίζουν και τα κεριά να σβήνουν, όπως οι ψυχές των κατοίκων τέτοια εποχή. Η κοπέλα έριξε μια κλεφτή ματιά στον γάτο της και έπειτα χώθηκε κάτω από τη διπλή μαυροκέντητη κουβέρτα για ακόμη λίγο ύπνο.

Το επόμενο πρωί, στην κεντρική πλατεία, βρέθηκαν δύο κεφάλια, χωρίς παραπάνω στοιχεία. Στα βρωμερά πλακάκια υπήρχε λευκή σκόνη μέσα και γύρω από τα ρούχα των νεκρών. Ο τελάλης της πόλης είχε ήδη ξεκινήσει το νεκρικό άσμα για τη μετάδοση των νέων.

Η Agnes ξύπνησε από τον εκνευριστικό ήχο, άρπαξε τον σάκο της και ξεκίνησε για το κάστρο. Πέρασε από το στενό με τα μικρομάγαζα με τις κλωστές, και έκοψε δρόμο από το δάσος που απέφευγαν όλοι. Τάχυνε το βήμα της καθώς παρατηρούσε βασανισμένες μορφές που ούρλιαζαν ικετευτικά πάνω στους ακίνητους κορμούς, λες και πρωταγωνιστούσαν σε βουβή σκηνή θεάτρου. Πατούσε τα πεσμένα κλαριά με μανία προκειμένου να βγει από το τοπίο φρίκης όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ο σκοπός της ήταν ένας: να επιβιώσει.

Περπατούσε όλη μέρα. Μόλις έφτασε στην πύλη, πήρε μια βαθιά ανάσα και κάλυψε το πρόσωπό της με την κουκούλα του φορέματος. Οι φρουροί ευτυχώς δεν της έδωσαν καν σημασία αφού έπαιζαν ζάρια. Κρύφτηκε μέσα σε μια εμπορική άμαξα και έτσι τρύπωσε στα τείχη της πόλης. Αν και ένιωθε υπνωτισμένη, ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Μέσα στην τσέπη της υπήρχε το κλειδί της βασιλικής κάμαρας. Περίμενε υπομονετικά την εμφάνιση της σελήνης, την ώρα που οι υπόλοιποι του είδους της θα έπεφταν σε έναν μικρό λήθαργο. Ήταν η στιγμή να κάνει το καθήκον της. Πρώτα έβαλε φωτιά στους κύριους αχυρώνες. Φώναξε δυνατά ώστε να ξυπνήσουν όλοι και οι φρουροί να τρέξουν προς τα εκεί. Τρύπωσε στα μαγειρεία, χτύπησε με το τηγάνι μια καμαριέρα και ντύθηκε με τα ρούχα της. Άρπαξε έναν δίσκο με καυτό τσάι και ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο δωμάτιο του βασιλιά.

«Έφερα το τσάι του βασιλιά», πρόφερε με χαμηλωμένο βλέμμα στους φρουρούς, και μπήκε με επιτυχία μέσα. Έβγαλε αθόρυβα τη λεπίδα από το μανίκι της και έκοψε τον λαιμό του βασιλιά. Έβαλε το στέμμα στον σάκο της, κατέβηκε από τον κισσό του κεντρικού παραθύρου στο έδαφος και έτρεξε προς το δάσος.

Την τρίτη μέρα η Agnes ξύπνησε χωρίς τη μνήμη της. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το σώμα της ήταν ένας μονοκόμματος κορμός.

«Agnes lofbjorn, η αποστολή σου ήταν να πας κόντρα στο όνειρό σου. Απέτυχες», είπε μια φωνή μέσα από το δάσος.


Η Ραφαέλα Svensson ζει, γράφει και ζωγραφίζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Τι μας λένε;

Photo by Ashutosh Sonwani on Pexels.com

Όλες οι διαχρονικές χριστουγεννιάτικες ιστορίες που έχουν μείνει χαραγμένες στην καρδιά
μας δεν είναι γραμμένες αποκλειστικά για τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα στο μυαλό
του συγγραφέα, του ποιητή, του καλλιτέχνη, δεν είναι απλά μια γιορτή. Είναι ένας κήπος
ανθισμένος μέσα στο παχύ χιόνι∙ ένα καταπράσινο δέντρο που δεν μαραίνεται ποτέ, σε μια
απρόσιτη, κάτασπρη βουνοκορφή∙ μια ζεστή γωνιά σε ένα γυμνό, παρατημένο σπίτι∙ μια
γλυκιά μελωδία στην παγερή ησυχία της μοναξιάς. Είναι η ανάγκη της φωλιάς, της εστίας,
της οικογένειας, της ανθρωπινότητας.

Όλες οι γωνιές του σπιτιού φωτίζονται, να μην υπάρχει πουθενά σκοτάδι, όλες οι πλευρές
στολίζονται, να μην υπάρχει πουθενά μονοτονία. Όλες οι γωνιές της ψυχής. Γιατί, τα
Χριστούγεννα είναι μέσα μας.

Όλες οι ιστορίες-καθρέφτες είναι γεννημένες ως προσφορά στον άνθρωπο, ως καθήκον,
από τον καλλιτέχνη. Είναι εκείνες οι συμβολικές ιστορίες που μας θυμίζουν κάτι από τη
σοφία που κυνηγάμε και κάτι από την παιδική ηλικία που αφήσαμε πίσω μας. Τότε που η
ζωή είχε το πραγματικό της νόημα, την αληθινή της διάσταση, εκεί όπου ο εαυτός μας ήταν
καθαρός.

Τότε που είχαμε εμπιστοσύνη στην ανθρωπότητα.

Ημερολόγιο καραντίνας Περί τέχνης

Inventor of the Isolator: Hugo Gernsback

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Δεύτερη καραντίνα, δεν μετράμε πια μέρες, δεν έχουμε πια όρεξη να σχολιάσουμε ούτε την επικαιρότητα, ούτε τη ζωή μας, ούτε τη ρουτίνα μας -η οποία έχει αλλάξει δραματικά. Δουλεύουμε από το σπίτι, διασκεδάζουμε από το σπίτι, κάνουμε παρέα από το σπίτι, γιορτάζουμε γενέθλια, παίρνουμε μεταπτυχιακά και διδακτορικά, διδάσκουμε και διδασκόμαστε, παρακολουθούμε συνέδρια και φεστιβάλ, ομιλίες και λειτουργίες, όλα με τηλεδιάσκεψη. Συνεχίζουμε να μαθαίνουμε νέα πράγματα, είμαστε πιο ξεκούραστοι σωματικά, κοιμόμαστε λιγότερες ώρες, το σώμα λιγάκι πλαδαρεύει, δεν πηγαίνουμε πια τόσο συχνά βόλτες για περπάτημα ή τρέξιμο πληκτρολογώντας το περιβόητο “6” στο 13033.

Σε αυτή τη δεύτερη φάση μάς έχει αφομοιώσει περισσότερο το “μέσα”. Ζούμε πια τελείως σε έναν εσωτερικό κόσμο, σε έναν κόσμο μέσα στο σπίτι και μέσα στο κεφάλι μας. Το παράθυρο των παιδιών στον κόσμο είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Έχει εκλείψει -προς το παρόν- η βιωματική μάθηση και η εμπειρία.

Προφανώς και ελπίζουμε πως όλο αυτό είναι προσωρινό, σύντομα θα βγει το εμβόλιο. Σκεφτόμαστε τους ανθρώπους που υποφέρουν στις εντατικές καλά και στα σπίτια -δεν είναι εύκολη η ανάρρωση από τον ιό. Έχουν πάψει και τα τελευταία σχόλια ότι “ο ιός δεν υπάρχει” κι αυτό διότι βρίσκεται πλέον -αν όχι σε κάθε σπίτι- σε κάθε πολυκατοικία. Όλοι πλέον ξέρουν κάποιον που νοσεί ή έχει νοσήσει. Τα νοσοκομεία είναι γεμάτα.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα, της πανδημίας που πλέον έχει γίνει βίωμα και έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως μια τραυματική εμπειρία για όλους μας, ποιο είναι το όφελος και η αποστολή της τέχνης;

Πολλά σενάρια επιστημονικής φαντασίας και τρόμου με θέμα τον ιό προηγήθηκαν αυτής της πανδημίας. Θεωρήθηκαν προφητικά -η πρόβλεψη βέβαια ενός τέτοιου γεγονότος έστω στη μυθοπλασία δεν προκύπτει παρά από την προσεκτική παρατήρηση του παρελθόντος και του παρόντος. Μας έδειξαν το “what if”, το “τι θα γινόταν αν”. Πριν από την πανδημία, βιβλία με τέτοια θεματολογία, είχαν αξία. Έδιναν τροφή για σκέψη. Αποτελούσαν μια έξυπνη μυθοπλασία, μια έξυπνη αμφίεση της πραγματικότητας.

Η τέχνη πρέπει να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τη ζωή.

Σήμερα, η αναφορά στον ιό έχει αξία περισσότερο σε μορφή αυτοβιογραφίας, άρθρου ή ημερολογίου. Μια καταγραφή της καθημερινότητας και των γεγονότων, όχι σε μορφή μυθοπλασίας, αλλά ρεαλισμού πλέον, που θα πληροφορήσει, θα κρατήσει την ανάμνηση.

Η φαντασία του παρελθόντος έχει γίνει πραγματικότητα (παραπομπή σε αυτό που λέω: “Η επιστημονική φαντασία του χθες είναι η πραγματικότητα του σήμερα ή “Η επιστημονική φαντασία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο”). Δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί σε fiction επ’ αυτού. Εξάλλου, ποιος έχει πλέον την ψυχολογία να διαβάσει δυστοπικά σενάρια για την ήδη δυστοπική μας πραγματικότητα;

Μήπως έχει περισσότερη αξία το ένα βήμα παραπέρα; Το “μετά από όλο αυτό”; Ποιος έχει κουράγιο, πραγματικά, για περισσότερη καταστροφολογία μέσα από τη μυθοπλασία; Και ποιο είναι το ξάφνιασμα ή η χρησιμότητα εν μέσω μιας καταιγίδας να ασχολείται κάποιος με το πώς θα τον πνίξει η καταιγίδα ή να συζητάει για την καταιγίδα; Εν μέσω της καταιγίδας διοχετεύουμε κάπου αλλού το νερό ώστε να μην πνιγούμε, οχυρωνόμαστε να μείνουμε στεγνοί, αναλογιζόμαστε τι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε για την επόμενη καταιγίδα που θα έρθει, οραματιζόμαστε μέρες λιακάδας, σκεφτόμαστε όλα αυτά τα πράγματα που θα κάνουμε μετά, πώς να μετατρέψουμε την καταιγίδα σε λιμνούλα, ντουζιέρα, νερό για το φαγητό, πότισμα για τον κήπο. Έτσι και η τέχνη, υπηρετεί το “μετά”, το “ένα επίπεδο ψηλότερα”, βγάζει το κεφάλι πάνω από την καταιγίδα περνώντας βέβαια από μέσα της.

Η μυθοπλασία είναι μια μεταμφιεσμένη πραγματικότητα, ναι, όμως τα ρούχα της δεν πρέπει να είναι μεταχειρισμένα.

Τελετουργικά Μετάβασης

Κάθε μετάβαση στη ζωή μας από μια κατάσταση σε μια άλλη, αποτελεί ένα τελετουργικό μετάβασης (ή αποχωρισμού). Από τα αρχαία τελετουργικά μύησης, μέχρι το πιο κοινό γεγονός σήμερα, όπως η στρατιωτική θητεία ή ο γάμος, τα τελετουργικά μετάβασης καταλαμβάνουν κάθε κίνηση στη ζωή μας και τις περισσότερες φορές πλέον τελούνται μηχανικά από εμάς τους ίδιους.

Τα τελετουργικά μετάβασης (όρος που εισήγαγε πρώτος ο Γάλλος εθνογράφος και λαογράφος Arnold van Gennep στο βιβλίο του Les Rites de Passage το 1909) είναι κάποιες ιεροτελεστίες που τελούνται για την μετάβαση ενός ατόμου από μια κατάσταση σε μια άλλη. Τέτοιες τελετουργίες για παράδειγμα σηματοδοτούν την μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, από την εφηβεία στον ανδρισμό ή στη θηλυκότητα, από την αγαμία στον γάμο και την οικογένεια, ακόμη και την μετάβαση από την παρούσα ζωή στην επόμενη. 

