Θάνατος. Τέλος ή αρχή;

Μια ανείπωτη χαρά και ενθουσιασμό ζήσαμε σε παγκόσμιο επίπεδο με την αλλαγή του χρόνου. Μια ελπίδα ότι ξημερώνει κάτι νέο και διαφορετικό, ότι κάθε τι παλιό και σκοτεινό μάς έχει αφήσει πια και βρίσκεται σε ένα άλλο σύμπαν.

Ο άνθρωπος έχει την τάση να υιοθετεί πεποιθήσεις και να τις τρέπει σε πραγματικότητες. Η καταπληκτική ικανότητα να πιστεύουμε κάτι που οι ίδιοι έχουμε δημιουργήσει είναι αξιοθαύμαστη. Και το εντυπωσιακό είναι πως λειτουργεί και μετουσιώνεται σε γεγονός.

Πραγματικά πιστεύουμε ότι έρχεται κάτι νέο, ένας νέος χρόνος, κάτι εντελώς καινούργιο και καλύτερο. Ενώ στην ουσία το μόνο που αλλάζει είναι η ώρα από 00.00 σε 00.01 όπως κάθε μέρα, και φυσικά η ολοκλήρωση μιας πλήρους περιστροφής του πλανήτη μας γύρω από τον ήλιο. Κι όμως πιστεύουμε πως ο χρόνος παγώνει και ξαναξεκινά, ότι με έναν μαγικό τρόπο μπορούμε να τον ελέγξουμε. Ότι μπορούμε να ελέγξουμε το τέλος και την αρχή του χρόνου.

Πού οφείλεται στ’ αλήθεια αυτή η πεποίθηση και βεβαιότητα ότι έχουμε περάσει σε κάτι πραγματικά καινούργιο και διαφορετικό;

Έχει τις ρίζες της στην ελπίδα, στο φυσικό ένστικτο της επιβίωσης. Οι αλλαγές, οι εορτές, οι περίοδοι οι κύκλοι, οι διακοπές, οι παύσεις και οι εγρηγόρσεις μέσα στο έτος επιδρούν όλες στην ανθρώπινη ψυχολογία. Χρειαζόμαστε διαλείμματα, αλλαγές, ανανεώσεις, διαβεβαιώσεις ότι η ζωή ανανεώνεται, η ελπίδα ανανεώνεται και ότι δεν ζούμε μια επανάληψη, ότι δεν βαδίζουμε έναν μονότονο δρόμο προς τον θάνατο.

Τα τέλη και οι ενάρξεις σηματοδοτούν νέες αρχές και ξεκινήματα. Ουσιαστικά πρόκειται για μικρές νίκες εναντίον του θανάτου.

Ξενυχτάμε τον νεκρό, δεν κοιμόμαστε εκείνη τη νύχτα γιατί ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος και μαχόμαστε εναντίον του. Ανάβουμε τα φώτα να φωτίσουμε την ψυχή να βρει τον δρόμο της και να περάσει ομαλά στον άλλον κόσμο.

Τα Χριστούγεννα ανάβουμε όσο πιο πολλά φώτα και λαμπιόνια μπορούμε, να διώξουμε το σκοτάδι του χειμώνα. Ο Χριστός με τη γέννησή του φέρει το φως, το άστρο στον ουρανό οδηγεί τους μάγους. Την Πρωτοχρονιά στο σκοτάδι της νύχτας αποχαιρετούμε τον παλιό χρόνο και γεμίζουμε με φως, με βεγγαλικά τον ουρανό το νέου έτους. Τα Φώτα αγιάζεται ο τόπος και τα νερά, φεύγουν οι καλικάντζαροι πίσω στο σκοτάδι της γης.

Στη γιορτή των Αγίων Πάντων, το παραδοσιακό δυτικό Χάλογουϊν και αρχαίο Σόουιν των Κελτών, ανάβουν μεγάλες υπαίθριες φωτιές ή φαναράκια για να φωτίσουν τη νύχτα και να καθοδηγήσουν τις ψυχές των νεκρών ή να αποτρέψουν την είσοδο κακών πνευμάτων στον κόσμο μας. Το ίδιο και την Πρωτομαγιά, το Μπελτέιν, η νύχτα γίνεται μέρα με τεράστιες φωτιές. Το ίδιο και στα δικά μας έθιμα του Αη Γιαννιού, την Πρωτοχρονιά και τις Απόκριες.

Όλα μικρές νίκες κατά του σκοταδιού που συμβολίζει το άγνωστο και το τέλος της ζωής, τον θάνατο.

Ακούστε το σχετικό Podcast Giati Oxi

| Ο Θάνατος στην Ανθρώπινη Σκέψη Διαχρονικά| Ευλαμπία Τσιρέλη στη Δέσποινα Κανάκογλου.

Η μεγαλύτερη νίκη κατά του φόβου, του τρόμου, του μουδιάσματος του θανάτου, είναι η πεποίθηση πως δεν είναι το τέλος. Πως υπάρχει κάτι πέρα από αυτό, πως διατηρείται η ύπαρξη -αν όχι με τη μορφή που είναι ως ζωντανή- τουλάχιστον με μια διαφορετική μορφή και υπόσταση σε ένα άλλο υπερβατικό πεδίο.

