
Άλλη μια απόδειξη πως το βαθύ βίωμα ανυψώνει το λογοτεχνικό έργο, είτε αποδοθεί ξεκάθαρο είτε έντεχνα καμωμένο.
Το πώς βλέπει και κρατά στις αναμνήσεις του ένα παιδί (μικρό ή μεγάλο, με την έννοια του τέκνου εδώ) τον γονέα, είναι σαφώς ένας συνδυασμός ανάμνησης-ανάγκης-φαντασίας. Πολλά μπορεί να μην έχουν συμβεί καν με τον τρόπο που ανακαλούνται. Ίσως να πρόκειται και για εντελώς παραποιημένα γεγονότα/αναμνήσεις. Η αξιακή βαρύτητα όμως εδώ δεν έχει να κάνει με το τι συνέβη ή τι ήταν στ’ αλήθεια ο γονιός, αλλά το πώς τα θυμάται το τέκνο, ποια επίγευση άφησε η μάνα, ποιο αποτύπωμα ο πατέρας.
Και αυτός ο θαυμασμός άνευ όρων, η αγάπη, η εξάρτηση από τον γονιό – πάντα το έλεγα πως το παιδί αγαπάει πιο βαθιά, με έναν τρόπο αιώνιο τον γονιό του, ό,τι και να του κάνει εκείνος/η. Ακόμα κι αν το βλάψει. Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Είναι η φυσική ροπή προς τη μήτρα, την πηγή. Δεν είναι σάμπως δεσμοφύλακες στις φυλακές της παιδικής μας ηλικίας; Ίσως και μετέπειτα.
Σαν γενική αίσθηση, με πήγε στο ‘Ο Κηπουρός κι ο Θάνατος’ του Γκοσποντίνοφ εκδ. Ίκαρος (του Δαββέτα προηγείται χρονικά), λόγω αυτής της γλυκόπικρης καταγραφής της σταδιακής βύθισης του γονέα προς τον θάνατο δοσμένη όμως μέσα σε αυτή την εναλλαγή της παρουσίασης του αρρώστου και του πάλαι ποτέ δυναμικού και ζωντανού, ενίοτε αστείου και ευχάριστου ανθρώπου.
Βέβαια, είναι και η γραφή όπως πρέπει, όπως χρειάζεται ώστε να αναδειχθεί το θέμα. Ούτε λυρική χωρίς λόγο, ούτε απλά καταγραφική. Είχε την ισορροπία που της έπρεπε ώστε να έχουμε αυτή την ιδιάζουσα βιογραφία με τη λογοτεχνικότητα που της αναλογεί.
Ο χρόνος, κυκλικός ή σπειροειδής. Δεν υπάρχει γραμμικότητα και σειρά στον συνειρμό. Στο πήγαιν’ έλα των αναμνήσεων. Και χρειάζεται τέχνη να το κοντρολάρεις αυτό και να το επικοινωνήσεις συγγραφικά στον αναγνώστη χωρίς να χαθεί.
Θα σχολιάσω και την έκταση ως ιδανική. Ιδανική γενικά – για εμένα, περί ορέξεως- αλλά ακόμη περισσότερο για ένα θέμα σαν κι αυτό. Η τέχνη του να λες πολλά με λίγα, απαιτεί ή βαθύ βίωμα, ή εξαιρετική τέχνη – ενίοτε και τα δύο.
Δεν μένουν όλα τα βιβλία μέσα μας, ακόμη κι αν είναι πολύ ωραία. Ένα βιβλίο μένει για πάντα μέσα μας όταν γράφουμε νοητά μέσα του κι εμείς την ανάμνησή μας, το βίωμά μας, την αράδα μας.
Γράφει (Λευκή σελίδα, σ.148):
[Ως τα σαράντα, μονάχα μία φορά ήρθε στα όνειρά μου. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Της έκανα χώρο τραβώντας τα σκεπάσματα. <<Γράφεις; με ρώτησε.]
Κι εγώ συμπλήρώνω:
Είχε δυο μήνες περίπου από τη διάγνωση. Του είχαν δώσει οκτώ συνολικά. Το απόγευμα μείναμε οι δυο μας. Εκείνος στον καναπέ του σαλονιού κι εγώ στο ντιβάνι της κουζίνας. Έγραφα στο σημειωματάριό μου, συγκεντρωμένη. Δεν του είχα μιλήσει για πολλή ώρα. <<Τι γράφεις, πουλάκι μου;>> με ρώτησε. <<Ε, τίποτα, μπαμπά, κάτι χαζά>>. Αυτό το ‘τι γράφεις, πουλάκι μου;’ ζει μέσα στο μυαλό μου κάθε φορά που γράφω είκοσι χρόνια τώρα. Με τύψεις που δεν του είχα πει την αλήθεια, ότι έγραφα για ένα τρένο της φυγής, που μας παίρνει και μας πάει μακριά σε δάση με δέντρα γυμνά, αλλά εμείς μέσα στην καμπίνα μας έχουμε όσα χρειαζόμαστε. Μελάνι, καφέ, φρέσκο μυρωδάτο χαρτί, ένα ζεστό κρεβάτι και το μυαλό μας γεμάτο.
Κλείνω με ένα ακόμη απόσπασμα του Δαββέτα (Αυτό που είναι θα γίνω, σ.122-123) για τον υπέροχο αυτό διάλογο που (πρέπει να) χτίζεται μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη.
[Συνήθως αρκούσε μία έκρηξή της από ασήμαντη αφορμή για να ετοιμάσω τον σάκο της απόδρασής μου: ένα ρολόι, ένα πλαστικό ποτήρι, μαχαιροπήρουνα, το μπλοκ ιχνογραφίας, μολύβια, ένα αθλητικό φανελάκι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ με τι κριτήρια είχα συμπεριλάβει όλα αυτά στη λίστα της μεγάλης φυγής, πάντως είχα φροντίσει σε χρόνο ανύποπτο να τα έχω όλα σε ένα συρτάρι εκτάκτου ανάγκης όπως το είχα βαφτίσει και σχεδόν αμέσως με τον πρώτο καυγά τα τοποθετούσα στον σακο. Ύστερα της φώναζα ‘φεύγω, μη με περιμένεις’ και έκλεινα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος με δύναμη. Πάντα επέστρεφα μετά τα μεσάνυχτα […].
Νίκος Δαββέτας
Η Δεσμοφύλακας
Εκδ. ΠΑΤΆΚΗ
[Σ.τ.σ.: Μοιράζομαι με τον κόσμο την αναγνωστική εμπειρία μου μόνο για βιβλία που μου άρεσαν, τα οποία διάλεξα και αγόρασα.]