 Το πρώτο τέτοιο τελετουργικού που βιώνουμε είναι η γέννηση. Το έμβρυο αφήνει το οικείο περιβάλλον της μήτρας και μεταβαίνει, περνώντας στο δεύτερο στάδιο, στο ξένο και αφιλόξενο περιβάλλον εκτός μήτρας. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμβαίνει και με το θάνατο, αν δεχτούμε πρώτα φυσικά ότι υπάρχει και κάτι πέρα από τον κόσμο που γνωρίζουμε. Ο αποθνήσκων αφήνει το περιβάλλον της ζωής του και μεταβαίνει στο άγνωστο το «άλλου» κόσμου, όπου φυσικά, σύμφωνα με τις δοξασίες και τις μυριάδες θεωρίες περί τούτου, προσπαθεί να προσαρμοστεί, επανεξετάζει τα λάθη της επίγειας ζωής του και προσπαθεί να κερδίσει μια θέση στον Παράδεισο. Στο δεύτερο και ενδιάμεσο στάδιο της μετάβασης ή μύησης, το άτομο ευρισκόμενο ανάμεσα σε δύο εαυτούς, σε δύο ζωές, σε δύο πραγματικότητες, συνήθως δεν έχει ταυτότητα και διανύει μια περίοδο αναμονής για τη νέα του ζωή. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης π.χ. το βρέφος μαθαίνει να τρώει, να μιλάει, να περπατάει και να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του, ώστε σταδιακά να μπορέσει να ενταχθεί στην «κοινωνία» των ανθρώπων.

Τα τελετουργικά μετάβασης συνήθως χαρακτηρίζονται από τρεις φάσεις: α)τον αποχωρισμό, β)το μεταβατικό στάδιο ή στάδιο της μύησης και γ)την επανένταξη στην κοινωνία με ένα νέο πια πρόσωπο και ρόλο σε αυτήν. Κατά το πρώτο στάδιο τα άτομα συνήθως απομακρύνονται από την κοινότητα και απομονώνονται (αν όχι κάπου μακριά, τότε μέσα στο σπίτι τους) και ακολουθούν κάποια «τελετουργικά αποχωρισμού», όπως το κόψιμο των μαλλιών, κάποιες δοκιμασίες αντοχής στον πόνο για τα αγόρια, δερματοστιξία σε όλο το σώμα και γενικά πράξεις που αποκόπτουν το άτομο από τις συνήθειες του «προηγούμενου» εαυτού του. Αυτές οι πρακτικές συνήθως έχουν σκοπό την μύηση και την εκπαίδευση. Κατά την ένταξή του στη νέα πραγματικότητα το άτομο γίνεται δεκτό με εορτασμούς και τιμές αφού ακολούθησε τα έθιμα και κέρδισε τον ρόλο που του αρμόζει. Τέτοια παραδείγματα έχουμε σε φυλές της Αφρικής όπου, οι νεαροί έφηβοι, κορίτσια και αγόρια, ορισμένες φορές υφίστανται τρομερές και επίπονες διαδικασίες προκειμένου να ενταχθούν στην κοινωνία των ενηλίκων και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια. 

Τα τελετουργικά μετάβασης τελούνταν καθ’ όλη την διάρκεια της αρχαιότητας, σχεδόν από τότε που υπήρχαν άνθρωποι. Οι μεταβάσεις και οι αλλαγές στη ζωή ήταν πάντα κάτι πολύ σημαντικό. Μερικά παραδείγματα αποτελούν η περιτομή που γίνεται στα μικρά εβραιόπουλα, το Bar/Bat Mitzvah όταν τα εβραιόπουλα γίνονται 13-14 ετών, η νεκρώσιμη ακολουθία των ιουδαίων, το Genpuku, τελετή ενηλικίωσης των Samurai, τα 16 Samskaras του Ινδουϊσμού, η αναζήτηση οράματος στους Ινδιάνους της Αμερικής και άλλα πολλά τελετουργικά ανά τον κόσμο.Στις κοινωνίες των φυλών, το τι είναι ένας άντρας ή μια γυναίκα δεν καθορίζεται απ’ τη γέννησή του, αλλά από τα διάφορα τελετουργικά, όπως τελετές γονιμότητας για τακορίτσια ή δερματοστιξία για τα αγόρια κατά την ενηλικίωσή τους.

Δύο αρχαία Τελετουργικά Μετάβασης των Ιουδαίων που τελούνται μέχρι σήμερα

Περιτομή: Το τελετουργικό μύησης του αρσενικού παιδιού στη συνθήκη της περιτομής ονομάζεται από τους Ιουδαίους berit milah. Περιλαμβάνει την αφαίρεση δια χειρουργικής επέμβασης της ακροβυστίας του ανδρικού γεννητικού οργάνου και την απαγγελία προσευχών που καλωσορίζουν το βρέφος στην κοινωνία των Εβραίων μυώντας το στη διαθήκη του Αβραάμ.Λαμβάνει χώρα την όγδοη ημέρα της ζωής ενός βρέφους, μετρώντας ως πρώτη την ημέρα της γέννησής του. 

Τελετουργικό: Η πνευματική μητέρα παραδίδει το παιδί στον πνευματικό του πατέρα κι εκείνος με τη σειρά του στον mohel. Καλωσορίζεται από τους παρευρισκόμενους με μια ευχή στα εβραϊκά: «Ευλογημένος να είναι αυτός που έρχεται». Ο πατέρας στη συνέχεια δηλώνει δημόσια και επίσημα το θέλημά του να περιτμηθεί ο υιός του σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές. Ο mohel παίρνει το παιδί και το τοποθετεί στην αγκαλιά του sandaq (ο κρατών). Η χειρουργική διαδικασία περιλαμβάνει 3 στάδια: 1) το milah, αφαίρεση της ακροβυστίας, 2) το peri’ah, την αποκόλληση και αναδίπλωση του βλεννογόνου υμένα ώστε να εκτεθεί η βάλανος, 3)το metsitsah, τον καθαρισμό του αίματος από την πληγή(δια στόματος παλαιότερα και σήμερα με μια απορροφητική αντλία). Καθ’ όλη αυτή τη διαδικασία, ο sandaq  κρατά ακίνητα τα πόδια του βρέφους.  Έπειτα ο πατέρας του παιδιού αποδίδουν ευχές και τιμές και στη συνέχεια ευλογείται το κρασί. Δίδεται στο βρέφος λίγο απ’ το κρασί και επονομάζεται τυπικά. Το κρασί έπειτα δίδεται στους γονείς και έτσι η τελετή ολοκληρώνεται και ακολουθείται από μια μεγάλη εορτή.

Κηδεία: Στον Ιουδαϊσμό, ο ρόλος των πενθούντων και των τελετουργικών πένθους είναι σαφώς καθορισμένος. Οι πενθούντες είναι εκείνοι που έχουν την υποχρέωση να διατηρούν το τελετουργικό του πένθους και απαρτίζονται από το στενότερο συγγενικό περιβάλλον του αποθανόντα, δηλαδή τον πατέρα, τη μητέρα, την αδερφή, τον αδερφό, την κόρη, τον γιο και τους συντρόφους αυτών. Το πένθος αυτό καθαυτό είναι καθορισμένο σε τρεις φάσεις: 1)στο aninut, από τον θάνατο στην ταφή, 2) στο shiv’ah, τις επτά ημέρες μετά την ταφή και 3) στο sheloshim, στο πέρας των επτά ημερών έως την 13 ημέρα μετά την ταφή. Κάθε μια από αυτές τις φάσεις έχει τις δικές της πρακτικές και τους ανάλογους περιορισμούς. Από τον θάνατο έως την ταφή, οι πενθούντες απέχουν από κάθε ευχάριστη θρησκευτική εκδήλωση, όπως η πρωινή δοξολογία. Επίσης απαγορεύεται να τρώνε κρέας, να πίνουν κρασί, να διασκεδάζουν ή να έχουν σεξουαλικές επαφές. 

Τελετουργικό: Το σώμα του αποθανόντα ετοιμάζεται για την ταφή μέσω μιας διαδικασίας πλυσίματος (tahorah, κάθαρση). Μετά από την πλύση, ο αποθανών ντύνεται με λινό σάβανο, που είναι γνωστό και ως σάκκος (takhrikhim). Αυτή η πρακτική εφαρμόζεται για να υπάρχει ισότητα φτωχών και πλουσίων, ώστε να μην προσβάλλουν τους ίδιους τους φτωχούς νεκρούς ή τους συγγενείς τους. Το σώμα έπειτα τοποθετείται σε ξύλινο φέρετρο. Μέρος του τελετουργικού πένθους είναι και η διανομή των ρούχων του νεκρού (qeriy’ah) σε φίλους και συγγενείς. Σε μερικές περιπτώσεις όταν δεν διανέμονται τα ρούχα, μοιράζονται ειδικές μαύρες ταινίες που τοποθετούνται πάνω από τα ρούχα των πενθούντων. 

Την ταινία αυτή φορούν όλοι με τη σειρά, και συγχρόνως απαγγέλλεται στον καθένα τους, από τους υπόλοιπους, η ευλογία: «Ευλογημένος να είσαι, ω Κύριε και Θεέ μας, Κυβερνήτη του Σύμπαντος, Κριτή της Αλήθειας». Έπειτα, ο νεκρός μεταφέρεται στο νεκροταφείο. Το φέρετρο οδηγείται στον τάφο (keber) από τους νεκροπομπούς, που κάνουν επτά στάσεις στη διαδρομή, ψάλλοντας τον ψαλμό 91. Τοποθετούν στο έδαφος το φέρετρο και το καλύπτουν με χώμα. Μετά την ταφή(keburah) , οι παρευρισκόμενοι σχηματίζουν δύο σειρές, ανάμεσα από τις οποίες περνούν οι πενθούντες. Καθώς περνούν, οι υπόλοιποι τους εύχονται: «Είθε ο Θεός να σας παρηγορήσει μαζί με όλους τους υπόλοιπους πενθούντες της Σιών και της Ιερουσαλήμ». Το πέρας της ταφής σηματοδοτεί το τέλος της πρώτης φάσης της πένθιμης περιόδου(aninut) και την αρχή της δεύτερης (shiv’ah). Κατά την επιστροφή στο σπίτι (συνήθως στο σπίτι του αποθανόντα), οι πενθούντες ανάβουν ένα κερί, που συνεχίζει να καίει όλες τις επτά ημέρες μετά την ταφή. 

Η φλόγα συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή. Έπειτα οι πενθούντες σερβίρουν το γεύμα της παρηγορίας (se’udat havra’ah), το οποίο προετοιμάζεται από φίλους και συγγενείς. Συνήθως περιλαμβάνει στρογγυλές τροφές, όπως αυγά, σύμβολο ζωής και ελπίδας. Κατά τη διάρκεια του shiv’ ah οι πενθούντες παραμένουν στο σπίτι και δεν ασχολούνται με δουλειές ή άλλες δραστηριότητες. Παραδοσιακά, κάθονται σε ειδικά χαμηλά καθίσματα, δεν ξυρίζονται, δεν κουρεύονται, δεν κάνουν μπάνιο και δεν ασχολούνται με οιανδήποτε ευχάριστη για τον εαυτό τους διαδικασία (εκτός κι αν συντρέχουν λόγοι υγιεινής). Δεν φορούν δερμάτινα παπούτσια και δεν έχουν καμία σεξουαλική επαφή. Όταν τελειώνει το shiv’ah και κατά τη διάρκεια της τρίτης φάσης πένθους, το sheloshim, οι πενθούντες επιστρέφουν στις δουλειές τους, αλλά συνεχίζουν να αποφεύγουν κοινωνικές συγκεντρώσεις έως και την 13η μέρα μετά την ταφή. Βλέπουμε ότι δεν είναι πολλές οι διαφορές με τις δικές μας τελετές ταφής. Τα τελετουργικά διαδίδονται από λαό σε λαό και έχουν τόσο μεγάλη δύναμη που μένουν σχεδόν αναλλοίωτα στο πέρασμα των αιώνων.  

Βέβαια τα τελετουργικά μετάβασης δεν σταματούν εδώ. Τελούνται από κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, είτε το αντιλαμβάνεται, είτε όχι. Τα τελετουργικά μετάβασης, είναι ένας τρόπος να θυμίζουν σε κάθε ανθρώπινο ον, οποιασδήποτε φυλής ή κοινωνίας, ότι χρειάζεται να ανήκει κάπου. Στην ουσία οι τελετές είναι μια έκφραση κοινωνικότητας. Είναι όμως και μια έκφραση θρησκευτικότητας επίσης. Μια έκφραση απόδειξης του τι μπορεί να κάνει κάποιος για την πίστη του. Κι όσο περισσότερα είναι διατεθειμένος να κάνει και τα κάνει, τόσο ψηλότερα ανεβαίνει στην πυραμίδα της ιεραρχίας των πιστών. Εισπράττει τον σεβασμό και τον θαυμασμό των μη μυημένων και την αποδοχή των ήδη μυημένων. Μερικά καθημερινά παραδείγματα μετάβασης είναι η βάπτιση, ο αρραβώνας, ο γάμος, η κηδεία,   η αναχώρηση του νέου για να εκτίσει την στρατιωτική του θητεία, η φυλακή, το διαζύγιο, η αποφοίτηση από το σχολείο και η φοίτηση στο πανεπιστήμιο, ο θάνατος και η νεκρώσιμη ακολουθία, το στάδιο απεξάρτησης από κάθε είδους ουσία που θέλουμε να βγάλουμε από τη ζωή μας, η στιγμή που πέφτουμε για ύπνο, το ξύπνημα και το ξεκίνημα της νέας ημέρας, η παύση της εργασίας κατά τις διακοπές του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, οι ετοιμασίες για μια βραδινή έξοδο, η στιγμή της προσευχής και τόσα άλλα παραδείγματα που μας δείχνουν ότι τελούμε τελετουργικά μετάβασης καθημερινά και μάλιστα τριμερή, ακολουθώντας πιστά τα τρία στάδια, εντελώς μηχανικά χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την τέλεση του τελετουργικού.