Όλες οι θρησκείες έχουν βασίσει την κοσμοθεωρία τους στη νίκη κατά του θανάτου με την πίστη πως ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Ανάσταση, μετενσάρκωση, μετουσίωση, νιρβάνα, ακόμα και οι αρχαίες ανιμιστικές πεποιθήσεις υιοθέτησαν την ένωση με τη φύση, με τον ποταμό, τον άνεμο, τη συνέχιση στον κόσμο των πνευμάτων με την κατοίκηση της ψυχής στο νερό, στο δέντρο, στο βουνό.  

Ταφικές πρακτικές από την αρχαιότητα -με πιο διάσημες τις μούμιες των Αιγυπτίων- μέχρι σήμερα δημιουργήθηκαν και διατηρήθηκαν ώστε να μας πουν ακριβώς αυτό:

Πώς ήρθε το τέλος μα ήρθε συγχρόνως και μια αρχή για την οποία ο νεκρός πρέπει να είναι έτοιμος.

Αλλά και οι πιο ορθολογιστές που είναι πεπεισμένοι και σίγουροι πως η ύπαρξη σταματά τη στιγμή του θανάτου, δέχονται ακούσια μια πιθανότητα συνέχισης της ύπαρξης ακόμα και μέσα από την ανάμνηση των αγαπημένων τους και την επιβίωση μέσω των απογόνων τους και των γονιδίων τους.

Διότι κανένας άνθρωπος δεν δύναται να συλλάβει την κενότητα του ΤΕΛΟΥΣ. Είναι ενάντια στη φύση μας. Και ίσως να είναι τόσο ενάντια επειδή ακριβώς δεν υπάρχει τέλος. Δεν δύναται να υπάρξει τέλος πουθενά στη φύση χωρίς μια ταυτόχρονη αρχή. Ένας τερματισμός χωρίς μια εκκίνηση σε ένα άλλο πεδίο, επίπεδο, τρόπο. Το τέλος είναι αφύσικο.

Ακούστε το σχετικό Podcast Giati Oxi |

Ο Θάνατος στην Ανθρώπινη Σκέψη Διαχρονικά| Ευλαμπία Τσιρέλη στη Δέσποινα Κανάκογλου.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Αταξίδευτη Ζωή – Βούλα Μουταφτσή

Τι στέκεις, φίλε μου, μαρμαρωμένος και κοιτάς; 

Σε ξένα χέρια το τιμόνι της ζωής παράτησες, το ξέρεις.

Βάρκα που ξέμεινε και ρίζωσε,

στεριά ο θυμός σου,

μπροστά στη θέα του γαλάζιου να λιγώνεται,

μα αλμύρας στάλα να μη γεύεται ποτέ.

Αλήθεια,  τι μαρτύριο οι βάρκες στις στεριές να πλέουν.

Ακούνητες, ασάλευτες…

Να σκάνε από τον ήλιο, να χορταίνει το σαράκι.

Νεκρές να ζουν και να πεθαίνουν.

Τι στέκεις, φίλε μου, μαρμαρωμένος και κοιτάς; 

Ο προορισμός σου άλλος ήτανε, το ξέρεις.

Ξέμεινες ριζωμένος κι επέτρεψες στα άλλα τα καράβια

να σε περιγελούν, κουνώντας το μαντήλι.

Τι κλαις, λοιπόν, και με κοιτάς;

Θαρρείς τα δάκρυα σου είναι ικανά να φτιάξουν θάλασσες;

Να μη γελιέσαι. Ίσως τις ρίζες σου ίσα λίγο να ποτίσουν.


Η Βούλα Μουταφτσή ζει και γράφει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium. Συμμετέχει στην ανθολογία διηγημάτωνΙστορίες του Άλλοτε“. Πειραματίζεται εξίσου με την ποίηση και την πεζογραφία. Το ποίημα βασίζεται σε άσκηση του Εργαστηρίου.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Αρίθμηση – Σοφία Γαβριά

Ένα

Το κορμί της είναι ένα σκεύος άδειο.

 Κάθε μέρα το γεμίζει με κάτι.

Με συναισθήματα, λάθη, φιλιά και έρωτες.

 Από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, για να νιώσει την απόλυτη πληρότητα.

Δύο

Σαν μια πιστή Ιέρεια στήνει το προσευχητάριο της μέσα σε δύο τοίχους, έτσι όπως της έμαθαν.

Μα η συνήθεια αυτή την κάνει να ξεχνά πως η πίστη, μεγαλώνοντας, δεν περιορίζεται.

Χρειάζεται έναν ναό για να αναπνεύσει.

Τρία

Η σκέψη της, μια κινούμενη κόκκινη μπάλα.

Στο μυαλό της χοροπηδάει ψάχνοντας τρόπο διαφυγής. Αυτή στέκεται και την κοιτάζει.

Με ένα άλμα, τη φέρνει στα χέρια της.

Ανατροπή.

Δεν το περίμενε.

Τέσσερα

Κάθε πρωί το κορίτσι τώρα κοιτάζει τον εαυτό της κατάματα στον καθρέφτη.

Παρατηρεί κάθε πτυχή του προσώπου καθώς το στόμα της σχηματίζει ποιήματα ευτυχίας και προσευχές.

Πέντε

Δεν φοβήθηκε τον θάνατο του εαυτού της όταν ήρθε.

Όσο και να πόνεσε, αναγεννήθηκε με άλλη πνοή.

