Έμβια όντα | Iida Turpeinen

Τα μουσεία Φυσικής Ιστορίας είναι η αδυναμία μου. Με τις ώρες στέκομαι μπροστά στους μεγάλους σκελετούς ή στις προθήκες με τα ταριχευμένα ζώα, τα αυγά ή τα βάζα με τα έμβρυα, να χαζεύω και να φαντάζομαι τους πρώτους εξερευνητές που μελέτησαν και κατέγραψαν εξαφανισμένα ή σπάνια ζώα, που τα κατέγραψαν σε κάποια μακρινή ακτή, σε κάποιον γκρεμό, βουνό, σπηλιά.

Fact: Το 1741 ο Γερμανός γιατρός και φυσιοδίφης Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ (Georg Wilhelm Steller) ανακάλυψε σ’ ένα ταξίδι του τη γιγάντια θαλάσσια αγελάδα του Βόρειου Ειρηνικού (επιστημονική ονομασία: Hydrodamalis gigas). Μόλις 27 χρόνια αργότερα, το είδος εξαφανίστηκε από τους κυνηγούς. Είχε μήκος πάνω από 8 μέτρα και ζύγιζε περισσότερο από 8 τόνους. Ήταν το μόνο σειρηνοειδές (τάξη υδρόβιων θηλαστικών. Σε αυτήν ανήκουν θηλαστικά χωρίς πόδια που ζουν κυρίως στη θάλασσα) που μπορούσε να ζήσει σε κρύα νερά. Επιπλέον, διέφερε από τα υπόλοιπα στο ότι δεν είχε δόντια και δεν έτρωγε θαλάσσια φυτά, αλλά φύκια. Ένας άκακος γίγαντας με εξαιρετικό κρέας και αρωματικό λίπος – όπως μαθαίνουμε στο βιβλίο.

Η ιστορία κινείται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, με ατμόσφαιρα περασμένων εποχών, από τις παγωμένες αποστολές στην Αλάσκα μέχρι τα πανεπιστημιακά εργαστήρια του Ελσίνκι. Κοινός άξονας, η θαλάσσια αγελάδα του Στέλερ και αφετηρία το 1741 και η Μεγάλη Βόρεια Αποστολή στην οποία συμμετείχε ο φυσιοδίφης και διδάκτορας Θεολογίας Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ που την ανακάλυψε.

Μια σχεδόν φιλοσοφική τοποθέτηση για την εξαφάνιση των ειδών και την επίδραση του ανθρώπου στη φύση. Ο άνθρωπος έχει εξαφανίσει ολόκληρα είδη μόνο και μόνο για τη διασκέδασή του και την ασύδοτη θήρευση. Μια ιστορία που άπτεται επίσης πολλών θεμάτων, όπως η αποικιοκρατία και οι συμφορές που έφερε, η θέση των γυναικών στην επιστήμη, και η επιρροή της θρησκευτικής πίστης στην επιστημονικότητα και την αντικειμενικότητα της αλήθειας.

Για να το παρακολουθήσει κανείς βέβαια – επειδή δεν έχουμε ήρωα και πλοκή εδώ- θα πρέπει να έχει μια αγάπη για την εξερεύνηση, τη ζωολογία, τη βοτανολογία και τις επιστημονικές ανακαλύψεις του 18ου και 19ου αιώνα. Επίσης, να τον απασχολεί η σχέση ανθρώπου-φύσης, η κλιματική κρίση  ίσως, αλλά και η εξαφάνιση των βιολογικών ειδών.

Άλλη μια δοκιμιακή λογοτεχνία (βλ. επίσης Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, Μπ. Λαμπατούτ , Γουέιτζερ, Ντ. Γκραν, εκδ. Δώμα), είδος που αρχίζει να μου καλαρέσει. Η πρόκληση σε αυτό το είδος λογοτεχνίας είναι να βρει κανείς τη χρυσή ισορροπία έτσι ώστε ούτε βιβλίο γνώσεων να είναι, αλλά ούτε και εντελώς μυθοπλασία που θα θολώσει την αξιοπιστία και τον ρεαλισμό του θέματος. Πολύ ενδιαφέρον και πολύ δύσκολο. Η επιστήμη γίνεται «ανθρώπινη», προσεγγίζεται από τον μέσο αναγνώστη, κατανοείται μέσα σε πλαίσια, ενώ η λογοτεχνία- και εν μέρει η μυθοπλασία – συνεχίζει να τέρπει. Είναι διαφορετικό από το εκλαϊκευμένο δοκίμιο – εδώ ο συγγραφέας πρέπει να είναι (και) λογοτέχνης. Άρα λίγοι μπορούν να το κάνουν σωστά και ισορροπημένα.

Με ξένισε λίγο ο Ενεστώτας σε τόσο μεγάλη έκταση, αλλά τελικά κατέληξα ότι επειδή ακριβώς κινείται αφηγηματικά σε τρεις διαφορετικές περιόδους, η αλλαγή αφηγηματικού χρόνου θα προξενούσε προβλήματα, οπότε πολύ ορθά έκανε η συγγραφέας.

Έμβια όντα, Iida Turpeinen, μτφρ. Βίκυ Αλυσσανδράκη, εκδ. Ίκαρος