Τα τελετουργικά μετάβασης είναι τροφή για την ψυχή του ανθρώπου. Τον βοηθούν να προχωράει στη ζωή και να αφήνει πίσω του παλιές καταστάσεις. Τα γραφεία των ψυχολόγων και ψυχιάτρων ουσιαστικά έχουν γεμίσει από ανθρώπους που ζητούν βοήθεια για να μεταβούν. Να μεταβούν από μια παλιά δυσάρεστη κατάσταση σε μια νέα που θα τους κάνει να γυρίσουν σελίδα. Να αντιμετωπίσουν τον θάνατο ενός συγγενή, ή ένα τραύμα παιδικό που δεν τους αφήνει να συνεχίσουν ήρεμοι τη ζωή τους. Να απεξαρτηθούν απ’ τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ, να ξεπεράσουν έναν χωρισμό ή μια φοβία που τους στοιχειώνει. Όλα αυτά χρειάζονται κάποιες διαδικασίες αποχωρισμού, μύησης/μετάβασης και επανένταξης και ο ψυχολόγος στην ουσία τελεί καθήκοντα ενός σύγχρονου μορφωμένου τελετάρχη, ενός σαμάνου, ενός πνευματικού. 

Βιβλιογραφία:

-Armstrong, A. Terry- Busby, L. Douglas-Carr, F. Cyril, A Reader’s Hebrew.
-English Lexicon of the Old Testament, Zondervan Hebrew Reference Series, Zondervan Publishing House, Grand Rapids, Michigan, 1989.
-Βέλλα, Μ., Βασιλείου, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, β’ έκδοση, Αθήνα, 1984.
-Braun, Willy-McCutcheon, Russel, Εγχειρίδιο Θρησκειολογίας, Θεσσαλονίκη,2003, χρησιμοποιήθηκε το άρθρο: Grimes, L., Ronald, “Τελετουργία”.
-Eliade, Mircea, Encyclopedia of Religion vol.12. 
-Rites of Passage from Biblical to ModernTimes, Eκδόσεις University of Washington Press.
-Οι Θρησκείες του Κόσμου (συλλογικό), εκδόσεις Ουρανός, 2006, χρησιμοποιήθηκε το άρθρο: Bowie, Fiona, “Τελετουργία και Επιτέλεση”.

Ακαδημαϊκό άρθρο. Πρωτοδημοσιεύτηκε σε ένθετο του Ελεύθερου Τύπου το 2012.

Xωρίς Θρησκευτικότητα

Μια αναδρομή στα λόγια των κυριότερων μελετητών της θρησκείας προς διερεύνηση της φράσης του Sir Samuel Baker (1866) για τους λαούς βόρεια του Νείλου: «Δεν πιστεύουν σε κάποιο ανώτερο ον, ούτε έχουν κάποια μορφή λατρείας, ούτε φωτίζεται το σκοτάδι στο μυαλό τους από κάποια πρόληψη».

Προσηλυτισμός και αντίσταση

Οι Ευρωπαίοι εξερευνητές, οι έμποροι, οι κατακτητές και οι διοικητές των αποικιών λειτούργησαν με μια ιδεολογία εδαφικής επέκτασης και διαπολιτισμικής άρνησης που ενσωματώθηκε βαθιά στον ευρωπαϊκό τρόπο σκέψης και συναλλαγής με τον υπόλοιπο κόσμο. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα G.W.F.Hegel, όλα τα μεγάλα έθνη «αναζητούν διέξοδο προς τη θάλασσα», επειδή, «η θάλασσα παρέχει τα άμεσα για την αποικιακή δραστηριότητα –σποραδική ή συστηματική- στην οποία οδηγείται η ώριμη κοινωνία των πολιτών».

Στις αποικίες ωστόσο οι γηγενείς ανέπτυξαν ένα φάσμα στρατηγικών για την αντιμετώπιση αυτών των ευρωπαϊκών εδαφικών αξιώσεων και πολιτισμικών αναπαραστάσεων. Μια επιλογή ήταν η αντιστροφή των ξένων όρων της ευρωπαϊκής θρησκευτικής σημειολογίας. Κατά τη διάρκεια των ισπανικών κατακτήσεων του δεκάτου έκτου αιώνα στην Αμερική, για παράδειγμα, οι κατακτητές ήταν εφοδιασμένοι με ένα θεολογικό κείμενο το οποίο διαβαζόταν ενώπιον των ντόπιων, ως επισφράγιση αυτού που η ιστορικός Patricia Seed αποκάλεσε «τελετουργία κατοχής» που πιστοποιούσε τις ισπανικές αξιώσεις στα νέα εδάφη. Απέναντι σε αυτό το αποικιοκρατικό τελεσίγραφο, οι ιθαγενείς μπορούσαν είτε να υποταγούν, είτε να αντισταθούν. Βρήκαν όμως επίσης τρόπους να επαναπροσδιορίσουν και να αντιστρέψουν τη σειρά των αναφορών που συνέδεαν το Νέο Κόσμο με τον Παλαιό. Μια άλλη επιλογή ήταν επίσης η ανασκευή των γνωστών όρων της γηγενούς θρησκευτικής σημειολογίας. Στην Αφρική για παράδειγμα, οι γηγενείς μύθοι της θάλασσας και της ξηράς μετασχηματίστηκαν ώστε να εξηγήσουν τις εισβολές των ξένων και τις βιαιότητες της αποικιοκρατίας.

Κάτω από τον αντίκτυπο της βρετανικής αποικιοκρατίας στη Νότια Αφρική του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι μύθοι της θάλασσας ανασκευάστηκαν για να ερμηνεύσουν τις στρατιωτικές εισβολές, την αρπαγή των εδαφών και τις νέες εξουσιαστικές σχέσεις.[1]

Aποικιακή συγκριτική θρησκειολογία

Ως μια μελέτη της θρησκευτικής διαφθοράς, η μελέτη της θρησκείας έχει τις ιστορικές της ρίζες όχι μόνο στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, αλλά και σε αυτή τη μακροχρόνια ιστορία της αποικιοκρατίας. Στις αποικιακές κτήσεις, οι Ευρωπαίοι Εξερευνητές, οι ταξιδιώτες, οι ιεραπόστολοι, οι  άποικοι και οι αποικιακοί διοικητικές κατέγραψαν τα συμπεράσματά τους για τις γηγενείς θρησκείες ανά τον κόσμο. Με αξιοσημείωτη συνέπεια, σε μια περίοδο πέντε αιώνων, αυτοί οι Ευρωπαίοι παρατηρητές ανέφεραν ότι είχαν βρει λαούς στην Αμερική, την Αφρική και τα νησιά του Ειρηνικού οι οποίοι στερούνταν οποιουδήποτε ίχνους θρησκείας. Στην αρχή του δεκάτου έκτου αιώνα, ο εξερευνητής Americo Vespucci παρατήρησε ότι οι ιθαγενείς της Καραϊβικής δεν είχαν «καμία θρησκεία».

Τον δέκατο έβδομο αιώνα ο ταξιδιώτης Jacques le Maire, υποστήριξε μεταξύ των κατοίκων των νησιών του Ειρηνικού δεν υπήρχε «το ελάχιστο ίχνος θρησκείας». Στο πλαίσιο της επέκτασης των εμπορικών σχέσεων στη Δυτική Αφρική του δεκάτου ογδόου αιώνα ο έμπορος William Smith ανέφερε ότι τους Αφρικανούς «Δεν τους απασχολεί καμία θρησκεία απολύτως». Στον δέκατο ένατο αιώνα, οι Ευρωπαίοι παρατηρητές επέμεναν ακόμα να υποστηρίζουν ότι οι ιθαγενείς της Αυστραλίας δεν είχαν «καμία απολύτως θρησκεία ή θρησκευτικό στοιχείο, που να τους διαχωρίζει από τα κτήνη». Θα μπορούσαν να αναφερθούν σχεδόν απεριόριστα παραδείγματα. Καθώς αυτή η παγκόσμια λιτανεία της άρνησης συσσωρευόταν δημιούργησε πολλαπλά επίπεδα στρατηγικής σημασίας στις ευρωπαϊκές αποικιακές συναντήσεις με τους γηγενείς λαούς. Επειδή στερούνταν υποθετικά ένα τέτοιο καθοριστικό χαρακτηριστικό ης ανθρώπινης φύσης όπως η θρησκείας, οι ιθαγενείς δεν είχαν κανένα από τα ανθρώπινα δικαιώματα της ζωής, του εδάφους, του ζωικού κεφαλαίου ή του ελέγχου της εργασίας τους, που θα έπρεπε να γίνουν σεβαστά από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες. Από αυτή την άποψη, η άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε γηγενούς θρησκείας –αυτή η ανακάλυψη της απουσίας- ενίσχυσε τα αποικιακά προγράμματα της κατάκτησης, της κυριαρχίας και της αρπαγής.

 Προφανώς η ανακάλυψη της «απουσίας» της θρησκείας υποδείκνυε ότοι οι Ευρωπαίοι  σχολιαστές των αποικιών λειτουργούσαν με βάση έναν ορισμό της θρησκείας που διαμορφώθηκε βέβαια από τις χριστιανικές αντιλήψεις για το τι θεωρούνταν ως θρησκεία. Ωστόσο, αυτή η άρνηση έδειχνε ότι ο όρος «θρησκεία» χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας πολεμικής. Ο λατινικός όρος για τη θρησκεία (religio) ήταν πάντοτε ένα όρος που αποκτούσε το νόημά του σε σχέση με το αντίθετό του, τη δεισιδαιμονία (superstitio). Όπως παρατηρεί και ο γλωσσολόγος Eile Benveniste, «η έννοια της θρησκείας απαιτεί εξ’ αντιδιαστολής, εκείνη της δεισιδαιμονίας». Στα αμφισβητούμενα αποικιακά σύνορα, εντούτοις, η εννοιολογική αντίθεση μεταξύ της θρησκείας και της δεισιδαιμονίας επεκτάθηκε συχνά ως στρατηγική άρνηση των δικαιωμάτων των ιθαγενών στο έδαφος, το ζωικό κεφάλαιο ή την εργασία. 

Στο Ανατολικό Ακρωτήρι της Νότιας Αφρικής, παραδείγματος χάριν, κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες, οι ιεραπόστολοι, οι άποικοι και οι διοικητές που προσπαθούσαν να εδραιώσουν το βρετανικό στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής αρνούνταν πεισματικά να αναγνωρίσουν τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των ιθαγενών Xhosa  ως «θρησκευτικές». Ισχυρίζονταν ότι οι Xhosa ήταν βυθισμένοι στη δεισιδαιμονία. Ο ταξιδιώτης Henry  Lichtenstein , παραδείγματος χάριν, ανέφερε ότι «η δεισιδαιμονία των Xhosa, η πίστη τους στη μαγεία ή στη μαγγανεία, στους οιωνούς και τις προφητείες, είναι ανάλογη με την ανυπαρξία των θρησκευτικών συναισθημάτων τους». ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις ευρωπαϊκές αντιλήψεις για τη θρησκευτική διαφορά στις ανοικτές συνοριακές ζώνες, αυτή η αντίθεση μεταξύ θρησκείας και δεισιδαιμονίας εξυπηρέτησαν το αποικιακό πρόγραμμα με την παρουσίαση των ιθαγενών σαν να ζούσαν σε ένα διαφορετικό κόσμο.