Έξι

Εθισμένη μια ζωή σε μαραμένες σκέψεις, ξαναθυμήθηκε πως η ζωή είναι τελικά μαγική.

Ένας λόγος για να αντέξεις.


Η Σοφία Γαβριά ζει και γράφει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium. Συμμετέχει στην ανθολογία διηγημάτων “Ιστορίες του Άλλοτε“. Μπορείς να ανακαλύψεις περισσότερα για την ποίησή της στο προσωπικό της βιβλίο στην amazon.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Γύρω από τον εαυτό – Μια θεώρηση της ιστορίας του Ανθρώπου

Παρατηρώντας τον κόσμο συνολικά και διαχρονικά, βλέπει κανείς στην πορεία του ανθρώπου μια βόλτα γύρω από τον εαυτό του. Σαν μωρό, που δεν ξέρει τίποτα για τον κόσμο, ξεκινά στο πρωτόγονο και αρχαϊκό στάδιο του πολιτισμού του. Όταν λύνει το ζήτημα της τροφής, με την ανακάλυψη της καλλιέργειας τη γης, και διασφαλίζει την επιβίωση και διαιώνιση του είδους του, αρχίζει να κοιτάζει πιο βαθιά στην ύπαρξή του. Αρχικά, αναρωτιέται πού πηγαίνουν αυτοί που πεθαίνουν, κι έτσι επινοεί την προγονολατρεία. Έπειτα, θαυμάζει τις ικανότητες των ζώων, θεοποιεί τα δέντρα, τη φύση, επινοεί τον ανιμισμό, κι ύστερα κοιτάζει ψηλά στον ουρανό ή, πέρα, στην ανεξερεύνητη θάλασσα, επικαλείται τους θεούς και δυνάμεις τρομερές που διασφαλίζουν ή απειλούν την ύπαρξή του και την τάξη στον κόσμο.

Δημιουργεί τέχνη και κατακτά τη γνώση του κόσμου γύρω του σιγά σιγά. Ερμηνεύει, ταξινομεί, ορίζει. Οι θεοί γίνονται μύθοι, γίνονται ιστορίες παλιές, του “κάποτε”. Οι παλιές ιστορίες γίνονται σύμβολα και αρχέτυπα και φωλιάζουν μέσα του.

Κι έπειτα, συνειδητοποιεί τη δύναμή του. Ασκεί εξουσία, αποκτά υλικό πλούτο, κάνει πολιτική, διπλωματία, διεκδικεί γη, γράφει ιστορία και τη διεκδικεί. Σκοτώνει και σκοτώνεται, θυσιάζεται, μαρτυρεί για θεούς και έθνη. Πάντα αγωνίζεται για τη θέση του στον κόσμο. Και μετά, μελετά, παρατηρεί, καταγράφει, μαθαίνει, κάνει επιστήμη, διαφωτίζεται. Δημιουργεί θαυμαστά πράγματα. Γίνεται ένας μικρός θεός.

Ώσπου, βγαίνει από τον κόσμο, προς τα αστέρια. Θέλει να μάθει κι άλλα. Πόσο θαυμαστό το ταξίδι στους άλλους πλανήτες. Όμως, τι περίεργο, επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε. Σε μια μήτρα. Ένα έμβρυο, μέσα σε ένα μητροειδές διαστημόπλοιο που τον γεννά σε έναν νέο κόσμο, στο αχανές διάστημα ή σε έναν άγνωστο, ξένο πλανήτη, όπου είναι και πάλι μωρό, μικρό και απροστάτευτο. Χωρίς την τεχνογνωσία που χρειάζεται εκεί, χωρίς την οργανική δομή και τις σωματικές αντοχές που θα τον βοηθήσουν να επιβιώσει, χωρίς τροφή, χωρίς ιστορία, χωρίς θεούς, χωρίς επιστήμη… Όλα από την Αρχή.


Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομιλίας μου για την παρουσίαση του βιβλίου Τομές και Ασυμβατότητες” του Πέτρου Παναγιωτόπουλου, Φυσικού και Επίκ. Καθηγητή Θεολογίας ΑΠΘ, εκδόσεις Ροπή. Βίντεο της παρουσίασης μπορείτε να δείτε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=39EsWniUa2Y&t=919s&ab_channel=EvlampiaTsireli

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Φαντασία και Επιστήμη – Τεχνολογία και Ανθρωπινότητα

Σήμερα κυριαρχεί η επιστήμη, ο οραματισμός, οι ανθρώπινες πράξεις και οι συνέπειες στο μέλλον, ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος που μας περιμένει, αλλά και δυστοπικά σενάρια  που πολλές φορές εμπλέκουν το ζήτημα επιστήμη-θρησκεία και μια ενδεχόμενη σύγκρουση, ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα, κατάχρηση τεχνολογίας, απανθρωπισμό του ανθρώπου. Λογοτεχνικά βιβλία από τα οποία μπορούμε να διδαχτούμε και να μελετήσουμε βαθιά τέτοια θέματα είναι Το Ηλεκτρικό Πρόβατο Φίλιπ Ντικ, ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Άλντους Χάξλευ, το 1984 του Όργουελ, το Φάρεναιτ 451 του Μπράντμπερι, και πολλά άλλα έργα επιστημονικής και δυστοπικής φαντασίας. Ευτοπίες, ουτοπίες, μακάριοι τόποι, Άνθρωπος και Φύση σε αρμονική συμβίωση VS Κυριαρχία του Ανθρώπου. Μπορεί άραγε ο άνθρωπος να υπερβεί τη φύση; Και αν ναι, μπορεί να επιβιώσει; Και αν ναι σε τι κατάσταση; Προς το παρόν, υποθέσεις και σενάρια διαβάζουμε μόνο στα βιβλία και βλέπουμε στις ταινίες. Μα… προσέξτε: «Η επιστημονική φαντασία του χθες είναι η πραγματικότητα του σήμερα, όπως και η επιστημονική φαντασία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο».