Πώς οδηγήθηκαν οι Ευρωπαίοι παρατηρητές από την άρνηση προς την ανακάλυψη των θρησκειών των ιθαγενών στις αποικίες; Μολονότι αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί με λεπτομερή προσοχή στους ιστορικούς όρους στις συγκεκριμένες περιοχές, μια γενική απάντηση μπορεί να προταθεί από την εμπειρία των Xhosa στο Ανατολικό Ακρωτήρι της Νότιας Αφρικής. Σύμφωνα με τις αναφορές όλων των Ευρωπαίων σχολιαστών, οι Xhosa στερούνταν κάθε ίχνους θρησκείας μέχρι το 1858, όταν υπήχθησαν κάτω από ένα αποικιακό διοικητικό σύστημα που είχε σχεδιαστεί από τον κυβερνήτη Sir George Grey, για τον στρατιωτικό περιορισμό, την επιτήρηση και τη φορολογία των ιθαγενών στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, ο Sir George Grey ήταν επαγγελματίας αποικιακός διοικητής και παράλληλα ερασιτέχνης μελετητής της θρησκείας.

Ήταν το νέο πλαίσιο του αποικιακού περιορισμού, εντούτοις, αυτό που ώθησε τον διοικητή J.C.Warner να χρησιμοποιήσει πρώτος τον όρο «θρησκεία» για τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των Xhosa. Επιμένοντας ότι οι Xhosa είχαν ένα θρησκευτικό σύστημα, ο Warner επεξεργάστηκε ένα είδος πρωτο-λειτουργιστικής ανάλυσης, υποστηρίζοντας ότι η θρησκεία των Xhosa θα εξαλειφόταν τελικά μέσω της στρατιωτικής κατάκτησης και του χριστιανικού προσηλυτισμού, υποστήριζε ότι εν τω μεταξύ το θρησκευτικό τους σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει κατασταλτικά, όπως ακριβώς το αποικιακό διοικητικό σύστημα. 

Σε όλη τη Νότια Αφρική, η ευρωπαϊκή «ανακάλυψη» των γηγενών θρησκειών μπορεί να συσχετιστεί με τον αποικιακό περιορισμό των ιθαγενών. Ενώ η «ανακάλυψη» ενός θρησκευτικού συστήματος των Ζουλού ακολούθησε την επιβολή του αποικιακού συστήματος στο Natal κατά τη δεκαετία 1840, η αναγνώριση ενός θρησκευτικού συστήματος για τους Sotho και τους Tswana καθυστέρησε έως ότου επιβλήθηκε το αποικιακό σύστημα μετ’α την κατάλυση του τελευταίου ανεξάρτητου αφρικανικού πολιτεύματος τη δεκαετία του 1890. Από εκείνο το σημείο, ωστόσο, όταν οι αποικιακοί διοικητές πίστεψαν ότι όλοι οι Αφρικανοί στην περιοχή είχαν συμπεριληφθεί στο αποικιακό σύστημα, οι Ευρωπαίοι σχολιαστές διαπίστωσαν ότι κάθε Αφρικανός στη Νότια Αφρική ανήκε στην ίδια θρησκεία, τη «Bantu». Τα στοιχεία από τη Νότια Αφρική, επομένως δείχνουν ότι η «ανακάλυψη» των γηγενών θρησκειών στις αποικίες δεν αποτελούσε απαραίτητα μια σημαντική ανακάλυψη για την ανθρώπινη γνώση. Ως απόρροια της επιβολής ενός αποικιακού διοικητικού συστήματος, η ανακάλυψη ενός γηγενούς θρησκευτικού συστήματος συνδέθηκε με τον αποικιακό περιορισμό των γηγενών πληθυσμών.[2]

Καταγωγή των λαών και μεταναστεύσεις

Στη Νότια Αφρική, οι Ευρωπαίοι σχολιαστές εντόπισαν επίσης τη γενεαλογία των ιθαγενών στην Αρχαία Εγγύς Ανατολή. Απηχώντας τα προγενέστερα συμπεράσματα του Γερμανού επισκέπτη Peter Kol, που υποστήριξε ότι στις αρχές του δεκάτου ογδόου αιώνας ότι το θρησκευτικό σύστημα των Khoikhoi ή «Hottentot», των κατακτημένων ιθαγενών του Ακρωτηρίου αναγόταν στον Ιουδαϊσμό του αρχαίου Ισραήλ, οι Ευρωπαίοι σχολιαστές του δεκάτου ενάτου αιώνα υποστήριξαν ότι όλοι οι Αφρικανοί της Νότιας Αφρικής προήλθαν από το Βορρά. Οι Xhosa ήταν αρχαίοι Άραβες, οι Ζουλού αρχαίοι Εβραίοι και οι Sotho Tswana αρχαίοι Αιγύπτιοι. 

Εκτός από τη μετάθεση των θρησκευτικών διαφορών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής στο νοτιοαφρικανικό τοπίο, αντικειμενοποιώντας με αυτό τον τρόπο τις εθνικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές που είχαν διαμορφωθεί από την αποικιοκρατία, αυτή η φανταστική γενεαλογία υπονοούσε επίσης ότι οι γηγενείς Αφρικανοί δεν ήταν πραγματικά γηγενείς στη Νότια Αφρική, επειδή προέρχονταν αρχικά από την Εγγύς Ανατολή. Παρομοίως, μια βρετανική αποικιακή συγκριτική μελέτη των θρησκειών που ανήγε τον Ινδουισμό στις μεταναστεύσεις των αρχαίων ινδοευρωπαίων που ξεκίνησαν από τη Σιβηρία ή την Περσία θα μπορούσε να λειτουργήσει όχι μόνο ως ιστορική ανασκευή, αλλά και ως μια στρατηγική μετατόπισης.   

 
Ακολουθώντας αυτή την αντιφατική διπλή τακτική του δομικού περιορισμού και της ιστορικής μετατόπισης, η αποικιακή συγκριτική θρησκειολογία λειτούργησε σε όλο τον κόσμο για να αρνηθεί, να ανακαλύψει, να εντοπίσει και να μετατοπίσει τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των αποικισμένων λαών.[3]

Συμπεράσματα

1.  Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ότι ο συγκεκριμένος εξερευνητής, ο Samual Baker, δεν κατανόησε τη μορφή της θρησκείας αυτών των λαών, ούτε καν την εντόπισε, επηρεασμένος προφανώς από τη δική του αντίληψη περί της μορφής της θρησκείας. Έτσι, συμπέρανε ότι δεν υπήρχε ίχνος θρησκευτικότητας σε αυτούς τους λαούς.
2. Από την άλλη, ίσως αυτοί οι λαοί, λόγω της αποικιακής περιόδου, να βρίσκονταν σε ένα στάδιο σύγχυσης. Μόλις είχαν αποβάλει την δική του παλιά θρησκεία και ετοιμάζονταν να υποδεχτούν τη νέα θρησκεία των αποίκων. Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, τα σημάδια της επερχόμενης θρησκείας ήταν προφανώς πολύ αχνά για να εντοπιστούν.
3. Το στάδιο αυτό της μετάβασης από το ένα θρησκευτικό σύστημα στο άλλο και ακόμα περισσότερο το στάδιο της εκρίζωσης της παλιάς «ασφαλούς» θρησκείας αυτών των «αγρίων» λαών, θα πρέπει να ήταν πολύ επώδυνο για αυτούς. Θα πρέπει να βρίσκονταν σε μια κατάσταση πνευματικού μετεωρισμού και διλλήματος για το ποια ήταν τελικά η αληθινή θρησκεία. Η παλιά ή η νέα;

Σχετικά με αυτό ο Frantz Fanon (σ.667)παρατηρεί ότι «η αποικιοκρατία δεν αρκείται απλώς στο να υποτάσσει τους ανθρώπους και να αδειάζει το μυαλό των ντόπιων από κάθε μορφή και περιεχόμενο. Με ένα είδος διεστραμμένης λογικής, στρέφεται προς το παρελθόν των καταπιεσμένων ανθρώπων και το διαστρεβλώνει, το παραμορφώνει και το καταστρέφει».

(Το παρόν αποτελεί απόσπασμα ακαδημαϊκού άρθρου. Διαβάστε το ολόκληρο εδώ: http://www.academia.edu/4529717/Without_Religiousness-_ )


[1] David Chidester, Αποικιοκρατία, σσ.653-657.[2] Ό.π., σσ.658-661.[3] Ό.π., σσ.661-662. 

Τα Στοιχειά της Σαμοθράκης

Samothraki pool by ALEX MERTZANIS @Flickriver

Στης Σαμοθράκης τις ακτές, / φυσά ένας τρομερός αέρας∙ / γέμισε ο τόπος μυρωδιές, / ταράζονται οι φυλλωσιές  /και άλλαξε η ροή της μέρας. 
Σαν μυστικά από αλλού / ψιθύρισε η θάλασσά της / και σαν τα κύματα βροντούν, / πάνω στα βότσαλα ηχούν, / αρχαίοι ύμνοι στα ρηχά της. 
Καβείρων θρύλοι χάνονται / στα άδυτα των φαραγγιών της / και στα ψηλά των ποταμών, / ΄λαφροπατημασιές χορών, / των Νηρηίδων, των παιδιών της. 
Ποια δάση, ποιες βουνοκορφές / περπάτησαν οι μυημένοι. / Σε ποιους βωμούς, σε ποια ιερά / θυσίασαν εκστατικά / σ’ αυτή τη γη τη μαγεμένη.
Ποιοι δαίμονες και ποιοι θεοί / την έσπειραν με αγιοσύνη. / Αχ δε χωρούν εδώ θνητοί, /αμύητοι, περαστικοί, / που της ταράζουν τη γαλήνη.

©Ευλαμπία Τσιρέλη 

Το καράβι πλησίαζε στο λιμάνι ενός επιβλητικού βουνού στη μέση της θάλασσας. Το τρομερό όρος Σάος ορθωνόταν προκλητικά κι ένιωσα ένα αεράκι να μου μεταφέρει τους ψιθύρους του. «Εξερεύνησέ με». Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη που είχα μπροστά μου τη Σαμοθράκη.


Ψάχνοντας να καλύψω ένα ενδιαφέρον θέμα αφού σχεδόν όλα είχαν ήδη ειπωθεί για τη Σαμοθράκη, αγόρασα ένα βιβλίο με παραδόσεις κι έθιμα του νησιού. Το επόμενο πρωί. δεν είχα ανοίξει ακόμα το βιβλίο, μετά το πρωινό στο κάμπινγκ, είδα σε μια κολώνα του δρόμου μια αφίσα με ένα αυτοσχέδιο σκίτσο, ένα σχεδιάγραμμα που υποδείκνυε πώς μπορεί να φτάσει κανείς σ’ ένα σπίτι επάνω στη πανέμορφη Χώρα το οποίο σε προκαλούσε για ένα «ταξίδι στον χρόνο» όπως έγραφε. Παραξενεύτηκα αρκετά και μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το προγραμμάτισα για το επόμενο πρωί. Το απόγευμα, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, με μεγάλη χαρά ανακάλυψα την τεράστια σύμπτωση η συγγραφέας του βιβλίου που είχα αγοράσει, να είναι η ιδιοκτήτρια εκείνου του σπιτιού πάνω στη Χώρα. 

Στο σπίτι-μουσείο

Το σπίτι, ξεχασμένο απ’ τον χρόνο, πέτρινο, γεμάτο αναμνήσεις, παλιά σκεύη, φωτογραφίες, έπιπλα. Όλο με αγάπη φτιαγμένο από την ιδιοκτήτρια του, τη Σαμοθρακίτισσα κ. Μαρία Βερβέρη-Krause, ξενιτεμένη χρόνια στη Γερμανία. Η κ. Μαρία μού εξήγησε πως ερχόταν στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι για να στήσει το προσωπικό της μουσείο, μεταφέροντας όλα εκείνα τα πράγματα κάθε χρόνο από την Αλεξανδρούπολη -όπου κατοικούσε η μητέρα της- στη Σαμοθράκη. Στα τέλη του καλοκαιριού, τα μάζευε πάλι όλα και τα πήγαινε πίσω στην Αλεξανδρούπολη. Έτσι, εκτελώντας ένα χρέος προς τον τόπο της, όπως ένιωθε, είχε φτιάξει ένα μικρό λαογραφικό κινητό μουσείο.

Ξεκίνησε την ξενάγηση στο μαγικό αυτό σπιτάκι ανεβάζοντάς με στον επάνω όροφο. Εκεί, άρχισε να μου τραγουδά ένα νανούρισμα που έλεγαν οι μανάδες στα παιδιά τους για να ηρεμήσουν και να κοιμηθούν, ενώ παράλληλα περιέγραφε τα λόγια με κινήσεις του σώματος και βλέμμα χαμένο στα παλιά. «Σουπάτι, σουπάτι κι’ αρχόντιν βιρβιλούδις στου Δισπότ’ τη βρύση, λούζουντι χτινίζουντι κι στραβουφακουλίζουντι. Κι ακουνούνι τις μαχαίριες για να σφάξουν τις μητέρες. Κι ακουνούνι τα σπαθιά για να σφάξουν τα παιδιά!»  Και συνεχίζει στο βιβλίο της: «Αυτό βέβαια δεν ήταν νανούρισμα, αλλά φοβέρα. Μ’ καλά καταλαγιάζαν τα φνούδια να κμηθούν; Δε καταλαγιάζαν, γιάκου οι μάνις τα φουουφίζαν. Μάαβιιζι του μάτι τα απ’ ντ’ ακατακαθσιά» (Δεν ησύχαζαν τα ζωηρά παιδιά να κοιμηθούν, γι’ αυτό οι μητέρες τα φοβέριζαν. Απελπίζονταν απ’ τη ζωηράδα τους)». Σύμφωνα με το τραγούδι, οι βερβελούδες ήταν γυναίκες, κάτι σαν νεράιδες, που έρχονταν από μακριά. Στραβοφακολίζονται, περιποιούνται το κεφάλι τους, φορούν φακιόλι (μαντήλα), άρα είναι μεγάλης ηλικίας.

Τοπονύμια

«Σε εκείνον τον βράχο εκεί ψηλά που βλέπεις, είναι της Αλεπούς τα Πηγάδια. Όταν ήμασταν παιδιά μάς λέγανε ότι έρχεται η αλεπού, πίνει νερό, και μετά κάθεται στο καφενείο της και πίνει καφέ. Εμείς όλο πηγαίναμε να τη βρούμε, αλλά αλεπού δεν βλέπαμε. Τώρα πια δεν υπάρχει μονοπάτι για να πας», μου είπε η κ. Μαρία γελώντας. Επίσης μου διηγήθηκε δυο ιστορίες, απ’ τις οποίες πηγάζουν τα τοπωνύμια του Φονιά και της Γριάς Βάθρας. Υπάρχουν βέβαια πολλές εκδοχές σχετικά με την καταγωγή των ονομάτων, αλλά η κυρία Μαρία επέμενε ότι αυτές είναι οι αληθινές. «Μια μέρα δυο ψαράδες ψάρευαν στη θάλασσα, εκεί ακριβώς που εκβάλλει ο ποταμός Φονιάς. Ξαφνικά έπιασε τρομερό μπουρίνι και, επειδή φούσκωσε πολύ η θάλασσα, οι ψαράδες έτρεξαν να προστατευθούν στο φαράγγι του Φονιά. Το λάθος όμως ήταν μοιραίο. Το βουνό κατέβασε λάσπη και το ποτάμι όρμησε και παρέσυρε του άτυχους ψαράδες». Όσο για τη Γριά Βάθρα, «πήρε το όνομά της αφότου έπνιξε μια γριά που έσκυψε να πιει νερό και γλίστρησε μέσα της. Είχε και το κοπάδι της μαζί. Αυτή πνίγηκε και τα κατσίκια σκόρπισαν. Αργότερα τη βρήκαν κάτω στη θάλασσα, εκεί που εκβάλλει η Γριά Βάθρα. Και μάλιστα έτσι κατάλαβαν οι ντόπιοι ότι το ποτάμι βγάζει στη θάλασσα». Πιθανολογούν πως το ποτάμι μετέφερε τη γριά υπογείως ως εκεί. Τα δυο αυτά ποτάμια έχουν σκοτώσει πολύ κόσμο, γιατί είναι πολύ ορμητικά και τα βράχια τους πολύ γλιστερά.

Μου είπε κι άλλες πολλές ιστορίες για την καθημερινότητα και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτού του νησιού που συνδυάζει την αρχαιότητα, τους θρύλους και την ιστορία. Εγώ είχε την ιστορία που ήθελα, κι εκείνη βρήκε ένα πρόθυμο αυτί να ακούσει όλα εκείνα που ποθούσε να πει και να μεταδώσει για τον τόπο που τόσο αγαπούσε.

«…Δεν αφήναμε τη μητέρα μας να ανοίξει το παναθύρ’ (παράθυρο), γιατί στο πολύ φως οι ανεμώνες μας μαδούσαν γρήγορα, ενώ στο σκοτάδι ‘μέναν μπουμπουκιασμένες για πολλές μέρες. Είχα προσέξει, πως η ηλιαχτίδα που έμπαινε απ’ τη χαραμάδα του παραθυριού, πάνω στα λουλούδια, φαινόταν σαν την «Κυρασουλένη» (Ουράνιο Τόξο). Λένε, άμα βγει Ουράνιο Τόξο αλλάζει ο καιρός. Άραγε θα ξαναδούμε εμείς το Ουράνιο Τόξο πάνω απ’ τα λουλούδια μας στο πατρικό μας σπίτι; Άραγε θα ‘ρθούνε οι όμορφοι και ξέγνοιαστοι καιροί ή θα μας πάρ’ ο άνεμος όπως τη φλόγα απ’ το κερί;» (Η κ. Μαρία σε γράμμα προς την αδελφή της το 1974) 

Πηγές: 

  • Σαμοθρακίτικα Ανεμοχάδια, Μαρίας Βερβέρη- Krause. Γ’ έκδοση 2005. 
  • Έθιμα και παραδόσεις της Σαμοθράκης, ό.π., Β’ έκδοση 1999. 
  • Σαμοθράκη. Οικοτουριστικός Οδηγός, Γρηγόρη Τσούνη. Έκδοση Δήμου Σαμοθράκης 2002.

Το παρόν αποτελεί μέρος ταξιδιωτικού άρθρου που πρωτοδημοσιεύτηκε -πολύ πιο εμπλουτισμένο- το 2005 στο περιοδικό Μυστική Ελλάδα κι έκτοτε αναδημοσιεύθηκε από πολλά blogs και περιοδικά. Σήμερα, το σπίτι-μουσείο είναι το επίσημο λαογραφικό μουσείο της Σαμοθράκης

R.L.Stevenson. O εξωτικός σκωτσέζος παραμυθάς.

Οι φωτογραφίες με το βιβλίο είναι από το Leakey’s Bookshop στο Ινβερνές της Σκωτίας που είναι πολύ όμορφο και στο κέντρο του υπάρχει μια ξυλόσομπα. Το βιβλίο είναι η πρώτη έκδοση του Νησιού των Θησαυρών το 1883. Η πλάκα με τα χαραγμένα γράμματα βρίσκεται μεταξύ άλλων πλακών με φράσεις συγγραφέων, έξω από το Writer’s Musem στη γενέτειρα του Stevenson.

Robert Louis Stevenson. Γέννηση 13 Νοεμβρίου 1850, πέρασμα στην αιωνιότητα 3 Δεκεμβρίου 1894.

Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο της Σκωτίας. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια αυστηρών αρχών. Σπούδασε μηχανικός (ένα επάγγελμα που έκαναν όλοι σχεδόν οι άντρες της οικογένειάς του) στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ενώ αργότερα τελείωσε και τη Νομική Σχολή. Σύντομα όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία. Οι γονείς του ήταν πρεσβυτεριανοί (ο παππούς του, Lewis Balfour, ήταν εφημέριος της Εκκλησίας της Σκωτίας). Η νοσοκόμα-νταντά του (καθώς ήταν ιδιαίτερα φιλάσθενο παιδί) πίστευε σε ένα μείγμα καλβινισμού και φολκλορισμού, και οι ιστορίες που του έλεγε ήταν λιγάκι τρομακτικές. Μεγαλώνοντας, όλα αυτά τα απέρριψε και ακολούθησε τη ζωή των μποέμ.

Υπήρξε στενός φίλος του Henry James (γνωστός με το Στρίψιμο της Βίδας). Έγραψε μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια, επιστολές, ιστορίες μυστηρίου, ταξιδιωτικής φαντασίας, σκοτεινού ρεαλισμού, και παιδικά βιβλία.

Σ’ όλη του τη ζωή ταξίδευε -συχνά για λόγους υγείας- για να καταλήξει τελικά στους Τροπικούς, στη Σάμοα, όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Οι ιθαγενείς τον λάτρευαν και τον αποκαλούσαν Tusitala (ο παραμυθάς). Η ζωή του εκεί άσκησε τεράστια επιρροή στο έργο του.

Το σπίτι του στα νησιά Σαμόα

“Το νησί των θησαυρών” (1883) ξεκίνησε σαν απλός χάρτης που θα μπορούσε να διασκεδάσει τα παιδιά ενώ ξεκίνησε να το αφηγείται αρχικά στον γιο του. Η ιστορία του έμελλε να αποτελέσει κλασικό ανάγνωσμα όλων των παιδιών. Άλλα γνωστά έργα του είναι: Δόκτωρ Τζέκυλ και κύριος Χάιντ, Η απαγωγή, Ο αφέντης του Μπάλαντρε, Μαρκχάιμ, Ολάγια, Η Λέσχη της Αυτοκτονίας κ.ά.

Ο Stevenson τάφηκε στη Σαμόα και αυτό είναι το ρέκβιεμ που αναγράφεται στο μνημείο του:

Under the wide and starry sky,

Dig the grave and let me lie.

Glad did I live and gladly die,

And I laid me down with a will.

This be the verse you grave for me:

Here he lies where he longed to be;

Home is the sailor, home from sea,

Αnd the hunter home from the hill.

Στο Writer’s Museum, που είναι αφιερωμένο τους τρεις εθνικούς συγγραφείς της Σκωτίας (Burns, Scott, Stevenson), υπάρχουν προσωπικά του αντικείμενα, φωτογραφικό υλικό από τη ζωή του καθώς και οι πρώτες εκδόσεις και χειρόγραφά του.

To Writer’s Museum στο Εδιμβούργο

Το φαινόμενο Πίπη Φακιδομύτη. Πίσω από το βιβλίο.

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε την ιδιαίτερη και σουρεαλιστική περσόνα της Πίππης από την ομώνυμη σειρά που παρακολουθούσαμε μικροί και δευτερευόντως από τα βιβλία. Λίγα όμως γνωρίζουμε για τη δημιουργία της από τη συγγραφέα Astrid Lindgren που είναι λατρευτή στη Σουηδία, και όχι μόνο.

Η Astrid Anna Emilia Lindgren γεννήθηκε στις 14/11/1907. Ξεκίνησε να αφηγείται τις ιστορίες της Πίπης στην εννιάχρονη κόρη της όταν εκείνη αρρώστησε και της ζήτησε να της πει μια διασκεδαστική ιστορία. Ιστορία στην ιστορία, διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη περσόνα, η Πίπη. Η Πίπη είναι να αστείο κορίτσι με υπερφυσική δύναμη, με αυτοπεποίθηση ενηλίκου που ζει μόνη της και ανεξάρτητη, στη βίλα Βιλεκούλα. Ατίθασο, αντιδραστικό μα με χρυσή καρδιά, ζει με τα ζώα της μέσα σε ένα ακατάστατο σπίτι και κάνει ό,τι θέλει, φοράει ό,τι θέλει, κάνει πάρτι με τους φίλους της όποτε θέλει, τρώει ό,τι θέλει, όπου θέλει -ακόμα και στο μπάνιο(!)-, ενσαρκώνει την απόλυτη παιδική ελευθερία, έναν ελεύθερο τρόπο ζωής μακριά από τους κανόνες των μεγάλων, με ανεξαρτησία και μπόλικο σουρεαλισμό και μαγικό ρεαλισμό.

Όταν τα γραπτά της Astrid, μετά τις πρώτες απορρίψεις, έγιναν τελικά δεκτά από τον εκδοτικό Rabén & Sjögren, το πρώτο Pippi Longstocking εκδόθηκε το 1945. Ακολούθησε πανζουρλισμός από τους αναγνώστες. Γράμματα έφταναν καθημερινά στον εκδοτικό ζητώντας τη συνέχεια, τα παιδιά είχαν ανοίξει τις καρδιές τους και είχαν βάλει μέσα την Πίπη. Κι αυτό γιατί η Astrid μίλησε στη γλώσσα τους και έπαιξε με τους όρους τους.

Εκδόθηκαν τρία βιβλία από το 1945 έως το 1948, ακολουθούμενα από πολλά βιβλία μικρών ιστοριών και εικονοβιβλίων. Μέχρι το 2018 έχει ήδη μεταφραστεί σε 76 γλώσσες και έχει μεταφερθεί στο κινηματογράφο και τη τηλεόραση.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Πέθανε το 2002 αφήνοντάς μας τη μαγική συνταγή. Η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων της Σουηδίας, λοιπόν, μας έδειξε τον τρόπο να μπούμε στην καρδιά και το μυαλό παιδιού. Εκεί που τα “πρέπει” των μεγάλων φαντάζουν μ=περισσότερο παράλογα από ένα πουά άλογο και ένα πιθηκάκι που φοράει γιλέκο.

Προς τιμήν της υπάρχει ένα βραβείο για νέους λογοτέχνες που απονέμεται κάθε χρόνο στα γενέθλιά της. Επίσης, ένας αστεροειδής κι ένας μικροδορυφόρος έχουν πάρει το όνομά της.