Είναι άραγε η φαντασία ο αρμός που ενώνει επιστήμη και πνευματικότητα; Ή, τουλάχιστον, αυτό που μας βοηθά να βρούμε ένα σημείο ζεύξης;

Η φαντασία δαιμονοποιήθηκε και υποβιβάστηκε ως κάτι το παιδαριώδες -ίσως και επικίνδυνο- γιατί απελευθέρωνε το ανθρώπινο πνεύμα. Γυναίκες κάηκαν στην πυρά, καλλιτέχνες εκτελέστηκαν από την Ιερά Εξέταση και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Τη φοβήθηκε και η θρησκεία, και η επιστήμη, και η πολιτική. Οι καλλιτέχνες ακόμα διώκονται. Δεν ήταν όμως «φαντασία» και «πλάσματα του φανταστικού» η επιστημονική γνώση πριν κατακτηθεί; Δεν ήταν μαγεία η τεχνολογία; Η μουσική των σφαιρών – τα nebulas – η γέννηση νέων άστρων – το μυστήριο των μαύρων τρυπών σήμερα όλα δεν θα μπορούσαν να γεννήσουν μια συμπαντική ποίηση του 21ου αιώνα που διασώζει την ομορφιά και το μυστήριο; Ο κόσμος είναι μαγικός από μόνος του. Είναι μια δημιουργία, και το κοσμικό αβγό γεννά συνεχώς νέους κόσμους, νέα ποιήματα.

Το θεώρημα της μη πληρότητας του Kurt Gödel λέει ότι «δεν μπορούμε πάντοτε να αποφανθούμε για την πληρότητα ενός συστήματος παραμένοντας αποκλειστικά στα πλαίσια του ίδιου του συστήματος, δηλαδή -εν προκειμένω- του γνωστού μας Σύμπαντος». Προσωπικές παγιωμένες απόψεις εκούσιες ή ακούσιες ακόμα, στερεότυπα, πεποιθήσεις, αντιλήψεις, ιδέες και αξίες του παρατηρητή-ερευνητή-επιστήμονα δεν γίνεται να παραγκωνιστούν και να έχουμε μια αντικειμενική παρατήρηση των πραγμάτων και, άρα, ουδέτερο πόρισμα σε οτιδήποτε. Ο Weinberg λέει: «Μελετάμε με κέντρο τους εαυτούς μας». Μα πώς μπορεί, στ’ αλήθεια, να γίνει διαφορετικά;

Η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν εξελιχθεί. Εμείς τις εξελίξαμε. Καιρός να εξελίξουμε τον εαυτό μας, τον εσωτερικό μας κόσμο, τον τρόπο σκέψης μας ώστε να επιτύχουμε ένα πνευματικό εξελικτικό βήμα για την ανθρωπότητα. Αυτό είναι το μεταίχμιο. Είναι αυτό που χρειάζεται, και αυτό που τώρα πια είναι δυνατόν να συμβεί.

Υπάρχει ένας κόσμος, μια κατάσταση ζωής, ένας άχρονος κόσμος που έχει υπάρξει, που υπάρχει, που θα υπάρξει στο μέλλον.  Οι άνθρωποι είναι πιο εξελιγμένοι από τις μηχανές. Τις χρησιμοποιούν, συνεχίζουν να ερευνούν και να μαθαίνουν, όμως… είναι κάπως διαφορετικοί.

Οι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο σκέφτονται βαθιά πριν πράξουν, μπορούν και βλέπουν από ψηλά, θυμούνται τα παλιά, σέβονται τα τωρινά, νοιάζονται για τα μέλλοντα. Μιλούν αργά και ήρεμα∙ γελούν δυνατά, απολαμβάνουν τη φύση γύρω τους, είναι ευγενικοί ο ένας με τον άλλον, δίνουν περισσότερα από ό,τι παίρνουν, μοιράζονται τα πάντα –το φαγητό, τη γη, το σπίτι τους-, παρηγορούν ο ένας τον άλλον. Αγκαλιάζονται συνεχώς, σέβονται το σώμα τους. Προσέχουν την ποιότητα των λόγων τους.

Έχουν αναλύσει σχεδόν τα πάντα για τον ουρανό και το διάστημα, όμως… συνεχίζουν να κάνουν ευχές στ’ αστέρια. Ίσως αυτός ο κόσμος να είναι ήδη στα χέρια μας.


Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομιλίας μου για την παρουσίαση του βιβλίου Τομές και Ασυμβατότητες” του Πέτρου Παναγιωτόπουλου, Φυσικού και Επίκ. Καθηγητή Θεολογίας ΑΠΘ, εκδόσεις Ροπή. Βίντεο της παρουσίασης μπορείτε να δείτε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=39EsWniUa2Y&t=919s&ab_channel=EvlampiaTsireli

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Η φωνή του βουνού – Νίκος Βογιατζής

Μόλις άνοιξα τα μάτια μου, το βλέμμα μου έπεσε στο θολό από υγρασία τζάμι. Έξω έπεφτε χιόνι πυκνό. Κάλυπτε αργά τα κλαδιά των ελάτων. Σηκώθηκα νωχελικά και, αφού τεντώθηκα για να ξεπιαστώ, προχώρησα προς την κουζίνα. Περνώντας από το κυρίως σαλόνι του καταφυγίου, πρόσεξα ότι η φωτιά στο τζάκι είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται. Την τάισα φρέσκο ξύλο και, μόλις πήρε τα πάνω της, συνέχισα για να πάω να φτιάξω πρωινό. Ζεστός καφές, αχνιστό ψωμί, βούτυρο και μέλι. Τα έβαλα όλα σε έναν δίσκο και κάθισα στο ξύλινο τραπέζι, δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία.

Η χιονόπτωση ήταν τώρα πιο αραιή, τόσο ώστε να μπορώ να παρακολουθήσω μία και μόνο χιονονιφάδα στο ταξίδι της προς τη βεράντα. Ήπια μια γουλιά καφέ για να ζεστάνω το μέσα μου, και μια μπουκιά ψωμί με μέλι για να με γλυκάνει. Άπλωσα το χέρι μου στη στοίβα με τα βιβλία και διάλεξα ένα αστυνομικό, για να με συντροφεύσει όσο έτρωγα.

Είχα διαβάσει περίπου τρεις σελίδες, όταν άκουσα μια φωνή. Ήταν ζεστή και απαλή σαν μάλλινη κουβέρτα. Ερχόταν απ’ έξω και έλεγε μόνο μία λέξη: «Έλα». Σαν υπνωτισμένος, φόρεσα το μπουφάν μου, γάντια και κασκόλ, και βγήκα στη χιονισμένη πλαγιά του βουνού. Άρχισα να ανηφορίζω, περνώντας κάτω από πανύψηλα δέντρα, αφήνοντας βαθιά ίχνη στο πάλλευκο έδαφος. Η φωνή γινόταν όλο και πιο έντονη, πιο γλυκιά, πιο ζεστή. Έμοιαζε να έρχεται μαζί με τον αέρα και να εισχωρεί μέσα μου με κάθε αναπνοή.

Χωρίς να το καταλάβω, έφτασα στην κορυφή. Και τότε την είδα. Ήταν ντυμένη με ένα φόρεμα μακρύ, φτιαγμένο από φως. Είχε ξανθά μαλλιά που έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό της και κάλυπταν τα μάτια της. Χαμογελούσε. Γύρω από τα πόδια της, μικρές τούφες από χορτάρι είχαν φυτρώσει. Τα χέρια της ήταν απλωμένα προς το μέρος μου. Έτρεξα κοντά της και μπήκα στην αγκαλιά της.

Ένιωσα τα πάντα. Άκουγα τις φωνές των δέντρων, των ζώων, ολόκληρου του βουνού. Άκουσα όλες τις ιστορίες που κρατούσαν κρυμμένες, ιστορίες χαράς και λύπης, ζωής και θανάτου. Για το πώς οι άνθρωποι κάποτε ζούσαν μαζί τους αρμονικά, μιλούσαν μαζί τους και τους φέρονταν με σεβασμό. Και για το πώς τώρα έχουν ξεχαστεί όλα αυτά, πώς η φωνή τους σώπασε στα αυτιά των ανθρώπων, παρόλο που μιλούν και φωνάζουν και ουρλιάζουν κάθε μέρα για να τους προσέξουν.

Άκουσα χιλιάδες ιστορίες, αν και είχαν περάσει λίγα λεπτά. Όταν σταμάτησαν οι φωνές, με όσες δυνάμεις μού είχαν απομείνει, ρώτησα: «Τι μπορώ εγώ να κάνω για σας;» Αλλά πριν προλάβω να πάρω απάντηση, έσβησαν τα πάντα.

***

Ξύπνησα στο κρεβάτι μου, πίσω στο σαλέ. Το κεφάλι μου πονούσε και προσπαθούσα να καταλάβω αν όλα αυτά είχαν όντως συμβεί ή ήταν ένα όνειρο. Μέχρι που κοίταξα στο τζάμι και πήρα την απάντησή μου. Στο γυαλί, γραμμένο πάνω στην πρωινή πάχνη ήταν γραμμένη μία λέξη: «Άκου».


Ο Νίκος Βογιατζής ζει, γράφει και αυτοσχεδιάζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Το πέταγμα – Γιάννης Λαζαρίδης

Ο Χόρχε έπιασε μια μάλλινη μπάλα και την πέταξε στο ξύλινο πάτωμα με ένα βλέμμα ουδέτερο, χωρίς χαρά ή λύπη· ένα βλέμμα πεισματικά προσκολλημένο εδώ και ώρες στο άνοιγμα των δύο ξεφτισμένων παραθυρόφυλλων που έβλεπαν στο απέναντι, γειτονικό, σιωπηλό διαμέρισμα. Η μπάλα προσγειώθηκε στη βαριεστημένη μουσούδα του Ντιέγκο, του πιστού του γάτου, που ξάπλωνε με την ίδια απάθεια στο σκονισμένο πάτωμα. Αν δεν υπήρχε η φυσική διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώου, θα έλεγε κανείς πως ο Ντιέγκο ήταν πραγματικό παιδί του Χόρχε. Είχαν και οι δυο τους πορτοκαλί μαλλιά, και μάτια γαλάζια με κόρες σχιστές. Τα σώματά τους ήταν απλωμένα στις θέσεις τους, χωρίς ενδιαφέρον για το οτιδήποτε.