Η Astrid συνήθιζε να λέει πως:

Η παιδική ηλικία χωρίς βιβλία δεν είναι παιδική ηλικία. Είναι σαν κάποιος να κλείνει την πόρτα που οδηγεί στο μαγικό εκείνο μέρος όπου υπάρχει το σπανιότερο είδος ευτυχίας.

Τσιγγάνοι, οι αιώνιοι ταξιδευτές

Είχανε το φέρσιμο των δένδρων και των κυμάτων που δέχονται τον άνεμο και τη βροχή δέχονται τη νύχτα και τον ήλιο χωρίς ν’ αλλάζουν μέσα στην αλλαγή. -Γιώργος Σεφέρης

Γνωρίζουμε όλοι τους παράξενους Τσιγγάνους. Είναι εκείνοι οι γεμάτοι πάθος άνθρωποι, οι φωνακλάδες, που μπλέκονται σε φασαρίες, οι «αναρχικοί», που αμολάνε τα παιδιά τους ξυπόλυτα κι αδέσποτα να τρέχουν ελεύθερα στους δρόμους, οι παμπόνηροι, οι κάτοχοι των Datsun φορτωμένα με χαλιά και καρέκλες, οι «διαφορετικοί».

Οι Τσιγγάνοι στην Ελλάδα είναι διαφόρων φυλών, και διακρίνονται ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους, την πορεία που ακολούθησαν μετέπειτα, τη γενιά τους, τη διάλεκτό τους, το επαγγέλμα, τον τρόπο ζωής (νομάδες, εδραίοι, ημινομάδες).

Μιλούν την παραδοσιακή διάλεκτο της Ρομανί (ή Ρομανές, «romani chib»), η οποία δεν είναι γραπτή γλώσσα και εικάζεται ότι προέρχεται από τα σανσκριτικά και είναι συγγενής των νεοϊνδικών χιντί και παντζαμπί. Το όνομα «Ρομ» σημαίνει «άντρας» στη γλώσσα των Τσιγγάνων. Κυριαρχεί η άποψη ότι προέρχεται από την ινδική λέξη «Dom», που με τη σειρά της στα ινδικά σημαίνει τον άντρα μιας κατώτερης κάστας που τη ζωή του χαρακτηρίζει ο χορός και το τραγούδι.

Για πολλά χρόνια, η καταγωγή των Τσιγγάνων ήταν ένα αίνιγμα για τους επιστήμονες. Εντοπίζονταν σε διάφορα μέρη των πέντε ηπείρων με διάφορα ονόματα, όπως: Ζιτάν, Ζιγκόινερ Σιγγάν, Σίνκαρο, Μποέμ, Ναβάρ, Ντομ, Σίμπρους, Κατσίβελοι, Ρόμ κ.α.

Οι Τσιγγάνοι διακρίνονται σε δυο ομάδες, την Ανατολική και τη Δυτική. Σήμερα η γλώσσα της δυτικής ομάδας είναι πολύ επηρεασμένη από την ελληνική, επειδή στην Ελλάδα πραγματοποίησαν τη μονιμότερη εγκατάστασή τους σχετικά με άλλες χώρες. Λέξεις όπως ντρομ (δρόμος), καρφίν (καρφί), κλιντί (κλειδί), πέταλος (πέταλο), βαμόνι (αμόνι) και ισβιρί (σφυρί) αποτελούν ισχυρές ενδείξεις.

Κατά τον Ρ. Λ. Τάρνερ, οι Τσιγγάνοι έφυγαν από την κεντρική Ινδία γύρω στα 300 π.Χ. Μετανάστευσαν στη βορειοδυτική, όπου και εγκαταστάθηκαν για χίλια χρόνια περίπου. Από παλιά περσικά κείμενα, που συνδυάζουν ιστορία και μύθο, οι ιστορικοί συμπεραίνουν ότι μεγάλος αριθμός Τσιγγάνων φτάνει στην Περσία στα μέσα του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα. Η μαρτυρία των Περσών χρονικογράφων και ποιητών, που αναφέρονται στη διασπορά των Τσιγγάνων, επαληθεύεται από τις μελέτες των γλωσσολόγων και κυρίως του Άγγλου μελετητή Τζων Σάμσον, που λέει ότι οι Τσιγγάνοι, κατά την αναχώρησή τους από την Περσία, χωρίστηκαν σε δυο κλάδους. Ορισμένες ομάδες κατευθύνθηκαν προς τα δυτικά και τα νοτιοανατολικά και άλλες προς τα βορειοδυτικά.

Μύθοι και ιστορικές μαρτυρίες για τα ταξίδια των Τσιγγάνων

Οι “Γύφτοι” -λέει ένας από τους πολλούς μύθους και θρύλους- καταδικάστηκαν να περιπλανώνται για πάντα επειδή ένας απ’ αυτούς σφυρηλάτησε τα καρφιά με τα οποία σταυρώθηκε ο Χριστός.

Βλέπουμε ότι ακολουθούν στη λαϊκή μυθοπλασία τους Εβραίους, όπως τους ακολούθησαν στη διασπορά -καθώς και τα δυο έθνη ποτέ δε στέριωσαν σ’ ένα τόπο, σ’ ένα δικό τους κράτος- και στα κρεματόρια, αφού και οι δυο λαοί εξοντώθηκαν από τους Ναζί, ως διαφορετικοί πληθυσμοί ανθρώπων, ακατάλληλοι για την καθαρότητα την καθαρότητα της Άριας φυλής.

Αλλού γράφεται ότι είναι άνθρωποι της Ατλαντίδος που διασώθηκαν από τον καταποντισμό ή ότι είναι απόγονοι του Κάιν. Ένας παλιός περσικός θρύλος, που ο Πέρσης ποιητής Φιρντουζί μετουσίωσε σε ποίημα, λέει πως κάποτε ο μεγάλος βασιλιάς της Περσίας Σαγκάλ ζήτησε από τον βασιλιά της Ινδίας Μπέχραμ Κουρ να του στείλει μουσικούς και τραγουδιστές για να διασκεδάζουν το λαό του κι έτσι ο Σαγκάλ τού έστειλε τους Τσιγγάνους. Ο πέρσης βασιλιάς τούς υποδέχτηκε με ευμένεια και τους έδωσε χωράφια, σπόρους και άλλα αγαθά. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν να γίνουν καλλιεργητές κι έτσι διώχθηκαν από τη χώρα και καταδικάστηκαν να περιπλανώνται αδιάκοπα.

Η παλαιότερη όμως μαρτυρία για την άφιξη των Τσιγγάνων στην Ευρώπη προέρχεται από δυο Φραγκισκανούς μοναχούς, τον Σίμωνα Σιμεώνος και τον Ούγκο τον Πεφωτισμένο, που το 1322 είδαν στην Κρήτη ανθρώπους ρακένδυτους, οστεώδεις και ασυνήθιστους που ζούσαν σε μαύρα χαμηλά αντίσκηνα, όπως οι Άραβες, ή σε σπηλιές.

Άλλοι περιηγητές από τη Δύση αναφέρουν ότι είδαν στη Μεθώνη ανθρώπους «μαύρους σαν Αιθίοπες» που ήταν κυρίως σιδεράδες και ζούσαν σε καλύβες. Η περιοχή της Μεθώνης λεγόταν τότε Μικρή Αίγυπτος και, κατά μια εκδοχή, γι’ αυτόν τον λόγο οι τσιγγάνοι της Ευρώπης ονομάστηκαν Αιγύπτιοι (εξ ου και Γύφτοι στην Ελλάδα, Gypsies στις αγγλόφωνες χώρες, Gitanes στις γαλλόφωνες και Jitanos στις ισπανόφωνες). Φαίνεται ότι η φοβερή επιδημία της πανώλης που ερήμωσε την Ελλάδα στη δεκαετία 1346-1356 διευκόλυνε την εξάπλωση των Τσιγγάνων στη χώρα.

Από την Ελλάδα οι Τσιγγάνοι μετακινήθηκαν προς τη Βόρεια Βαλκανική. Τσιγγάνικες ομάδες βρέθηκαν στη Μολδοβλαχία, στη Σερβία και στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας. Ταξίδευαν υποδυόμενοι τους προσκυνητές, επειδή είχαν μάθει ότι σ΄ αυτούς είχαν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια. Το 1417 περνούν από την Ουγγαρία κι εμφανίζονται στην περιοχή της σημερινής Γερμανίας. «Είναι», κατά τα λεγόμενα των χρονικογράφων, «μια ομάδα ηλιοκαμένων ανδρών που σέρνουν μαζί τους αρκετές γυναίκες, πανάθλιες και ρακένδυτες, με χαλκάδες στ’ αφτιά και άφθονα ψεύτικα βραχιόλια και δαχτυλίδια. Στην ομάδα ηγούνται δώδεκα περίπου πρόσωπα που λένε πως είναι οι αρχηγοί τους. Φοράνε βυσσινιά ρούχα, κρατούν γεράκια στα χέρια και τα σκυλιά τους γαβγίζουν τους περαστικούς. Επιδεικνύουν μια επιστολή προστασίας από τον αυτοκράτορα Σιγκισμούντ».

«Είδα αυτό το χαρτί», αναφέρει ένας χρονικογράφος, «έλεγε: Εγώ, ο αυτοκράτορας της Ουγγαρίας, της Βοημίας, της Δαλματίας, της Κροατίας (…), στον πιστό μας Τσιντσιλά, τον αρχηγό των Τσιγγάνων, παρέχω κάθε εξυπηρέτηση σ’ αυτόν και στον λαό του και ζητώ να τους παρέχεται κάθε εκδούλευση και φιλοξενία…».

Σήμερα πιστεύεται ότι οι περισσότερες επιστολές προστασίας που επιδείκνυαν οι Τσιγγάνοι -όπως επίσης και οι τίτλοι ευγενείας των αρχηγών τους- ήταν πλαστογραφημένες. Σύμφωνα με άλλο χρονικό: “…τον Αύγουστο του 1427 εκατόν έως εκατόν είκοσι άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κάνουν την εμφάνισή τους στα προάστια του Παρισιού. Λαός άθλιος, ρυπαρός και πάμπτωχος, με μάτια όμως που λάμπουν από εξυπνάδα και σατανικότητα. Αυτιά τρυπημένα με ένα ως δυο σκουλαρίκια στο καθένα. Ισχυρίζονται ότι κατάγονται από την Αίγυπτο και είναι χριστιανοί που αλλαξοπίστησαν, γι’ αυτό ο Πάπας τούς καταδίκασε να περιπλανώνται αδιάκοπα επί εφτά χρόνια χωρίς ποτέ να ξαπλώσουν σε κρεβάτι”.

Καθημερινή ζωή

Τους ρωτούν «Από πού είστε;» κι απαντούν πολύ απλά, όπου κι αν βρίσκονται «Από ‘δω». Στην ερώτηση «Τι ψηφίζετε;» ένας Τσιγγάνος απαντά «Δεν έχω πολιτισμό (πολιτικές πεποιθήσεις) να κάτσω να δω τι θα ψηφίσω. Δεν ξέρω. Ό,τι να ‘ναι ψηφίζω». Την ίδια γραμμή ακολουθούν και με τη θρησκεία. Συνήθως είναι οπαδοί της κατά τόπου επικρατούσας θρησκείας. Οι νόμοι του αστικού δικαίου και η αστυνομία είναι των «άλλων», δεν έχουν σχέση μ’ αυτούς και πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, «να τα βρίσκουν μόνοι τους, μεταξύ τους», να μην αφήνουν τους «άλλους» να παρεμβαίνουν στις διαφορές τους, στη ζωή τους. Ο άγραφος «νόμος της σιωπής», που επιτάσσει να μην κοινοποιούνται τα μυστικά της κοινότητας στους «άλλους», είναι απαράβατος και όποιος τον καταπατήσει θα βρεθεί αντιμέτωπος με ολόκληρη την τσιγγάνικη ομάδα. 

Στους καταυλισμούς τους, όπως αυτοί διαμορφώνονται στην Ελλάδα, οι παράγκες των συγγενών είναι η μια δίπλα στη άλλη. Παλιά τα τσαντίρια ήταν τοποθετημένα ολόγυρα στον χώρο σχηματίζοντας κύκλο. Ο κύκλος αυτός πιθανόν να δήλωνε μια ανάγκη σύστασης και διασφάλισης της συλλογικότητας, στο πλαίσιο της οποίας καλλιεργούνταν και αναπτύσσονταν οι σχέσεις της ομάδας στην καθημερινή ζωή. Ο κενός χώρος στο κέντρο του κύκλου ήταν ο τόπος όπου γίνονταν όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις της ομάδας. Τώρα, ανοίγοντας την πόρτα δεν αντικρίζουν το δικό τους άνθρωπο. Οι περισσότεροι στις μέρες μας επιθυμούν ένα σπίτι, αλλά λένε χαρακτηριστικά: «Άμα ξέραμε ότι έχουμε ένα σπίτι, θα μέναμε, δε θα φεύγαμε. Θα πηγαίναμε ταξίδι(!) και μετά θα ερχόμασταν πάλι…»

Ο Marcel Kurtiade, διηγείται ένα τσιγγάνικο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο αν το φουστάνι μιας γυναίκας περάσει πάνω από το φαγητό κάποιου, το μολύνει και τότε το φαγητό δεν πρέπει να φαγωθεί. Ο μύθος αυτός θεωρήθηκε στην Ευρώπη ότι μπορεί να ερμηνεύσει την απροθυμία των Τσιγγάνων να μείνουν σε πολυκατοικίες, στις οποίες οπωσδήποτε το φόρεμα μιας γυναίκας που θα έμενε στον ψηλότερο όροφο, θα μόλυνε τα πιάτα των υπολοίπων που θα κατοικούσαν από κάτω της.

Γάμος και έθιμα


Οι γονείς από νωρίς φροντίζουν να βρουν ταίρι για το παιδί τους. Έχει τύχει γονείς να έχουν δώσει λόγο να παντρέψουν τα παιδιά τους όταν αυτά ήταν 3-4 χρονών, μόνο και μόνο επειδή τα είδαν να παίζουν μαζί. Οι συμφωνίες γίνονται ανάμεσα στα συμπεθεριά και σε ηλικία 13-16 ετών τελούνται οι αρραβώνες και σε μερικούς μήνες ο γάμος, ο οποίος δεν συνοδεύεται απαραίτητα και από στέψη. Το κορίτσι ανήκει στον πατέρα και μεταβιβάζεται στον σύζυγο. Μετά τον γάμο η νύφη ζει στο σπίτι του γαμπρού και βρίσκεται υπό το άγρυπνο μάτι της πεθεράς, στην οποία οφείλει απόλυτο σεβασμό. Μόλις όμως μια Τσιγγάνα γεννήσει, παίρνει αξία και αποδεσμεύεται απ’ την πεθερά. Αποκτά κύρος στην κοινότητα και μέσα στο σπίτι της αυτή έχει τον πρώτο λόγο, ακόμα και στα οικονομικά και στη δουλειά του άντρα της. 

Η νύφη πρέπει να δεχτεί δώρα από όλα τα μέλη της νέας της οικογένειας, να τα φορέσει όλα επάνω της ως απόδειξη της αποδοχής της εκ μέρους τους. Το κάθε κόσμημα συμβολίζει και την αγάπη του μέλους από το σόι του γαμπρού που το προσφέρει και το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον άντρα. Οι Τσιγγάνοι μπορεί να μην έχουν καθόλου χρήματα, μπορεί να ζουν με την επαιτεία, να στερούνται τις στοιχειώδεις ανέσεις, να περπατούν ξυπόλυτοι, αλλά κοσμήματα χρυσά θα έχουν πάντα. Είναι τα δώρα που τους χάρισαν οι δικοί τους σαν ένα σύμβολο αγάπης και αποδοχής, πάντα θα θυμίζουν στο νεαρό άτομο που τα φορά το πρόσωπο που του τα χάρισε. Χωρίς τα κοσμήματά του ένας Τσιγγάνος είναι «γυμνός», αποξενωμένος, γι’ αυτό και τα φοράει πάντα, ακόμα και στη δουλειά του.

Πεποιθήσεις και γιορτές

Η Παναγία λατρεύεται από τους Τσιγγάνους ως γυναικεία θεότητα, ως μητέρα και πολλοί είναι εκείνοι που έχουν το όνομά της (Μαρία, Μαριτάνα, Παναγιώτης). Ο Τ. Γιαννακόπουλος στο βιβλίο του «Τσιγγάνικα λαϊκά τραγούδια και μπαλάντες» αναφέρει ότι η λατρεία της Παναγίας από τους Τσιγγάνους δεν αποτελεί τίποτ’ άλλο, παρά τη λατρεία της παλιάς ιδικής θεάς Κάλι, γυναίκας του θεού Σίβα…

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου είναι πολύ μεγάλη γιορτή για τους Τσιγγάνους. Κι αυτό όχι τόσο για θρησκευτικούς λόγους, όσο για το γεγονός ότι ο η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται στην αρχή της άνοιξης, όταν ο καιρός αρχίζει να γλυκαίνει και η φύση να ξαναγεννιέται. Και είναι γνωστό ότι η αναγέννηση αυτή ανέκαθεν γιορταζόταν με ιεροτελεστίες και λατρευτικές εκδηλώσεις.

Μαγεία και μύθοι

Ανέκαθεν αναφορές στις γυναίκες των Ρομά τις συνέδεαν με τη μαγεία και τις ξεχωριστές υπερφυσικές δυνάμεις που φαίνεται να κατέχουν από την εποχή της Βυζαντινής- ακόμα- Αυτοκρατορίας, που τις διατήρησαν ερχόμενες μετέπειτα στην Ευρώπη. Συνήθως εμφανίζονται να διαβάζουν τη μοίρα στην παλάμη ή να κοιτάζουν σε μια κρυστάλλινη σφαίρα. 

Κατά τον Megel (Megel J. “Gypsy Religion”,1986), υπάρχει πάντοτε μια γυναίκα στην οποία οι Τσιγγάνοι σπεύδουν για την πνευματική τους καθοδήγηση. Αν έχουν κάνει κάτι κακό ή αν πιστεύουν ότι έχουν καταληφθεί από τον διάβολο ή κάποιον δαίμονα , πηγαίνουν σ’ αυτή τη γριά κυρία που δουλεύει πάνω σ’ αυτά τα θέματα σε όλη της τη ζωή. Ο Trigg (Trigg E. “Gypsy Demons and Divinities” 1973), μας λέει ότι οι Ρομά πιστεύουν ότι ανάμεσα στους συντρόφους τους υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα άτομα που έχουν καταληφθεί από ισχυρές δυνάμεις, αφού κατέχουν ξεχωριστή γνώση και ικανότητα να χειρίζονται τη μαγεία.

Μεταξύ κάποιων φατριών των Ρομά στις Σέρρες υπάρχει η πίστη σε μια δύναμη, τον Άμπαμπα… «Ο Άμπαμπας ζει 100 μέτρα κάτω απ’ τη γη», λένε. Κάθε Πέμπτη βράδυ, ξημερώνοντας Παρασκευή, οργανώνεται μια τελετή προς τιμήν του Άμπαμπα, ίσως για να «καλοπιάσουν» το πνεύμα ώστε να συνεχίσει να τους παραχωρεί τις δυνάμεις της μαγείας. Η τελετή αυτή λαμβάνει χώρα στα σπίτια των αρρώστων ή σε σπίτια που συμβαίνουν δυσάρεστα και ανήσυχα πράγματα. Πάντα ετοιμάζονται εκλεκτά εδέσματα, ποτά και άφθονα τσιγάρα. Οι γριές Τσιγγάνες συγκεντρώνονται στο δωμάτιο του αρρώστου έχοντας στην αριστερή μεριά της μέσης τους εφαρμοσμένο πάνω σε μια ζώνη, ένα σπαθί ή ένα μαχαίρι. Εκεί τρώνε, πίνουν, καπνίζουν και χορεύουν με τη συνοδεία του ντεφιού.  

Μετά από αρκετή ώρα, περιέρχονται σε έκσταση. Η πρώτη που θα περιέλθει σε έκσταση, μόλις περάσει την κρίση της και επανέλθει στα λογικά της, παίρνει ένα ποτήρι νερό, το διαβάζει και το αγιάζει με κάποιον τρόπο και αρχίζει να ραντίζει τον άρρωστο, ο οποίος με το ράντισμα αυτό πιστεύεται ότι θεραπεύεται. Αυτές οι γριές ονομάζονται αμπαμπίνες. Λέγεται μάλιστα ότι βλέποντάς τις να χορεύουν «σου σηκώνονται οι τρίχες». Πολλές αναφορές τις θέλουν να χορεύουν στα γόνατα. Δεν χορεύουν πάντοτε μέσα σε σπίτια, αλλά και στο δρόμο, με συνοδεία νταουλιών, τα οποία τους τρελαίνουν με τον ήχο τους.

Ο Άμπαμπας είναι μια ινδική θεότητα και πιστεύεται ότι είναι ένας κακός δαίμονας, ένας κακός αέρας, ωστόσο η σχετική με αυτόν τελετή γίνεται για να ξορκίσει το κακό και οι κατειλημμένοι απ’ αυτόν άνθρωποι είναι καλοί, σωστοί άνθρωποι που βρίσκονται απλά υπό την επήρεια κάποιου ξορκιού.

Ο Trigg σημειώνει: “…είναι άραγε πιθανόν να κατέχουν(οι Τσιγγάνοι) τέτοιες δυνάμεις τις οποίες άλλοι έχουν χάσει εδώ και πολύ καιρό; Θα πρέπει ίσως να μην βιαστούμε να κρίνουμε. Σε μια εποχή όπου οι επιστήμονες αναρωτιούνται για τα πάντα, όπου η παραψυχολογία μιλά για την έκτη αίσθηση, θα πρέπει να δεχτούμε τουλάχιστον ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται ακόμα κοντά στη φύση κι επικοινωνούν μαζί της είναι πολύ φυσικό να κατέχουν τα παράξενα “δώρα” της». (Ελεύθερη, αποσπασματική μετάφραση από το κείμενο του Yvonne Hunt, The Ababas:A Rom Ritual.

«Γιεκ ντρομ, σινέ τα να σινέ…»(Σ’ έναν δρόμο που ήταν ή δεν ήταν…) 

Σ’ έναν δρόμο ξεκινούν τα τσιγγάνικα παραμύθια, καθώς και με μια αναφορά σ’ ένα ταξίδι ατέλειωτο, με μια έκφραση αμφιβολίας: έτσι έγιναν τα πράγματα, αλλά μπορεί να έγιναν κι αλλιώς. Το παρελθόν γίνεται αντιληπτό μέσα από το ταξίδι. Η ώρα του παραμυθιού για τους Ρομ είναι σχεδόν ιερή. Συγκεντρώνονται όλοι μαζί για να το ακούσουν ή να το διηγηθούν.

Δύο είναι οι βασικές προϋποθέσεις είναι απαραίτητες για ν’ αρχίσει η αφήγηση και να ξετυλιχθεί η ανέμη της μνήμης και της φαντασίας: Η πρώτη είναι ο χρόνος, όχι με την έννοια της καθορισμένης στιγμής αλλά με την έννοια της χρονικής επάρκειας ή της περίσσειας, έτσι ώστε να ξεκινήσει και να εξελιχθεί αβίαστα η αφήγηση. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η παρουσία ακροατηρίου. Δίχως αυτό, απειλείται η ζωτικότητα της αφήγησης και εν τέλει χάνεται και ο σκοπός της, διότι είναι απαραίτητο να παρεμβαίνει το ακροατήριο στη ροή του μύθου. Εδώ οι πρωταγωνιστές των παραμυθιών μεταλλάσσονται και οι πράξεις τους προσαρμόζονται στη σύγχρονη ζωή. Πριγκίπισσες κατεβαίνουν στο δρόμο και παίρνουν ταξί και γενναίοι ήρωες φτάνουν στη μάχη με τις μοτοσικλέτες τους. Η Χιονάτη γίνεται Ροζαλίντα, Μιλάγκρος ή Ερατώ. Οι ήρωες δεν είναι πάντα καλοί και ειρηνικοί. Μπορούν να εξαπατούν, να είναι πονηροί και το σίγουρο είναι ότι είναι πανέξυπνοι. Συνήθως το τσιγγάνικο παραμύθι δεν έχει το συνηθισμένο ευχάριστο τέλος «…και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».

Πηγές:

Άννα Λυδάκη, Μπαλαμέ και Ρομά (Οι Τσιγγάνοι των Άνω Λιοσίων), 1997, εκδόσεις Καστανιώτη

Ελληνική Εταιρία Εθνολογίας, Οι Ρομά στην Ελλάδα (2002)

Νίκος Δαβανέλος, Γύφτοι σοφοί και γύφτοι μάγοι, 1987, Eκδόσεις «γνώση». 

@Evlampia Tsireli Πρώτη δημοσίευση 16 Μαρτίου 2012 ιστολόγιο Life, Science and Fiction.

Άγγελοι και Αρχάγγελοι

Τι είναι οι άγγελοι;

Οι άγγελοι είναι διάμεσοι μεταξύ ουρανού και γης, τέλεια ανθρωπόμορφα όντα, χωρίς τις υλικές και σωματικές αδυναμίες του ανθρώπου. Η απεικόνισή τους ως όμορφοι με αιθέρια ενδύματα και φτερά, με επιβλητικούς χιτώνες, σπαθί στο χέρι, στέμμα και δόξα, σε ανατολική και δυτική παράδοση της εικονογραφίας, ήδη μαρτυρά τον θαυμασμό και το δέος του ανθρώπου γι’ αυτούς.