Ο Χόρχε στεκόταν νεκρικά ακίνητος φορώντας μια κόκκινη ρόμπα και ένα μαύρο εσώρουχο. Με γένια ατημέλητα, δεκατεσσάρων ημερών, είχε βολευτεί σε μια χαμηλή πολυθρόνα, αφήνοντας τα χέρια του και τα πόδια του να αιωρούνται σχεδόν παράλυτα, σαν αράχνη που περιμένει υπομονετικά το επόμενό της θήραμα.

Μονάχα που ο Χόρχε δεν είχε βλέψεις μήτε για θηράματα μήτε για ζωή. Είχαν περάσει δύο εβδομάδες από τότε που ανακοινώθηκε η καραντίνα και, τώρα πια, θαρρείς πως εκείνη η μοιραία ανακοίνωση είχε ναρκώσει κάθε του όρεξη για ζωή και οξυγόνο. Ένιωθε παράλυτος μπροστά στην ησυχία του κόσμου.

Ξαφνικά, ένα λευκό περιστέρι προσγειώθηκε στο περβάζι του παραθύρου, στάθηκε για λίγα δεύτερα να ξαποστάσει, και έπειτα άνοιξε ξανά τα φτερά του και πέταξε. Ο Χόρχε πετάχτηκε αναστατωμένος προς το παράθυρο παρατηρώντας, με μάτια που μαρτυρούσαν ζήλια, το περιστέρι που πετούσε από περβάζι σε περβάζι, ελεύθερο και αδέσμευτο. “Ένα περιστέρι”, παρατήρησε με θλίψη καθώς ο Ντιέγκο τριβόταν στοργικά στα πόδια του, μες στην ακαταμάχητη αθωότητά του.

Έριξε ένα βλέμμα σε όλα τα κτίρια της γειτονιάς. Νεκρική σιγή. Στο μυαλό του όμως είχε μείνει ο απόηχος των φτερών. Ένα μικρό χαμόγελο έσπασε διστακτικά τη σκοτεινιά του προσώπου του. Φόρεσε όπως όπως ένα καρό πουκάμισο και ένα κοντό παντελόνι, άρπαξε τον Ντιέγκο αγκαλιά, και πέρασε το κατώφλι της πόρτας σφυρίζοντας το αγαπημένο του τραγούδι. “Καιρός να ξεμουδιάσουμε τα φτερά μας”, μουρμούρησε ανάμεσα στα σφυρίγματα και το πρόσωπό του φώτισε, ξαφνικά, ακόμα περισσότερο.


Ο Γιάννης Λαζαρίδης ζει και γράφει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium και συμμετέχει στην ανθολογία Μυθιστορίες Φαντασίας.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Τα κόκκινα γράμματα – Ραφαέλα Svensson

Ανάμεσα στην καταχνιά του τραγικού δάσους των σκιών, μαύρες παρουσίες έσκιζαν την ομίχλη. Τα πνεύματα του Δεκεμβρίου εμφανίστηκαν για τα καθιερωμένα κόκκινα γράμματα. Κάθε ένα επέλεγε τον άνθρωπο που θα ξελόγιαζε και στη συνέχεια παρέδιδε το γράμμα του μέσω κάποιου ονείρου. Εάν ο παραλήπτης δεν κατάφερνε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, εισερχόταν στον κόσμο των σκιών και γινόταν ένα με το δάσος.

«Agnes lofbjorn, η αποστολή σου είναι να δηλητηριάσεις τον βασιλιά. Έχεις τρεις ημέρες για να ρίξεις τη δύναμη του στέμματος στις κόρες της Εκάτης».

Τα μάτια της άνοιξαν τρομακτικά γρήγορα. Η φλόγα του κεριού άφηνε σχήματα στον τοίχο, όμοια με τα σκίτσα που συνήθιζε να σκαρώνει. Σκούρες πολύπλοκες γραμμές που μπλέκονταν η μια στην άλλη, σχήματα μυτερά και αχόρταγα, έτοιμα να κατασπαράξουν όλο το χαρτί που τους δινόταν ώστε να επιζήσουν. Έξω από την οικία ακουγόταν μονάχα ο άνεμος που έκανε τις πόρτες να τρίζουν και τα κεριά να σβήνουν, όπως οι ψυχές των κατοίκων τέτοια εποχή. Η κοπέλα έριξε μια κλεφτή ματιά στον γάτο της και έπειτα χώθηκε κάτω από τη διπλή μαυροκέντητη κουβέρτα για ακόμη λίγο ύπνο.

Το επόμενο πρωί, στην κεντρική πλατεία, βρέθηκαν δύο κεφάλια, χωρίς παραπάνω στοιχεία. Στα βρωμερά πλακάκια υπήρχε λευκή σκόνη μέσα και γύρω από τα ρούχα των νεκρών. Ο τελάλης της πόλης είχε ήδη ξεκινήσει το νεκρικό άσμα για τη μετάδοση των νέων.