Ένα πλάσμα που δημιουργείται ελεύθερο να επιλέξει, όπως και ο άνθρωπος, ωστόσο υπερβατικό και ασώματο, κατά χάριν αθάνατο. Οι άγγελοι βλέπουν πάντοτε τη δόξα του Θεού στους ουρανούς και προσεύχονται για τους ανθρώπους.

Η ανάγκη για έναν βοηθό, προστάτη που συμπληρώνει κενά της ανθρώπινης μοναξιάς και αδυναμίας, ένας πολεμιστής που είναι έτοιμος να σταθεί κοντά στον άνθρωπο, ένας λαμπρός αρματωμένος η εικόνα του οποίου κάνει και τον πιο θαρραλέο και αδίστακτο εχθρό να υποχωρήσει.

Οι αρχάγγελοι πολεμιστές του Θεού, Μιχαήλ και Γαβριήλ, είναι οι πιο επιβλητικοί, πιο αγαπημένοι, η παρουσία τους αναφέρεται συχνά στην Αγία Γραφή και έχουν πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.

David Delivered Out of Many Waters: “He Rode Upon the Cherubim”-William Blake

Προέλευση και παραδόσεις

Ο αριθμός των αγγέλων είναι μεγάλος και ανυπολόγιστος, διακρίνονται σε 9 τάγματα, γιατί το 10ο  του Εωσφόρου έπεσε και έμειναν τα υπόλοιπα. Κάθε τάγμα έχει δική του διακονία και δικό του όνομα. Έχουμε τους Αγγέλους, τους Αρχαγγέλους, τις Αρχές, τις Δυνάμεις, τις Κυριότητες, τις Εξουσίες, τους Θρόνους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Η Αγία Γραφή αναφέρει τα ονόματα: Γαβριήλ -που σημαίνει «ήρωας του Θεού»-, Μιχαήλ -που σημαίνει «τίς ως ο Θεός ημών;» και Ραφαήλ. Η εβραϊκή παράδοση αναφέρει και τέταρτο άγγελο, τον Ουριήλ.

Στην αρχαία Ελλάδα η έννοια «άγγελος» χαρακτήριζε κάποιον ο οποίος μετέδιδε ειδήσεις, πληροφορίες ή αγγελίες. Αναφορές για αγγέλους-αγγελιοφόρους έχουμε στον Όμηρο, τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα. Ως θεϊκή ή υπερβατική παρουσία ο άγγελος εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πρόσωπο του Ερμή, ο οποίος προσφωνείται ως «άγγελος της Περσεφόνης» από τον Όμηρο. Επίσης, κατά τον Πλάτωνα ο Κάτω Κόσμος έχει τους αγγέλους του, οι οποίοι καλούνται «άγγελοι καταχθόνιοι». Ωστόσο πολύ κοντά στον τρόπο επέμβασης των αγγέλων στους ανθρώπους βρίσκεται ο ρόλος του «από μηχανής θεού».

Envisioned -William Blake

Στα Εβραϊκά η αντίστοιχη λέξη מלאך‎ mal’akh χρησιμοποιείται για να δηλώσει είτε θείο είτε ανθρώπινο αγγελιαφόρο. Η λατινική εκδοχή, εντούτοις, διακρίνει τον θείο ή πνευματικό αγγελιαφόρο από τον άνθρωπο με τις έννοιες angelus (δάνειο από την Ελληνική γλώσσα) και legatus «απεσταλμένος».

H αγγελολογία ως κλάδος έχει τις ρίζες της στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, ωστόσο και ο Ζωροαστρισμός περιέχει αγγελολογία και δαιμονολογία, (βλ. εκπεσόντα άγγελο Εωσφόρο ως υπέρτατος πράκτορας του κακού, συγκρίνοντάς τον με το κακό πνεύμα Αριμάν Ahriman).

Η έννοια των δαιμόνων είχε υπάρξει πολύ νωρίτερα. Ο «Σατανάς» ως κυβερνήτης των δυνάμεων του κακού (κυρίως στη δυτική χριστιανική και ισλαμική θεολογία) ίσως έχει τις ρίζες του στον Angra Mainyu (επίσης γνωστό ως Ahriman) της πίστης του Ζωροαστρισμού, που ήταν ο εχθρός Aχούρα Μάζντα, του ανώτατου Θεού της ανθρωπότητας.

Κατά την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού, ο φύλακας άγγελος δίνεται στον άνθρωπο στο Άγιο Βάπτισμά του. Αυτό το γεγονός μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα από την 5η ευχή προς κατηχούμενους όπου, μεταξύ των άλλων, λέει: «Συνόδευέ τον στην ζωή του με φύλακα άγγελο για να τον λυτρώνει από κάθε παγίδα του εναντίου, από προσβολή του πονηρού, από δαίμονα μεσημβρινό και από κακές φαντασίες».

Ο φύλακας άγγελος δόθηκε από τον Θεό για τη σωματική και ψυχική προστασία του ανθρώπου. Ουδέποτε κοιμάται, κατά τον λόγο του ψαλμωδού: «Μηδέ νυστάξει ο φυλάσσων σε» (Ψαλμ. 120.3).

«Ο φύλαξ άγγελος υπηρετεί την σωτηρία του ανθρώπου» (Εβρ. 1,14),
«λυτρώνει τον άνθρωπο σε επικίνδυνες περιστάσεις» (Πράξ. 5,19. 12,7-8 9, 11), «είναι λειτουργικό πνεύμα του Θεού για την προστασία των ανθρώπων» (Ψαλμ. 102,21. 103,5. Λουκ. 16,22).

Angels Ministering to Christ-William Blake

Χριστιανική παράδοση – Μιχαήλ και Γαβριήλ

Οι άγγελοι στη χριστιανική παράδοση είναι ουράνιες υπάρξεις που δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν από τον υλικό κόσμο και τον άνθρωπο. Είναι δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Θεού, όπως και ο άνθρωπος, δεν έχουν όμως υλικό σώμα, δεν έχουν ανάγκες, δεν υπόκεινται σε φθορά ή θάνατο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δίνει τον εξής ορισμό· «ο άγγελος είναι φύση νοερή, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη. Υπηρετεί τον Θεό και είναι κατά χάριν αθάνατος. Όμως, τα ουσιώδη γνωρίσματα και τη σύσταση της φύσεώς του, μόνον ο Κτίστης τα γνωρίζει. Ονομάζεται βέβαια ασώματος και άυλος σε σχέση με μας, γιατί κάθε τι που συγκρίνεται με τον Θεό, τον μόνον ασύγκριτο, βρίσκεται παχύ και υλικό». Μάλιστα, δεν έχουν φύλο, γιατί η φύση τους είναι πνευματική και είναι κατά χάριν αθάνατοι.

Έχουν πλαστεί με το χάρισμα του αυτεξουσίου όπως και ο άνθρωπος και μπορούν να επιλέξουν υπακοή ή ανυπακοή στον Θεό. «Να μένουν και να προκόπτουν στο αγαθό, αλλά εάν το θελήσουν, να τρέπονται προς το χειρότερο», λέει ο Μέγας Βασίλειος.

Όταν ο Εωσφόρος, λόγω της υπερηφάνειας του, εξεγέρθηκε κατά του Θεού, θέλησε να βάλει τον θρόνο του στον ουρανό και να γίνει όμοιος με τον Θεό. Τον ακολούθησε ένα τάγμα Αγγέλων, το οποίο και αυτό αποκόπηκε από τον Θεό εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Τότε εξέπεσαν και διώχτηκαν από τον ουρανό μαζί με τον αρχηγό τους.

aggeloi angels ti einai oi aggeloi evlampiatsireli
The Good and Evil Angels -William Blake

Ο αρχάγγελος Μιχαήλ, βλέποντας την ελεεινή έκπτωση των Αγγέλων, κατάλαβε την αιτία της πτώσης τους και για αυτό, με την υποταγή και την ταπείνωση την οποία έδειξε στον Θεό, διαφύλαξε τόσο τη δική του δόξα και λαμπρότητα, όσο και τη δόξα των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Για την υποταγή του και την ταπείνωση αυτή, διορίστηκε από τον Θεό Παντοκράτορα να είναι ο πρώτος των Αγγελικών τάξεων.

Κατά την περίοδο εκείνη ο αρχάγγελος Μιχαήλ συγκέντρωσε και ένωσε τις τάξεις των Αγγέλων, και φώναξε σ’ αυτούς το «Πρόσχωμεν. Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες διά την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Kαι ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. O μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Aγγέλων. Hμείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού». Και όλοι μαζί ύμνησαν αναφωνώντας τον θείο και αγγελικό ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Αυτή τη σύναξη των αγγέλων εορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου. Μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ εορτάζεται και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ η παρουσία του οποίου είναι έντονη στην Αγία Γραφή. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που υπηρέτησε το Μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Θεού Λόγου από την αρχή ως το τέλος. Για αυτό και η Εκκλησία του Χριστού αποφάσισε να συνεορτάζει μαζί τους δύο Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και να επικαλείται την χάρη και τη βοήθεια τους.

Εμφανίσεις στην Αγία Γραφή

Ο Αρχάγγελος Mιχαήλ είναι ο πιο ένδοξος και λαμπρός ταξιάρχης. Στην Παλαιά Διαθήκη πρωτεμφανίζεται στον Πατριάρχη Αβραάμ κατά τη θυσία του Ισαάκ. Έπειτα στον Λωτ, όταν τον λυτρώνει μαζί με την οικογένειά του από την καταστροφή των Σοδόμων. Έπειτα παρουσιάζεται στον Ιακώβ, όταν τον σώζει από τον Ησαύ. Αυτός προπορεύονταν μπροστά από τους Ισραηλίτες όταν ελευθερώθηκαν από την Αίγυπτο. Με τη μορφή νεφέλης την ημέρα και φωτιάς τη νύχτα, τους δείχνει τον δρόμο προς τη γη της Επαγγελίας. Αυτός παρουσιάστηκε στον μάντη Bαλαάμ, όταν εκείνος θέλησε να καταραστεί τον Ισραηλιτικό λαό για να μη συνεχίσει τον δρόμο προς τη Χαναάν. Αυτός παρουσιάστηκε και στον Ιησού του Nαυή απαντώντας του «Eγώ αρχιστράτηγος Kυρίου νυνί παραγέγονα».

aggeloi kai arxhaggeloi evlampiatsireli william blake
Jacob’s Dream-William Blake

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζεται στον Δανιήλ και εξηγεί το όραμα που είδε (Δαν. 8,16), φανερώνοντάς του ότι η αιχμαλωσία των Ισραηλιτών θα κρατήσει εβδομήντα χρόνια, και μετά από τετρακόσια ενενήντα επτά χρόνια θα έρθει ο Χριστός (Δαν. 9,21-25). Ο Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στη γυναίκα του Mανωέ, ότι θα γεννήσει τον Σαμψών. Στην Καινή Διαθήκη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που έφερε την είδηση στον Ιωακείμ και την Άννα, ότι θα γεννήσουν τη Θεοτόκο.


Αυτός είναι που έφερε την είδηση στον Ζαχαρία ότι θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε τη χαρμόσυνη είδηση στην Θεοτόκο ότι θα γεννήσει από Πνεύμα Άγιο τον Yιό και Λόγο του Θεού. Αυτός παρουσιάστηκε στο όραμα του Ιωσήφ και του είπε να μη φοβηθεί, αλλά να παραλάβει τη Mαριάμ ως γυναίκα του, επειδή το παιδί που θα γεννήσει προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Αυτός παρουσιάστηκε και στους ποιμένες και τους έφερε την είδηση ότι γεννήθηκε ο Xριστός. Και αυτός σε όραμα είπε στον Ιωσήφ να πάρει το Θείο Βρέφος και τη Μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο. Και πάλι αυτός ξαναείπε στον Ιωσήφ να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Πολλοί από τους ιερούς μελετητές και ασματογράφους σημειώνουν ότι ο Γαβριήλ ήταν ο Άγγελος ο οποίος κύλησε τον βράχο από το μνημείο του Ιησού. Και αυτός ήταν που έφερε το μήνυμα στις Μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου.


Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, λειτουργοῖ θείας δόξῃς, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοί, καὶ ἀρχηγοὶ Ἀσωμάτωv, τὸ συμφέροv ἡμῖv αἰτήσασθε, καὶ τὸ μέγα ἔλεος, ὡς τῶν Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγοι.

(Κοντάκιο, ήχος β’)

Πηγές:

pemptousia.gr, Wikipedia, Περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», users.sch.gr

Εικόνες: http://www.blakearchive.org

©Ευλαμπία Τσιρέλη