Η Agnes ξύπνησε από τον εκνευριστικό ήχο, άρπαξε τον σάκο της και ξεκίνησε για το κάστρο. Πέρασε από το στενό με τα μικρομάγαζα με τις κλωστές, και έκοψε δρόμο από το δάσος που απέφευγαν όλοι. Τάχυνε το βήμα της καθώς παρατηρούσε βασανισμένες μορφές που ούρλιαζαν ικετευτικά πάνω στους ακίνητους κορμούς, λες και πρωταγωνιστούσαν σε βουβή σκηνή θεάτρου. Πατούσε τα πεσμένα κλαριά με μανία προκειμένου να βγει από το τοπίο φρίκης όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ο σκοπός της ήταν ένας: να επιβιώσει.

Περπατούσε όλη μέρα. Μόλις έφτασε στην πύλη, πήρε μια βαθιά ανάσα και κάλυψε το πρόσωπό της με την κουκούλα του φορέματος. Οι φρουροί ευτυχώς δεν της έδωσαν καν σημασία αφού έπαιζαν ζάρια. Κρύφτηκε μέσα σε μια εμπορική άμαξα και έτσι τρύπωσε στα τείχη της πόλης. Αν και ένιωθε υπνωτισμένη, ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Μέσα στην τσέπη της υπήρχε το κλειδί της βασιλικής κάμαρας. Περίμενε υπομονετικά την εμφάνιση της σελήνης, την ώρα που οι υπόλοιποι του είδους της θα έπεφταν σε έναν μικρό λήθαργο. Ήταν η στιγμή να κάνει το καθήκον της. Πρώτα έβαλε φωτιά στους κύριους αχυρώνες. Φώναξε δυνατά ώστε να ξυπνήσουν όλοι και οι φρουροί να τρέξουν προς τα εκεί. Τρύπωσε στα μαγειρεία, χτύπησε με το τηγάνι μια καμαριέρα και ντύθηκε με τα ρούχα της. Άρπαξε έναν δίσκο με καυτό τσάι και ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο δωμάτιο του βασιλιά.

«Έφερα το τσάι του βασιλιά», πρόφερε με χαμηλωμένο βλέμμα στους φρουρούς, και μπήκε με επιτυχία μέσα. Έβγαλε αθόρυβα τη λεπίδα από το μανίκι της και έκοψε τον λαιμό του βασιλιά. Έβαλε το στέμμα στον σάκο της, κατέβηκε από τον κισσό του κεντρικού παραθύρου στο έδαφος και έτρεξε προς το δάσος.

Την τρίτη μέρα η Agnes ξύπνησε χωρίς τη μνήμη της. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το σώμα της ήταν ένας μονοκόμματος κορμός.

«Agnes lofbjorn, η αποστολή σου ήταν να πας κόντρα στο όνειρό σου. Απέτυχες», είπε μια φωνή μέσα από το δάσος.


Η Ραφαέλα Svensson ζει, γράφει και ζωγραφίζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Εργαστηρίου Συγγραφής Imaginarium.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στον συγγραφέα, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευσηΣε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993.

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Τι μας λένε;

Photo by Ashutosh Sonwani on Pexels.com

Όλες οι διαχρονικές χριστουγεννιάτικες ιστορίες που έχουν μείνει χαραγμένες στην καρδιά
μας δεν είναι γραμμένες αποκλειστικά για τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα στο μυαλό
του συγγραφέα, του ποιητή, του καλλιτέχνη, δεν είναι απλά μια γιορτή. Είναι ένας κήπος
ανθισμένος μέσα στο παχύ χιόνι∙ ένα καταπράσινο δέντρο που δεν μαραίνεται ποτέ, σε μια
απρόσιτη, κάτασπρη βουνοκορφή∙ μια ζεστή γωνιά σε ένα γυμνό, παρατημένο σπίτι∙ μια
γλυκιά μελωδία στην παγερή ησυχία της μοναξιάς. Είναι η ανάγκη της φωλιάς, της εστίας,
της οικογένειας, της ανθρωπινότητας.

Όλες οι γωνιές του σπιτιού φωτίζονται, να μην υπάρχει πουθενά σκοτάδι, όλες οι πλευρές
στολίζονται, να μην υπάρχει πουθενά μονοτονία. Όλες οι γωνιές της ψυχής. Γιατί, τα
Χριστούγεννα είναι μέσα μας.

Όλες οι ιστορίες-καθρέφτες είναι γεννημένες ως προσφορά στον άνθρωπο, ως καθήκον,
από τον καλλιτέχνη. Είναι εκείνες οι συμβολικές ιστορίες που μας θυμίζουν κάτι από τη
σοφία που κυνηγάμε και κάτι από την παιδική ηλικία που αφήσαμε πίσω μας. Τότε που η
ζωή είχε το πραγματικό της νόημα, την αληθινή της διάσταση, εκεί όπου ο εαυτός μας ήταν
καθαρός.

Τότε που είχαμε εμπιστοσύνη στην ανθρωπότητα.

Ημερολόγιο καραντίνας Περί τέχνης

Inventor of the Isolator: Hugo Gernsback

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Δεύτερη καραντίνα, δεν μετράμε πια μέρες, δεν έχουμε πια όρεξη να σχολιάσουμε ούτε την επικαιρότητα, ούτε τη ζωή μας, ούτε τη ρουτίνα μας -η οποία έχει αλλάξει δραματικά. Δουλεύουμε από το σπίτι, διασκεδάζουμε από το σπίτι, κάνουμε παρέα από το σπίτι, γιορτάζουμε γενέθλια, παίρνουμε μεταπτυχιακά και διδακτορικά, διδάσκουμε και διδασκόμαστε, παρακολουθούμε συνέδρια και φεστιβάλ, ομιλίες και λειτουργίες, όλα με τηλεδιάσκεψη. Συνεχίζουμε να μαθαίνουμε νέα πράγματα, είμαστε πιο ξεκούραστοι σωματικά, κοιμόμαστε λιγότερες ώρες, το σώμα λιγάκι πλαδαρεύει, δεν πηγαίνουμε πια τόσο συχνά βόλτες για περπάτημα ή τρέξιμο πληκτρολογώντας το περιβόητο “6” στο 13033.

Σε αυτή τη δεύτερη φάση μάς έχει αφομοιώσει περισσότερο το “μέσα”. Ζούμε πια τελείως σε έναν εσωτερικό κόσμο, σε έναν κόσμο μέσα στο σπίτι και μέσα στο κεφάλι μας. Το παράθυρο των παιδιών στον κόσμο είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Έχει εκλείψει -προς το παρόν- η βιωματική μάθηση και η εμπειρία.

Προφανώς και ελπίζουμε πως όλο αυτό είναι προσωρινό, σύντομα θα βγει το εμβόλιο. Σκεφτόμαστε τους ανθρώπους που υποφέρουν στις εντατικές καλά και στα σπίτια -δεν είναι εύκολη η ανάρρωση από τον ιό. Έχουν πάψει και τα τελευταία σχόλια ότι “ο ιός δεν υπάρχει” κι αυτό διότι βρίσκεται πλέον -αν όχι σε κάθε σπίτι- σε κάθε πολυκατοικία. Όλοι πλέον ξέρουν κάποιον που νοσεί ή έχει νοσήσει. Τα νοσοκομεία είναι γεμάτα.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα, της πανδημίας που πλέον έχει γίνει βίωμα και έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως μια τραυματική εμπειρία για όλους μας, ποιο είναι το όφελος και η αποστολή της τέχνης;

Πολλά σενάρια επιστημονικής φαντασίας και τρόμου με θέμα τον ιό προηγήθηκαν αυτής της πανδημίας. Θεωρήθηκαν προφητικά -η πρόβλεψη βέβαια ενός τέτοιου γεγονότος έστω στη μυθοπλασία δεν προκύπτει παρά από την προσεκτική παρατήρηση του παρελθόντος και του παρόντος. Μας έδειξαν το “what if”, το “τι θα γινόταν αν”. Πριν από την πανδημία, βιβλία με τέτοια θεματολογία, είχαν αξία. Έδιναν τροφή για σκέψη. Αποτελούσαν μια έξυπνη μυθοπλασία, μια έξυπνη αμφίεση της πραγματικότητας.

Η τέχνη πρέπει να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τη ζωή.

Σήμερα, η αναφορά στον ιό έχει αξία περισσότερο σε μορφή αυτοβιογραφίας, άρθρου ή ημερολογίου. Μια καταγραφή της καθημερινότητας και των γεγονότων, όχι σε μορφή μυθοπλασίας, αλλά ρεαλισμού πλέον, που θα πληροφορήσει, θα κρατήσει την ανάμνηση.

Η φαντασία του παρελθόντος έχει γίνει πραγματικότητα (παραπομπή σε αυτό που λέω: “Η επιστημονική φαντασία του χθες είναι η πραγματικότητα του σήμερα ή “Η επιστημονική φαντασία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο”). Δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί σε fiction επ’ αυτού. Εξάλλου, ποιος έχει πλέον την ψυχολογία να διαβάσει δυστοπικά σενάρια για την ήδη δυστοπική μας πραγματικότητα;

Μήπως έχει περισσότερη αξία το ένα βήμα παραπέρα; Το “μετά από όλο αυτό”; Ποιος έχει κουράγιο, πραγματικά, για περισσότερη καταστροφολογία μέσα από τη μυθοπλασία; Και ποιο είναι το ξάφνιασμα ή η χρησιμότητα εν μέσω μιας καταιγίδας να ασχολείται κάποιος με το πώς θα τον πνίξει η καταιγίδα ή να συζητάει για την καταιγίδα; Εν μέσω της καταιγίδας διοχετεύουμε κάπου αλλού το νερό ώστε να μην πνιγούμε, οχυρωνόμαστε να μείνουμε στεγνοί, αναλογιζόμαστε τι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε για την επόμενη καταιγίδα που θα έρθει, οραματιζόμαστε μέρες λιακάδας, σκεφτόμαστε όλα αυτά τα πράγματα που θα κάνουμε μετά, πώς να μετατρέψουμε την καταιγίδα σε λιμνούλα, ντουζιέρα, νερό για το φαγητό, πότισμα για τον κήπο. Έτσι και η τέχνη, υπηρετεί το “μετά”, το “ένα επίπεδο ψηλότερα”, βγάζει το κεφάλι πάνω από την καταιγίδα περνώντας βέβαια από μέσα της.

Η μυθοπλασία είναι μια μεταμφιεσμένη πραγματικότητα, ναι, όμως τα ρούχα της δεν πρέπει να είναι μεταχειρισμένα.